Το εστιατόριο.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δεν είχε καιρό αυτή τη δουλειά. Ήταν όμως σημαντική για εκείνη, μιας και ήταν η πρώτη της. Δε θα έμενε πολύ σ’ αυτή, το ήξερε. Είχε βλέψεις για σπουδές, μα τώρα, οι συνθήκες τα έφεραν έτσι που ζήτησε να εργαστεί για κάποιο διάστημα, στο εστιατόριο της γειτονιάς. Το ίδιο στο οποίο πήγαιναν οικογενειακώς για να απολαύσουν τις εξόδους τους, εδώ και τόσα χρόνια.

Το αφεντικό ήταν καλό και η δουλειά πολλή, την προσέλαβε αμέσως. Ρίχτηκε κι αυτή με όρεξη, μάθαινε το πόστο της στην κουζίνα, μα είχε τα μάτια ανοιχτά και για τα άλλα. Περνούσε ο καιρός και όσο έβλεπε το αφεντικό το ενδιαφέρον της, τόσο την ανακάτευε και με τις άλλες δουλειές. Και μάθαινε πώς έτρεχε το μαγαζί.

Μια μέρα της πρότεινε να έρθει πιο νωρίς για να είναι μαζί του στις προμήθειες. Δεν το σκέφτηκε καν. Φυσικά και πήγε. Δεν μπήκε από την κεντρική την πόρτα, αφού το μαγαζί ήταν κλειστό. Μόνο κατέβηκε στην αποθήκη όπου έκαναν τις παραλαβές, ένα υπόγειο με είσοδο δίπλα από το μαγαζί. Κατέβηκε από την σιδερένια σκάλα σε μια αυλή, ενώ δίπλα της ορθώνονταν κάθετα μια πολυκατοικία. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Το αφεντικό ήταν ήδη μέσα. Στον πάγκο ήταν τα κρεατικά, πιο πέρα τα λαχανικά, πιο κει όσα έπρεπε να προετοιμάσει για την ημέρα. Μπήκε, στάθηκε λίγο αμήχανη. Αυτός μετέφερε τελάρα στο ψυγείο. Πήρε κι αυτή ένα κι ακολούθησε. Την ώρα που το έβαζε μέσα, άκουσε έναν ήχο μεταλλικό. Κλειδί ήταν αυτό; Δεν το κατάλαβε, δεν έδωσε σημασία. Η πόρτα ήταν κλειστή, για αυτό θα άκουσε τον ήχο. Συνέχισε να βοηθά με τις προμήθειες, ώσπου κάποια στιγμή το αφεντικό την πιάνει από το χέρι και την τραβά κοντά του: «Έλα εδώ». Ξαφνιάστηκε, τράβηξε το χέρι της και τον κοίταξε σαστισμένη. «Τι έπαθες;» της είπε. Γέλασε. «Τι φαντάστηκες;» τη ρώτησε. Θεώρησε πως μάλλον παρεξήγησε. Μα φοβήθηκε λίγο. Την πήρε πιο κοντά για να της δείξει πώς τεμαχίζουν, πως μαρινάρουν και την ώρα που δοκίμαζε κι εκείνη, στάθηκε πίσω της και ακουμπώντας τη, έπιασε το χέρι της για να το κατευθύνει. Έχασε τον κόσμο από μπροστά της. Γιατί κατάλαβε, ένιωσε το κορμί του που την πίεζε και αντιλήφθηκε τον κίνδυνο.

Έκανε να τραβηχτεί. Μα εκείνος επέμεινε. Την έπιασε δυνατά από τα χέρια και την τράβηξε πάνω του. Είχε παγώσει. «Άσε με!» ψέλλισε. Ο λαιμός της είχε στεγνώσει. Οι σφυγμοί της είχαν ανέβει κατακόρυφα. «Γιατί; Μα θα σ’ αρέσει!», της απάντησε. Πήγε να σηκωθεί με δύναμη. Την κράτησε σφιχτά, την κλείδωσε στην αγκαλιά του. Έφερε το πρόσωπό του κοντά της. Ένιωθε την βαριά του ανάσα πάνω της. Έβλεπε τον ιδρώτα του στο πρόσωπό του. Εκείνη προσπαθούσε να ξεφύγει, μα αυτός την άρπαξε από τα μαλλιά και πίεσε το στόμα του να τη φιλήσει. Εκείνη έσφιξε τα χείλη, μα δεν κατάφερε να αποφύγει την βίαιη γλώσσα του από το να της γλύψει το πρόσωπο και τα χείλη. Προσπάθησε πάλι να ξεφύγει. «Έλα, είσαι πρωτάρα, πώς θα ξέρεις αργότερα να κάνεις με το αγόρι σου;! Κάτσε να σου δείξω. Θα σ’ αρέσει»… της έλεγε, ενώ με το ένα χέρι την είχε κλειδωμένη πάνω του και με το άλλο προσπαθούσε να λύσει τη ζώνη του. Εκείνη προσπαθούσε να ξεγλιστρήσει μα άφησε το μισάνοιχτο παντελόνι του και την έπιασε πάλι με τα δύο χέρια.
Εκείνη τη στιγμή κατάφερε να του ξεφύγει, όρμησε προς την πόρτα. Ήταν κλειδωμένη! Η αγορά κλειστή! Ακόμα κι αν φώναζε, δε θα την άκουγε κανείς!!! Πίσω της εκείνος, την πιάνει πάλι πιο γερά αυτή τη φορά. Και προσπαθεί και πάλι να τη φιλήσει, να την αγγίξει. Φόβος και σοκ… Μέσα της ούρλιαζε, αλλά φωνή δεν έβγαινε, έτρεμε.
Και ω, εκείνη τη στιγμή, ο από μηχανής θεός! Έρχεται ο φίλος του αφεντικού. Δοκιμάζει να ανοίξει την πόρτα. Τη βρίσκει κλειδωμένη. Το αφεντικό, ιδρωμένο, κρατά σφιχτά τη λεία του και πιέζοντάς τη πάνω του της ψιθυρίζει «μη μιλήσεις!!». Ο φίλος δεν φεύγει, τον καλεί. Δεν αποκρίνεται εκείνος. Εκείνη είναι ακινητοποιημένη και φιμωμένη με το χέρι του. Τρέμει, φοβάται… Ο φίλος φεύγει και μαζί και οι ελπίδες της. Εκείνος χαλαρώνει τη λαβή. «Άσε με!» του λέει ικετευτικά. «Σε παρακαλώ!! Σε παρακαλώ πολύ!!! Άσε με να φύγω! Δε θέλω… δε θέλω σε παρακαλώ!!»
Δεν ξέρει τι ήταν εκείνο ακριβώς που τον έκανε να υπακούσει. Τα λόγια της, ο φόβος της, η ανάμνηση πως γνώριζε την οικογένειά της χρόνια ή ο φίλος που τον «διέκοψε»; Άγνωστο. Χαλάρωσε τα χέρια του. Ορμάει εκείνη προς την πόρτα. Το κλειδί μάγκωσε, δεν άνοιγε. Συμμάζεψε πρόχειρα τα ρούχα του. Ήρθε, της άνοιξε. Έφυγε εκείνη, τρέχοντας.

Σε ποιον να μιλήσει; Δεν είπε τίποτα. Το βράδυ, πήγε κανονικά στη δουλειά. Την απέλυσε. Ξαφνιάστηκαν όλοι. Μα εκείνη ήξερε το λόγο. Φεύγοντας ανακουφισμένη, διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους με τον φίλο του. Εκείνος ανυποψίαστος του λέει «πού ήσουν νωρίτερα; Πάλι κανένα γκομενάκι κανόνιζες;» Είπαν κι άλλα, μα δεν την ένοιαζε! Ήταν η τελευταία φορά που άκουσε νέα του.

 

Χ.Ψ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook