Η Νανά μπήκε στο σπίτι και πέταξε τα κλειδιά και την τσάντα της πάνω στο μικρό έπιπλο της εισόδου. Έβγαλε τα παπούτσια της και πήγε προς το δωμάτιο να αλλάξει. Ήθελε τόσο πολύ να κάνει ένα μπάνιο, να βάλει τις πιτζάμες της και να αράξει στον καναπέ. Μπήκε στο μπάνιο και άφησε το νερό να τρέχει πάνω της, ακουμπώντας το κεφάλι της στον τοίχο. Πάντα την χαλάρωνε αυτό.

Βγήκε, έπιασε τα μαλλιά της όπως όπως, έκατσε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση. Είχε το αγαπημένο της σήριαλ, βολεύτηκε στον καναπέ της και αφοσιώθηκε. Ξαφνικά όλα σταμάτησαν και το δωμάτιο σκοτείνιασε. Όχι πάλι ρε γαμώτο, σκέφτηκε. Τελευταία γίνονται συχνά διακοπές ρεύματος στην περιοχή της, όλο κάτι φτιάχνουν, όλο κάτι χαλάει, αει σιχτίρ πια, τζάμπα πληρώνουμε. Σηκώθηκε και τράβηξε τις κουρτίνες. Σουρούπωνε έξω και το φεγγάρι ήδη είχε κάνει την εμφάνιση του. Κοντοστάθηκε και στο τέλος τράβηξε την πολυθρόνα μπροστά από το παράθυρο, άπλωσε τα πόδια της στο περβάζι και κοίταζε τον ορίζοντα.

Γέμισε το φεγγάρι, άλλος ένας μήνας πέρασε. Από τότε που χωρίσανε με τον Πέτρο μετρούσε τους μήνες με φεγγάρια, της τον θύμιζαν πολύ, της θύμιζαν τις ώρες που καθόντουσαν στο μπαλκόνι και κουβεντιάζανε τα βράδια. Ακόμα και όταν χωρίσανε αυτό του είπε.

Τελικά σαν το τραγούδι του Καρρά είμαστε πλέον, «εμείς δεν έχουμε το ίδιο το φεγγάρι, εμείς δεν έχουμε τον ίδιο ουρανό…» Πέρασαν τέσσερις μήνες, τέσσερις μήνες που είναι χώρια και ένας χρόνος που ήταν μαζί. Της έλλειψε πολύ η παρουσία του, η αύρα του, η αγάπη του. Τον γνώρισε σε μια εκδρομή που είχαν πάει με το λύκειο και από τότε είχαν πολύ δυνατή έλξη. Εκείνες τις πέντε μέρες που πέρασαν μαζί, δε θα τις ξεχνούσαν ποτέ. Από άλλη πόλη εκείνος, από άλλη πόλη αυτή, αλλά κράτησαν επαφή και πάντα βρισκόντουσαν όταν ο ένας πήγαινε στην πόλη του άλλου. Μιλούσαν στο τηλέφωνο με τις ώρες, ποτέ όμως όταν βρισκόντουσαν δεν ήταν ελεύθεροι. Είτε ο ένας, είτε ο άλλος είχε δεσμό.
Ωστόσο πάντα υπήρχαν συναισθήματα, γι΄αυτό μετά από κάποια χρόνια που η Νανά έφυγε από έναν σοβαρό δεσμό και προσπαθούσε να βρει τις ισορροπίες της, ο Πέτρος της στάθηκε όσο κανείς άλλος και τα παράτησε όλα μόνο για είναι μαζί της. Πάντα την αγαπούσε αλλά ποτέ δεν της ζήτησε να χωρίσει για να είναι μαζί του. Τελικά και οι δυο τους ένιωθαν ότι κάπου παρακάτω θα καταλήξουν μαζί. Τους φαινόταν τόσο καρμικό το να είναι ζευγάρι μετά από τόσα που μεσολάβησαν, που πια δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο ανάμεσα τους. Από την πρώτη στιγμή έμειναν μαζί και πέρασαν έναν υπέροχο χρόνο. Έτσι κι αλλιώς γνώριζε ο ένας τον άλλο τόσο καλά, που δεν υπήρχε νόημα να ψάξει σπίτι ο Πέτρος για να μείνουν χωριστά.

Κι όμως τα εμπόδια υπήρχαν και στο τέλος τους φάνηκαν ανυπέρβλητα. Θέλεις η αλλαγή περιβάλλοντος για τον Πέτρο, θέλεις οι πολλές ώρες που δούλευαν και οι δυο, τους έφεραν σε ένα σημείο που απλά περιφερόντουσαν για κάποιες ώρες στον ίδιο χώρο και τίποτα παραπάνω. Πλέον ο χωρισμός ήταν μονόδρομος. Κι όμως, «δεν το πάλεψα όσο έπρεπε», μονολόγησε η Νανά με το βλέμμα καρφωμένο έξω από το παράθυρο. Έπρεπε να του δώσω χρόνο, να καταλάβω ότι ζορίστηκε με τόσες αλλαγές. Άραγε τώρα με σκέφτεται καθόλου; Εκείνο το ζωντόβολο ο κολλητός του θα τον τραβάει από μπαράκι σε μπαράκι και κάτσε εσύ να σκας τώρα ηλίθια. Γιατί να τα λέμε κι αυτά, ο Πετράκης ήταν και τραβηχτικός, ανοιχτόχρωμος, γαλανομάτης, ε, όσο να πεις απαρατήρητος δεν περνούσε.

Η ώρα πέρασε αρκετά, έξω βράδιασε και ήδη άρχισε να έχει ψύχρα αλλά η Νανά δεν ήθελε καθόλου να σηκωθεί να κλείσει το παράθυρο. Της άρεσε αυτό το παγωμένο αεράκι, την έκανε να νιώθει πιο ζωντανή. Τουλάχιστον να κοιτάζω το φεγγάρι, το μόνο κοινό που έχουμε είναι ότι ίσως να κοιτάζουμε την ίδια εικόνα. Έπιασε το κινητό της και άρχισε να διαβάζει παλιά μηνύματα που αντάλλαξαν όταν ήταν ακόμη μαζί. Δεν το σκέφτηκε, τελείως αυθόρμητα πληκτρολόγησε, «Πέτρο, μήπως τελικά έχουμε το ίδιο το φεγγάρι;» Άφησε το κινητό στο τραπεζάκι και πήρε μια βαθιά ανάσα, όλα για όλα σκέφτηκε. Η οθόνη του κινητού αναβόσβησε και το άρπαξε για να διαβάσει το μήνυμα του. «ΕΡΧΟΜΑΙ!»

 

Νανίτα