Το μαντήλι της Νεράιδας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

 

– Μαμά θα μου τραγουδήσεις αυτό το υπέροχο τραγούδι που έλεγες χθες;
– Σου άρεσε μικρή μου νεράιδα;
– Ναι μαμά, είναι υπέροχο. Δεν ξέρω γιατί θυμώνει ο μπαμπάς όταν το τραγουδάς.

Η Χρυσάνθη σηκώθηκε απότομα και πήρε την κόρη της αγκαλιά.” Έλα να χορέψουμε γλυκιά μου νεραϊδούλα, τώρα που λείπει ο μπαμπάς.” Άρχισαν τα χαχανητά οι δυο τους. Ξεκίνησαν να στριφογυρίζουν, να χορεύουν και να τραγουδούν μάνα και κόρη. Το τραγούδι τους μαγικό, αν και δεν έβγαινε νόημα από τα λόγια τους. Μία μελωδία απόκοσμη και μοναδική.
Ευτυχώς ο άντρας της είχε μετακομίσει το νοικοκυριό τους σε αυτή την καλύβα έξω από το χωριό και είχαν ησυχία. Αγανάκτησε ο άνθρωπος με τα κουτσομπολιά και την περιέργεια του κόσμου.
– Πως γύρισε μια τόσο όμορφη κοπέλα να κοιτάξει τον κυρ-Γιάννη; Ούτε όμορφος είναι, ούτε πλούσιος είναι. Μάλλον την έχει μαγέψει, έλεγαν όλοι στο χωριό και το είχαν πιστέψει κιόλας.

Ο κυρ-Γιάννης ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Φρόντιζε να μην λείψει τίποτα στην οικογένεια του. Ήταν ξυλουργός και έλειπε όλη μέρα. Γυρνούσε αργά την νύχτα και ήταν τόσο κουρασμένος που δεν είχε κουράγιο ούτε κουβέντα να ανταλλάξει με την όμορφη γυναίκα του. Έτσι η Χρυσάνθη έβρισκε ευκαιρία, έφευγε κρυφά και πήγαινε να συναντήσει τις αδερφές της στο ποτάμι. Εκεί κάθε βράδυ χόρευαν ως το πρωί και τραγουδούσαν. Έλεγαν απίστευτες ιστορίες και έκαναν πλεξούδες στα μακριά τους ξανθά μαλλιά. Τα λευκά τους φορέματα αέρινα, φτιαγμένα με σπάνιες δαντέλες αγκάλιαζαν το γυμνό τους σώμα.

– Χρυσάνθη γιατί κάθεσαι με αυτόν τον άνθρωπο τόσα χρόνια; Ήρθε η ώρα να φύγεις, έτσι δεν είναι;
– Ναι, συμφώνησαν και οι άλλες αδερφές, γιατί κάθεσαι ακόμα με αυτόν τον άσχημο άντρα;
Γέλασαν κρυφά όλες τους.
– Δεν μπορώ να φύγω και το ξέρετε, απάντησε η Χρυσάνθη ενοχλημένη.
– Την κόρη σου θα την υποδεχτούμε με αγάπη, το ξέρεις αυτό, της είπε η μεγαλύτερη από την αδερφές.
– Μα έχει το μαντίλι μου ο θνητός! Κάθε μέρα ψάχνω και δεν το βρίσκω πουθενά. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Τον έχω παρακαλέσει πολύ, μα εκείνος λέει ότι με αγαπά και δεν θέλει να φύγω.
– Μην σταματάς να ψάχνεις, αγαπημένη μου αδερφή. Κάποια στιγμή θα είσαι ελεύθερη.

Η Χρυσάνθη γύρισε σκεπτική στο καλυβάκι του κυρ-Γιάννη. Κόντευε να ξημερώσει. Μπήκε μέσα πατώντας στις μύτες και πήγε στην κουζίνα. Σήκωσε την μεγάλη πήλινη κανάτα για να βάλει να πιει λίγο νερό και ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπά στους ώμους. Πετάχτηκε απότομα από τον φόβο της.
– Χρυσάνθη, μην φοβάσαι, εγώ είμαι.
– Γιάννη με τρόμαξες πολύ! Παραλίγο να κάνω ζημιά.
– Κάτσε να μιλήσουμε γυναίκα, θέλω να σου πω δύο πράγματα.
Η Χρυσάνθη με την απορία στο βλέμμα της έκατσε να ακούσει τι θα της πει ο άντρας της.

– Άκου να δεις Χρυσάνθη, και οι δύο ξέρουμε πως ήρθες στην ζωή μου. Η αλήθεια είναι ότι τώρα που το σκέφτομαι, ήμουν πολύ εγωιστής. Όταν σε είδα όμως πρώτη φορά, εκεί στο ποτάμι να χορεύεις και να τραγουδάς, μαγεύτηκα από την ομορφιά σου. Ήθελα να γίνεις δική μου πάση θυσία και γι’ αυτό σου πήρα το μαντίλι. Έκλαιγες πολύ καιρό γι’ αυτό, θυμάσαι; Στεναχωριόμουν να σε βλέπω να μαραζώνεις, κι έτσι σου είπα για την κόρη μου. Η μάνα της το ξέρεις ότι πέθανε στην γέννα και δεν μπορούσα να την αναλάβω μόνος μου, γι’ αυτό την άφησα στην μάνα μου. Όταν έφερα εδώ το παιδί, δεν ήξερα αν θα το δεχτείς ευχάριστα. Εσύ όμως έλαμψες μόλις την πήρες πρώτη φορά στην αγκαλιά σου. Και ήταν η πρώτη φορά που πίστεψα ότι ίσως κάποια στιγμή με αγαπήσεις κι εμένα!

Η Χρυσάνθη έχει παγώσει στην θέση της ακούγοντας τον άντρα της. Πρώτη φορά, της μιλούσε τόσο ξεκάθαρα.

– Βλέπω όμως ότι περνάν τα χρόνια, εγώ γερνάω και εσύ είσαι ακόμα η ψηλόλιγνη, όμορφη ξανθιά κοπέλα με τα υπέροχα πράσινα μάτια. Ντρέπομαι να σε κοιτάξω πλέον Χρυσάνθη, είπε και έσκυψε το κεφάλι ο κυρ-Γιάννης.
– Γιατί μου τα λες όλα αυτά άντρα μου; Ρώτησε μαγκωμένη η Χρυσάνθη.
– Γιατί ξέρω ότι κάθε βράδυ φεύγεις από το σπίτι. Τώρα ξέρω ότι δεν θα με αγαπήσεις ποτέ. Ίσως αγάπησες την Αννούλα, εμένα όμως όχι. Αποφάσισα να σου δώσω πίσω το μαντίλι σου. Είσαι νεράιδα του ποταμού. Η θέση σου είναι εκεί στο ποτάμι, στις αδερφές σου και όχι εδώ, σε μια μικρή καλύβα.

Η Χρυσάνθη σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα και πήγε και αγκάλιασε σφιχτά τον άντρα της.
– Σε ευχαριστώ Γιάννη, πόσα ευχαριστώ να πω!
Δεν το είχε κάνει ποτέ άλλοτε και ο άντρας ένιωσε άβολα. Σηκώθηκε και με αργές κινήσεις πήγε στο δωμάτιο που κοιμόταν το παιδί του. Προσεκτικά πήρε το μαντίλι της νεράιδας από το μαξιλάρι. Γύρισε στην μικρή κουζίνα και με μια ανάσα έδωσε το πολυπόθητο μαντίλι στην νεράιδα που της έκλεψε την ζωή πριν χρόνια. “Συγνώμη” της είπε και γύρισε πλάτη, κοντοστάθηκε λίγο στην πόρτα.
– Θα στείλω κάποιον για την μικρή. Μπορείς να φύγεις και σήμερα κιόλας.
Έκλεισε η πόρτα πίσω του και ήταν σαν να άνοιξαν οι ουρανοί για την Χρυσάνθη. Έδεσε το μεταξωτό πανέμορφο μαντίλι στα μαλλιά της, μια λάμψη την έλουσε και άρχισε να χορεύει και να τραγουδά σαν να ήταν η πρώτη φορά.

Η Αννούλα μπήκε στο δωμάτιο τρίβοντας τα μάτια και την κοίταξε με περιέργεια.
– Μαμά τι γιορτάζουμε;
Η Χρυσάνθη ένιωσε πόνο στην καρδιά της με τα λόγια του παιδιού. Τι να του πει, ότι φεύγει; Πώς μπορώ να το αφήσω πίσω μου αυτό το πλάσμα, αναρωτήθηκε. Δεν μπορούσε να την πάρει μαζί της γιατί δεν ήταν δικό της πραγματικό παιδί και δεν θα μπορούσε να μπει εύκολα στον κόσμο των νεράιδων, παρά τις διαβεβαιώσεις την αδερφής της. Δεν θέλει να πάθει κακό το παιδί της, γιατί σαν παιδί της το ένιωθε.
– Τίποτα Αννούλα μου, απλά είμαι χαρούμενη, κορίτσι μου.

Η μέρα πέρασε γρήγορα και ευχάριστα για όλους. Η Χρυσάνθη έβαλε για ύπνο για τελευταία φορά την Αννούλα και την φίλησε απαλά στο μέτωπο. Δεν χρειάζεται να πάρει τίποτα μαζί της, το μοναδικό που χρειάζεται το έχει, το φορά στα μαλλιά. Κι όμως κάτι την κρατά πίσω και δεν την αφήνει να χαρεί την ελευθερία της. Με βαριά καρδιά κλείνει την πόρτα πίσω της και φεύγει για το ποτάμι, πριν γυρίσει ο άντρας της. Εκεί όλες της οι αδερφές την περιμένουν με χαρά και ζητωκραυγάζουν όταν την βλέπουν. Χορεύουν και τραγουδούν όπως ποτέ άλλοτε ως το πρωί. Λίγο πριν χαθούν στο δάσος η μεγάλη της αδερφή την ρωτά γιατί τα μάτια της έχουν θλίψη.
– Επειδή γνώρισα την αγάπη, απάντησε η Χρυσάνθη και χάθηκε μέσα στο δάσος.

Σαράντα νύχτες πέρασαν και την Χρυσάνθη την έβρισκε το πρωί κρυμμένη στο δάσος να προσέχει το μικρό καλυβάκι. Οι αδερφές της ανησυχούσαν πολύ για την όμορφη νεράιδα.
– Κάτι πρέπει να κάνουμε, δεν γίνετε να την αφήνουμε να μαραζώνει.
– Χρυσάνθη, της είπε η μεγάλη της αδερφή. Αν αγαπάς αυτόν τον άνθρωπο και το παιδί του και θέλεις πραγματικά να μείνεις μαζί τους, μόνο ένας τρόπος υπάρχει γλυκιά μου. Να θυσιάσεις την μαγεία σου. Θα ζήσεις και θα πεθάνεις όπως ένας θνητός. Θα πονάς και θα ματώνεις γλυκιά μου νεράιδα. Αν θες να είσαι μαζί τους, αυτή είναι η θυσία σου. Κάψε το μαντίλι σου. Ξεσηκώθηκαν όλες οι νεράιδες και διαμαρτυρήθηκαν έντονα. Η μεγάλη νεράιδα όμως σηκώθηκε όρθια και είπε δυνατά ότι είναι μόνο δική της η απόφαση.

Η Χρυσάνθη το σκέφτηκε πολύ καλά και πήρε την απόφαση της. Έτσι σε μία μαγική τελετή, η Χρυσάνθη έγινε θνητή. Χάθηκε η πανέμορφη όψη της και έγινε μια θνητή απλή γυναίκα. Κοίταξε τον εαυτό της στο ποτάμι και χαμογέλασε, “μια χαρά είμαι” σκέφτηκε. Έφυγε τρέχοντας για το μικρό καλυβάκι. Εκεί είδε κόσμο μαζεμένο και μαυροφορεμένο. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά όσο πλησίαζε στο σπίτι. Ακούσε τον κόσμο να σχολιάζει.
– Ο καημένος κυρ-Γιάννης, δεν άντεξε η καρδιά του την στεναχώρια.
– Εκείνη η παλιογυναίκα φταίει. Έφυγε και τον παράτησε με μικρό παιδί, μόνο του.

Η Χρυσάνθη άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Θεέ μου τι πόνος είναι αυτός!
Μπήκε στο σπίτι και είδε το παιδί, το παιδί της να κλαίει στην αγκαλιά μιας άγνωστης γυναίκας.
– Αννούλα;
– Μαμά!
Μάνα και κόρη αγκαλιάστηκαν σφιχτά.
– Φοβήθηκα ότι σε έχασα και εσένα.
– Όχι παιδί μου θα είμαι δίπλα σου για πάντα. Με αναγνώρισες Αννούλα μου.
– Αφού είσαι η μαμά μου, θα σε αναγνώριζα παντού.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Δώρα Κουτσογιάννη
1999

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook