Τη ζήλευες… Πόσο τη ζήλευες ούτε η ίδια θα ήξερες να πεις. Κι αν σε ρωτούσαν θα χαμήλωνες τα μάτια, θα φορούσες εκείνο το χαμόγελο της απελπισίας και θα έλεγες πως «όχι, αν είναι δυνατόν, δε ζηλεύω, ό,τι είναι να γίνει θα γίνει». Και μόνη σου θα έκλαιγες, θα σπάραζες, θα έβριζες θεούς και δαίμονες, θα έπινες μισό μπουκάλι κρασί και μετά θα έπεφτες σ’ έναν ύπνο χωρίς όνειρα. Μόνο με εφιάλτες.

Πρώτη φορά την είχες δει στην παιδική χαρά. Εσύ καθόσουν στο παγκάκι και διάβαζες το βιβλίο σου. Εκείνη ήρθε και κάθισε δίπλα σου, με ένα χάρτινο ποτήρι με καφέ στο χέρι. Την κοίταξες μόνο για ένα δευτερόλεπτο καθώς καθόταν κοντά σου, και γύρισες στο βιβλίο σου. Καμιά σας δε μίλησε, καμιά δεν άνοιξε κουβέντα. Μα προσπαθούσες με την άκρη του ματιού σου να ξεκλέψεις όσες περισσότερες λεπτομέρειες μπορούσες γι’ αυτήν. Το βλέμμα σου προχωρούσε από κάτω προς τα πάνω, όσο μπορούσες να δεις χωρίς να προδοθείς. Τα παπούτσια της, απλά μποτάκια, ορειβατικά περίπου. Με χρωματιστά κορδόνια, φουξ. Τζιν παντελόνι, με μερικά σχισίματα στα γόνατα και ξέφτια να περισσεύουν. Χαμογέλασες μέσα σου, ήταν μια απλή νέα κοπέλα που συμβάδιζε με τη μόδα της ηλικίας της. Καθόταν σταυροπόδι και το ένα πόδι της κουνιόταν πάνω κάτω. Υπέθεσες από αμηχανία, από βαρεμάρα ή από νευρικότητα. Δεν τολμούσες να την κοιτάξεις όμως. Φοβόσουν να επιβεβαιώσεις την υποψία σου.

Όταν σηκώθηκε για να σπρώξει το παιδάκι που έκανε κούνια, βρέθηκε ξεκάθαρα στο οπτικό σου πεδίο, στο ύψος των ματιών σου. Και τότε βεβαιώθηκες. Μπορούσες να την κοιτάξεις άφοβα, χωρίς να κρύβεσαι. Το στρογγύλεμα που τέντωνε τη γαλάζια μπλούζα της σου θόλωσε το βλέμμα. Έμεινες να την κοιτάζεις χωρίς καν να ανοιγοκλείνεις τα βλέφαρά σου. Και πριν προλάβεις να πνίξεις μια κραυγή, την είδες να μπαίνει μπροστά στην κούνια. Το παιδάκι με τα απλωμένα πόδια τη χτύπησε στην κοιλιά. Νόμισες πως θα τσιρίξεις μα δεν το ΄κανες. Εκείνη άπλωσε το χέρι της και σταμάτησε την κούνια. Νόμισες πως θα χτυπήσει το παιδί, μα δεν το ΄κανε. Μόνο του χαμογέλασε και το πήρε από το χέρι να φύγουνε. Έφυγες κι εσύ.

Την είδες ξανά κι άλλες φορές, στην ίδια παιδική χαρά. Πάλι με το ίδιο παιδάκι στην κούνια. Εκείνο χαρούμενο να τιτιβίζει σαν πουλάκι, κι εκείνη απλώς να το κοιτάει ανέκφραστη. Την επόμενη φορά που την είδες να μπαίνει μπροστά στην κούνια, ένιωσες σαν να χτύπησαν εσένα. Δεν άντεξες και της μίλησες. Τότε έδειξε να σε προσέχει πρώτη φορά και σαν να ντράπηκε.
«Είστε καλά; Χτυπήσατε;» τη ρώτησες.
«Όχι, όχι… Καλά είμαι. Φοβήθηκα ότι θα έπεφτε από την κούνια ο μικρός… Μια χαρά είμαι.»

Γύρισες στο σπίτι σου, ο άντρας σου σε βρήκε αγκαλιά με το μαξιλάρι του καναπέ να κάθεσαι στο πάτωμα. Του είπες τι έγινε. Ήξερες ότι σου είχε πει ψέματα.
«Δε θα έπεφτε ο μικρός από την κούνια. Επίτηδες μπήκε μπροστά του.»
«Ατύχημα θα ήταν, αγάπη μου. Συμβαίνουν αυτά. Σε έχει αγχώσει η αναμονή για την υιοθεσία. »

Σε δυο εβδομάδες ξανασυναντηθήκατε. Φορούσες γυαλιά ηλίου και σκούφο, είχε ψοφόκρυο εκείνη την ημέρα. Εσύ την αναγνώρισες, εκείνη όχι. Η κοιλιά της είχε μεγαλώσει κι άλλο, έμοιαζε οχτώ μηνών. Μα δε θα ‘ταν πάνω από έξι, πριν ένα μήνα την είχες πρωτο συναντήσει και ίσα που φαινόταν για έγκυος.

Αυτήν τη φορά, ήταν η τραμπάλα που τη χτύπησε. Στεκόταν απέναντι από το παιδί και κατέβασε με δύναμη την τραμπάλα για να το ανεβάσει ψηλά. Εκείνο πάλι χαρούμενο, γελούσε και τσίριζε. Στο κατέβασμά του, η απέναντι θέση της τραμπάλας ανέβηκε απότομα και η κοιλιά της βρέθηκε στην πορεία της. Διπλώθηκε από τον πόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Την είδες να παίρνει βαθιά ανάσα και να σηκώνεται. Και πάλι ο μικρός από το χέρι και πίσω στο σπίτι.

Ούτε που κατάλαβες πώς βρέθηκες σπίτι σου. Κλαίγοντας με λυγμούς, με το πρόσωπό σου κατακόκκινο, με το στόμα σου να μιλάει και να λέει τα πάντα και τίποτα, έτσι σε βρήκε και πάλι ο καλός σου.

«Στο λέω, επίτηδες το κάνει. Επίτηδες μπαίνει μπροστά στα παιχνίδια, για να τη χτυπήσουν!» ούρλιαζες μπροστά του.
«Δε γίνεται αυτό που λες, είναι δυνατόν; Παίζει το παιδάκι και ξεφεύγει, ατύχημα είναι.»
«Θα πάω να της μιλήσω. Θα της πω αν δεν το θέλει, να το δώσει σ’ εμάς μόλις γεννήσει. Θα το δεχτεί, δε θα το δεχτεί; Θα της δώσω χρήματα…» Τον ρώτησες με λαχτάρα, παρακαλώντας σιωπηλά να συμφωνήσει μαζί σου, να δώσει μια διέξοδο στη φωτιά που σε έκαιγε, στη λαχτάρα σου για ένα παιδάκι, για ένα μόνο παιδάκι.

Εκείνος σε κοίταξε, και μέσα στα μάτια του είδες να καθρεφτίζεται… κάτι που δεν ήξερες τι ήταν. Οίκτος. Στεναχώρια. Αγάπη. Όλα αυτά μαζί. Άπλωσε το χέρι του και τράβηξε τα ιδρωμένα σου μαλλιά από το πρόσωπό σου. Μια κουβέντα μόνο σου είπε.
«Δε θέλω να τρελαθείς. Φοβάμαι.»

Κι εσύ ξαναπήγες στην παιδική χαρά. Σε τραβούσε μια αόρατη κλωστή που σε είχε δέσει και δε σε άφηνε να φύγεις. Ήταν αυτή η κοπέλα, αυτό το παιδάκι στην κούνια ή αυτό το μωρό που δεν είχε γεννηθεί ακόμα; Τη ρώτησες.
«Θέλεις να μου δώσεις το μωρό σου μόλις γεννηθεί; Θα σου δώσω χρήματα. Δεν μπορώ να κάνω παιδιά…»
«Είναι τρελή!»
άρχισε να ουρλιάζει εκείνη. «Θέλει να μου πάρει το παιδί!»
Έφυγε τρέχοντας κι εσύ έμεινες εκεί, σα χαμένη, τυχερή που δεν ήταν άλλος κανένας κοντά για να ακούσει…

Πέρασαν τρεις μήνες. Δεν ξαναπήγες στην παιδική χαρά. Με το παιδί σου, το παιδί που είχατε καταφέρει να υιοθετήσετε με τον άντρα σου, έπαιζες στο σπίτι και σου αρκούσε.

Μέχρι το βράδυ που είδες στις ειδήσεις τη γειτονιά σου. Και έναν κάδο σκουπιδιών. Και ένα μωρό που βρέθηκε μέσα, πριν προλάβει καν να ζήσει…

Εκείνη τη νύχτα έκλαψες όσο δεν είχες κλάψει σε όλη σου τη ζωή. Αγκάλιασες το παιδάκι σου σφιχτά, κι εκείνο γαντζωνόταν επάνω σου. Έκλαιγες για εκείνο το μωρό που η άλλη δεν το ήθελε, κι εσύ… Εσύ θα έκανες τα πάντα για να το έχεις κοντά σου.

Υ.Γ. Ο γιος μου, 10 ετών παρά κάτι, ήρθε από το σχολείο και μου το είπε σήμερα. Του το είπε ένας συμμαθητής του. «Μαμά, πώς είναι δυνατόν; στον κάδο; όπως πετάμε τα σκουπίδια;…» Και μετά από λίγο… «Μαμά, εσύ δε με πέταξες, ε;»