Ήρθε η ώρα των διακοπών των παιδιών. Ναι. Των παιδιών με τον μπαμπά. Πρέπει να φτιάξω τα σακίδια. “Όχι πολλά πράγματα είπε η Κομαντατούρ (είναι η έξωθεν παρουσία και άνωθεν εξουσία που δίνει τις οδηγίες, όχι ο μπαμπάς. Αν πει ο μπαμπάς τι να πάρουν μαζί θα φύγουν με το καλάμι του ψαρέματος μόνο.). Δεν έχει χώρο το αμάξι.” Μάλιστα. Κομμάτια να γίνει. Άντε να ξεκινήσω να τελειώνω με μια ανάσα. Πλακώνομαι στα πλυντήρια και στο σιδέρωμα (ποτέ δεν το κατάλαβα γιατί το κάνω αυτό, αφού μόλις ανοίξει η τσάντα θα γίνουν όλα σαν να τα ξέχασα στη λεκάνη αμέσως μετά το πλυντήριο). Και αρχίζει το μέτρημα. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, τόσες μέρες τόσα ρούχα. Χμμ. Επί δύο! Γιατί επί δύο; Α, βέβαια. Γιατί εκτός του ότι όταν ταξιδεύουν τα υψηλά μικρά, πρέπει να μη λείπει τίποτα στη Χώρα Πίσω από τον Ήλιο που θα πάνε, επιπλέον η Κομαντατούρ δήλωσε ότι εκεί που θα πάνε δεν θα έχουν πλυντήριο για να πλύνουν. Στο χέρι! Στο χέριιιιι; Δεν γίνεται. Ταπεινή πληβεία, τι λες; Για ποια την πέρασες; Σκάσε και κολύμπα, μάνα, γιατί του δειλινού η καμπάνα θέλει να ξεκουραστεί. Θου, Κύριε, φυλακή το στόματί μου και θύρα χωροφυλακής περί τα χείλη μου. Είπαμε κομμάτια να γίνει. Θα αράξεις μετά. Μάνα, κουράγιο.

Στο κρίσιμο σημείο του 6+6=12 σετάκια πάνω κάτω για το καθένα, έρχεται η εντολή άνωθεν για δυο βρακιά ανά ημέρα έκαστο! Γιατί δώδεκα βρακιά; Κόψιμο θα τα πιάσει; Ιδρώνουν, λέει, να έχουν να αλλάζουν. Ούτε με 50 βαθμούς ζέστη στη μέση της Σαχάρα δεν χρειαστήκαμε δυο βρακιά τη μέρα. Μα θα είναι όλη μέρα με τα μαγιώ! Όοοοοχι! Θα πάνε και σε αρχαιολογικούς χώρους και σε εκδηλώσεις και σε μουσεία. Με το βρακί;;;; Που στο διάολο θα κάνουν διακοπές; Που θα τα πάει; Κάνει πακέτα διακοπών η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία; Που να βρω, μάνα μου δώδεκα βρακιά;;; Τους έβαλα και τα βαφτιστικά τους. Δεν θα τους κάνουν; Σκασίλα μου. Εγώ είμαι εκτελεστικό όργανο. Δώδεκα ζήτησε, δεν μου είπε μέγεθος. Δώδεκα έβαλα. Άλλη φορά πιο σαφείς οδηγίες παρακαλώ. Ωραία. Κλείνω. Πριτς.

Μπλινκ! Μήνυμα “Να τους βάλεις και δικά τους σαμπουάν και αντηλιακά. Δεν μπορούμε να τα κουβαλάμε εμείς από δω. Και στο καθένα ξεχωριστά, δεν θα τα ψάχνουμε εκείνη την ώρα. Τα αντηλιακά τους να είναι με ψιτ ψιτ επάνω.” “Μα χρησιμοποιούν τα ίδια.” “Οχι, χωριστά. Πρέπει να ξέρει το καθένα τα πράγματά του.” Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα. Κράτα καρδιά μου. Το ΄χεις. Κάνω brainstorming σε ό,τι οδηγία για up cycling έχω διαβάσει την τελευταία πενταετία, βουτάω το σαμπουάν και ψάχνω να βρω πως στο καλό θα το μοιράσω. Α, τι ωραία μπουκαλάκια για σαμπουάν! Το ένα θα έχει άσπρο καπάκι το άλλο γαλάζιο, μια χαρά θα ξεχωρίζουν. Αυτή η Hellmann’s… αχχχ… Εντάξει, τέλειωσε η κέτσαπ και η μαγιονέζα λίγο νωρίτερα. Παιδιά, τρώμε σαλάτα του σεφ σήμερα! Και μετά το αντηλιακό, που καλά να πάθω γιατί δεν ήθελα τη μία συν μία συσκευασία που μου έδινε ο φαρμακοποιός, ήθελα μια μεγάλη του κιλού. Που να βρω μπουκάλι με ψιτ ψιτ, το φελέκι μου! “Κυρία, τέλειουσε του AZAX γκια τα τζάμια.” Ε, όχι. Ε, μα, ναι. Το μισό μπήκε εκεί και το άλλο μισό έμεινε στο μπουκάλι του. “Μαμάαααα, θέλω εγώ αυτό με το ψεκαστήρι!!” Το κοιτάω με μάτι γυρισμένο. “Καλά, μαμά. Θα πάρω όποιο να ’ναι.” Έτσι! Κλείνω. Πριτς.

Ντριν! Δεν θα το σηκώσω. Ντριν! Επιμένει. Το σηκώνω (μια φωνή μέσα μου με λέει ζώον). “Έλα, να σου πω. Μην ξεχάσεις να τους βάλεις πετσετούλες.” “Πετσετούλες. Μάλιστα. Τι εννοείς;” “Εσύ τι κατάλαβες; Να σου πω, μη μου κάνεις τον Αλέκο. Τέλειωνε, θα τα πάρω το απόγευμα.” Γιαβόλ. Πετσέτες ε; Και τότε ένα σατανικό γέλιο ακούγεται από τα τρίσβαθα της ταλαίπωρης ψυχής μου. Κοιτάζω τα σακίδια. Σχεδόν γεμάτα (12 αλλαξιές ρούχα έκαστο και 12 βρακιά, ζακέτες για παν ενδεχόμενο και από τρία ζευγάρια παπούτσια για κάθε περίσταση -γιατί, πως, αν τους κάτσει καμιά δεξίωση να μην έχουν;) Πετσέτες. Τι είπαμε ότι είμαι; Εκτελεστικό όργανο. Είμαι και μια προνοητική μάνα όμως. Τι, να μην έχουν τα παιδιά πετσέτες; Και που ξέρω εγώ τι βάζουν στα ενοικιαζόμενα; Λοιπόν, από μια θαλάσσης μεγάλη για να καλύπτει καλά την ξαπλώστρα- που ξέρω εγώ ποιος έκατσε πριν από τους ποπούς των παιδιών μου και τι έκανε- και τις πιο μικρές για να σκουπιστούν. Από μία σώματος για μετά για να κάνουν μπάνιο. Από μία προσώπου και από μία για τα ποδαράκια. Μετρήσατε; Πέντε για το καθένα, να μη μπερδεύονται!! Η φωνή που γελάει έχει ξεπατωθεί στα γέλια.

Επιτέλους τέλειωσα. Μια χαρά είναι όλα μαζεμένα. Έβαλα κι από μια οδοντόβουρτσα, από μια οδοντόκρεμα, από μια βούρτσα για τα μαλλιά, 12 λαστιχάκια για την άναρχη κώμη της κόρης, από δυο καπελάκια μην τυχόν και χαθεί το ένα, από ένα τάμπλετ κι από ένα φορτιστή, από μια ομπρέλα μήπως βρέξει και τα παιχνίδια για τη θάλασσα και η λίστα δεν έχει τελειωμό. Ούτε και οι σακουλίτσες! Το καθένα τις δικές του για να μη μπερδεύονται. “Έλα. Να σου πω. Μου έτυχε μια δουλειά. Τα πράγματά τους είναι έτοιμα στο χωλ. Θα πάρεις τα παιδιά από τη μαμά μου. Καλά να περάσετε!” “Εντάξει. Είναι ξεχωρισμένα να μη τα μπερδεύουν, ε;” “Ναι! Φυσικά! Άντε γεια”

Φίλησα τα παιδιά. Έδωσα οδηγίες στη μαμά μου για την τελετή παράδοσης και ανέβηκα στην ταράτσα. Το καλύτερο σημείο για να βλέπεις το βλέμμα ανθρώπου που ζητάει έλεος!!!

Καλές διακοπές!!