Το πείραμα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τρομαγμένη μαζεύτηκε σε μία γωνία. Εδώ και πέντε λεπτά που είχε ανοίξει τα μάτια της, προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν. Κάποιος από δίπλα χτυπούσε με δύναμη το γυαλί και φώναζε για βοήθεια. Ξανάκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να θυμηθεί τι είχε συμβεί. Κενό όμως. Κενό και κρύο να παγώνει ακόμα και το τελευταίο κύτταρο πάνω στο γυμνό της σώμα. Ζαλισμένη έτριψε τα μάτια της που έτσουζαν και κοίταξε ακόμα μια φορά τριγύρω απελπισμένη.
Οι γυάλες έμοιαζαν πανομοιότυπες, τοποθετημένες με ακρίβεια σ’ έναν νοητό κύκλο. Χοντροί, γυάλινοι, διάφανοι “τοίχοι”, ένα περίεργο μεταλλικό πλέγμα στο πάτωμα που έμοιαζε με σχάρες ενωμένες και δύο χοντροί σκουριασμένοι σωλήνες στα πλαϊνά, ένας δεξιά και ένας αριστερά. Εφτά φωτισμένες γυάλες σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, με εφτά γυμνούς, άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους μέσα. Σαν εκθέματα σε μουσείο. Εφτά άνθρωποι που σαστισμένοι προσπαθούσαν ο καθένας, με τον δικό του τρόπο, να βρει δίοδο από τη στεγανή, ατομική και ιδιότυπη φυλακή του.
Μια κοπέλα στα αριστερά της έκλαιγε με λυγμούς, ένας άντρας στα δεξιά χτυπούσε με τα χέρια του το χοντρό γυαλί βρίζοντας ταυτόχρονα, απέναντι της ένα μικρότερο κορίτσι απλά κοιτούσε τους υπόλοιπους τρομοκρατημένο, ένας μεγαλύτερος κύριος απέναντι είχε πέσει στα γόνατα και προσευχόταν δυνατά, ενώ μια γυναίκα έβαζε το χέρι της μέσα στα ανοίγματα των σωλήνων ελπίζοντας να βρει κάτι. Θέλησε να τους φωνάξει πως ότι και αν έκαναν ήταν μάταιο, αλλά ο λαιμός της ακόμα την έκαιγε. Και τότε ακούστηκε ένα περίεργο βουητό που έκανε όλους τους να ακινητοποιηθούν.

-Κάτι γίνεται! Ο δεξιός σωλήνας δονείται! φώναξε δυνατά η γυναίκα που έψαχνε εκείνη την ώρα το άνοιγμα του. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση της, και νερό με πίεση άρχισε να τρέχει μέσα από τον σωλήνα. Το πάτωμα της γυάλας άρχισε να πλημμυρίζει. Το σφιχτό μεταλλικό πλέγμα δεν άφηνε το νερό να περάσει.
-Θα πνιγούμε σαν τα ποντίκια!!!! ούρλιαξε ένας άντρας και πανικόβλητος σηκώθηκε από το πάτωμα.
-Ποιος μας το κάνει αυτό; Γιατί; ρώτησε απελπισμένη η κοπέλα που πλέον το κλάμα της έμοιαζε με κραυγή.

Και όσο η στάθμη του νερού ανέβαινε αδυσώπητη, μια ησυχία άρχισε να επικρατεί. «Ο αγώνας επιβίωσης είναι αθόρυβος τελικά», σκέφτηκε όσο πάλευε να κρατήσει το κεφάλι της στην επιφάνεια. Τα άκρα της μουδιασμένα δεν τη βοηθούσαν. «Μην παλεύεις. Όσο παλεύεις, το νερό σε τραβάει μέσα. Άσε την άνωση να κάνει την περισσότερη δουλειά» θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα της, όταν την μάθαινε κολύμπι, και προσπάθησε να χαλαρώσει το σώμα της όσο περισσότερο μπορούσε. Το κεφάλι της ήταν πλέον κολλημένο στο επάνω μέρος της γυάλας. Σε λίγο το νερό θα κάλυπτε τα πάντα. Ακόμα και το τελευταίο δευτερόλεπτο είχε σημασία. Σήκωσε το κεφάλι της, πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα και μπήκε κάτω από το νερό. Η θολωμένη εικόνα που σχηματιζόταν στα μάτια της, πρόδιδε πως και οι υπόλοιποι βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση. Τουλάχιστον δεν θα πέθαινε μόνη. Απελπισμένοι όλοι κοιτούσαν ο ένας τον άλλο. Σαν να έλεγαν ένα τελευταίο αντίο. Το οξυγόνο μέσα στους πνεύμονες της άρχιζε να εξαντλείται. Μικρές φουσκίτσες αέρα, που έβγαιναν από τη μύτη της, πρόδιδαν πως σε λίγο θα ήταν αργά. Η καρδιά της σφυροκοπούσε σαν μανιασμένη. Έκλεισε τα μάτια της. Δεν είχε νόημα να κρατιέται άλλο, σκέφτηκε και μόλις το νερό άρχισε να μπαίνει από τη μύτη της, ενώ ο αέρας έβγαινε από το στόμα της, ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε και πάλι, και το νερό άρχισε να υποχωρεί απότομα. Μέσα από τις μεταλλικές σχάρες του πατώματος που είχαν ανοίξει, το νερό έφευγε και εκείνη βήχοντας και φτύνοντας, προσπαθούσε να αναπνεύσει κανονικά.

Μόλις ένιωσε να συνέρχεται, κοίταξε τριγύρω της. Όλοι έβηχαν. Όλοι εκτός από έναν. Το μικρότερο κορίτσι απέναντί της, νεκρό, αιωρούταν μέσα στην ακόμα γεμάτη γυάλα του, με τα μακριά ξανθά μαλλιά της να κυματίζουν. Μια κραυγή βγήκε από το στόμα της και όλοι γύρισαν και κοίταξαν προς την κατεύθυνση που κοιτούσε και εκείνη.
-Θα πεθάνουμε. Έναν, έναν θα μας σκοτώσει! ούρλιαξε η γυναίκα που νωρίτερα έψαχνε στους σωλήνες και ένας νέος θόρυβος ακούστηκε μέσα από τη γυάλα της. Τρομαγμένη κόλλησε στο γυαλί και τότε μέσα από τον αριστερό σωλήνα, βγήκε μια μικρή ποσότητα σκυλοτροφής.
-Από τον ένα σωλήνα βγαίνει η «ζωή» και από τον άλλο ο «θάνατος», είπε δυνατά εκείνη και λίγη σκυλοτροφή βγήκε και από τον δικό της σωλήνα.
-Μας επιβραβεύει κάθε φορά που λέμε κάτι σωστό, διαπίστωσε ο γεροδεμένος άντρας και λίγες κροκέτες κατρακύλησαν για να επιβεβαιώσουν τα λόγια του. Στα τέσσερα έπεσε και πεινασμένος, άρχισε να τις τρώει.
-Κάτι θέλει να μας πει. Για κάποιο λόγο μας έχει φέρει εδώ. Αλλά ποιος είναι αυτός; αναρωτήθηκε η κοπέλα που νωρίτερα έκλαιγε, ελπίζοντας λίγη τροφή να πέσει και από το δικό της σωλήνα. Πράγματι, λίγες κροκέτες έπεσαν και προσγειώθηκαν στις μεταλλικές σχάρες, που αφού στράγγισαν όλο το νερό, είχαν ενωθεί και πάλι σε μεταλλικό πλέγμα.
-Εγώ θα βγω από εδώ μέσα παλιομαλάκα και θα σε σκίσω! Αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα μετανιώσεις την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκες!!!! ούρλιαξε θυμωμένος ο άντρας που ήταν κοντά στη νεκρή κοπέλα.
-Παιδί μου, μην μιλάς έτσι. Όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο. Άγνωστες οι βουλές Εκείνου, είπε παρηγορητικά ο μεγαλύτερος άντρας, ενώ έκανε τον σταυρό του.
-Παπάς είσαι ρε γέρο; τον ρώτησε και λίγη σκυλοτροφή έπεσε και από τον δικό του σωλήνα.
-Κάντε λίγη ησυχία. Κάτι ακούγεται πάλι. Όχι ρε φίλε, όχι πάλι! Ανοίγει το νερό! ούρλιαξε απεγνωσμένη η γυναίκα που είχε καταλάβει και την πρώτη φορά τον σωλήνα να δονείται.

Πλέον όλοι ήξεραν τι να περιμένουν. Αυτή τη φορά απλά εύχονταν να μην ήταν οι ίδιοι ο επόμενος που η γυάλα του δεν θα άδειαζε. Στην τελευταία της ανάσα, ένιωσε παραδόξως λιγότερη απελπισία. Όχι από σιγουριά πως θα σωνόταν, αλλά από ματαιότητα πως αργά ή γρήγορα και εκείνη θα αιωρούταν νεκρή, σαν το κορίτσι απέναντι. Ίσως να ήταν καλύτερα να είναι εκείνη η επόμενη, σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια της ενώ άφηνε το νερό να εισέλθει από τις αναπνευστικές οδούς της.
Δεν ήταν όμως ακόμα η δική της σειρά. Νεκρός να αιωρείται μέσα στη γυάλα του, βρισκόταν πλέον ο καλοκάγαθος παπάς που είχε τα μάτια του ανοιχτά. Με ανοιχτά τα μάτια είχε πάει να βρει τον δημιουργό του.

-Που ήταν ο Θεός σου, όταν τον είχες ανάγκη; τον ρώτησε σαρκαστικά ο άντρας που νωρίτερα είχε τσακωθεί μαζί του, λες και θα απαντούσε.
-Σκάσε επιτέλους! Όλοι σας σκάστε και καθίστε να βρούμε τρόπο να βγούμε μέσα από αυτή την μαλακία που μπλέξαμε, τον μάλωσε ο γεροδεμένος άντρας δίπλα της, ενώ με τα χέρια του ψηλαφούσε τις άκρες από το γυάλινο κουτί του ψάχνοντας για κάποιο άνοιγμα.
-Ο πνιγμός είναι από τους χειρότερους θανάτους. Ο χρόνος που ο καθένας μας αντέχει κάτω από το νερό είναι ελάχιστα διαφορετικός, η κατάληξη όμως είναι ίδια. Ρινική κοιλότητα, φάρυγγας, λάρυγγας, τραχεία, βρόγχοι, βρογχιόλια, πνευμονικές κυψελίδες και τέλος. Αυτή είναι η διαδρομή που θα ακολουθήσει το νερό, είπε η κοπέλα δίπλα της, που απελπισμένη έμοιαζε σαν να μονολογεί.
-Γιατρός είσαι; ρώτησε η άλλη γυναίκα και λίγες κροκέτες έπεσαν στο πάτωμα δίπλα της. Αυτή τη φορά τις έφαγε μορφάζοντας με αηδία.
-Αναισθησιολόγος στο Γεννηματά. Και τι δεν θα έδινα, να μπορούσα να μου κάνω μια ολική αυτή τη στιγμή, για να μην νιώσω αυτό που θα έρθει, είπε και ξέσπασε και πάλι σε λυγμούς.
-Ωραία, το τσίρκο απαρτίζεται από πολλά είδη! διαπίστωσε ειρωνικά ο εκνευριστικός άντρας και λίγες κροκέτες έπεσαν και στο δικό του γυάλινο κλουβί.
-Να φας εσύ ρε ζώο τα σκατά αυτά!!!! φώναξε δυνατά καλύπτοντας τον ήχο του νερό που ορμητικό ερχόταν και πάλι.

Λεπτά αργότερα, βρεγμένη για ακόμα μια φορά, εξαντλημένη, πάλευε να ανακτήσει και πάλι την αναπνοή της, λες και είχε κάποιο νόημα. Το γυμνό σώμα της γιατρού στη διπλανή γυάλα αιωρούταν με χάρη, λυτρωμένο από την αναμονή του θανάτου. Μια ζήλια ένιωσε να την πλημμυρίζει. Μια ζήλια για τα τρία άτομα που είχαν ήδη πεθάνει και είχαν ξεμπερδέψει.
-Πάει και η γιατρέσσα. Άραγε ποιος έχει σειρά μετά; Τελείωνε ρε πούστη! Τελείωνε γιατί αν κάνεις το λάθος και με αφήσεις ζωντανό…
-Τα τελευταία μου λεπτά στον κόσμο μόνο την όρεξη σου δεν έχω φίλος. Βγάλε επιτέλους τον σκασμό! Και μετά λένε πως εμείς οι πουτάνες κάνουμε φασαρία, είπε θυμωμένη η γυναίκα, που από την αρχή έμοιαζε η πιο ψύχραιμη εκεί μέσα. Ο ογκώδης άντρας άρχισε και πάλι να χτυπάει με δύναμη τους τοίχους. Με τόση δύναμη μάλιστα που τα χέρια του άρχισαν να ματώνουν.
-Ψιτ, Γολιάθ; Τσάμπα χτυπιέσαι! Δεν θα βγει κανένας μας ζωντανός, του φώναξε ο άλλος, που παραδομένος στη μοίρα του, πλέον καθόταν σε μια γωνία στο πάτωμα.
-Δεν έπεσε τροφή… Δεν έπεσε τροφή! Κάποιος θα επιβιώσει! είπε εκείνη και γύρισαν και την κοίταξαν.
-Πρέπει να σκεφτώ τι σκατά κοινό έχουμε. Δεν μας μάζεψε τυχαία, αυτό το ξέρουμε ήδη. Απλή επαγωγική που λέγαμε και στη νομική. Έχουμε μέχρι στιγμής ένα γκομενάκι που δεν ξέρουμε τίποτα γι αυτό, έναν τραγόπαπα, μια ψωνάρα γιατρό, μια πουτάνα, ένα κουφιοκέφαλο με μύες και μια έξυπνη που κάνει σωστές διαπιστώσεις. Εσύ τι δουλειά κάνεις; τη ρώτησε από απέναντι και λίγη τροφή κατηφόρισε μέσα από τον σωλήνα και πάλι.
-Συγγραφέας είμαι, απάντησε εκείνη αδιάφορα, ενώ προσπαθούσε απεγνωσμένα και η ίδια να λύσει το γρίφο της συνοχής μέσα στο κεφάλι της σιωπηλά. Ο δικηγόρος απέναντι είχε δίκιο. Κάπου υπήρχε μια επαγωγική διαδικασία, αλλά της ήταν αδύνατο να τη ξεκαθαρίσει. Και ο Γολιάθ δίπλα έκανε τόση φασαρία κοπανώντας ξανά και ξανά το γυαλί, που δεν μπορούσε να ακούσει ούτε και τις σκέψεις της.
-Σταμάτα καλέ μου να κοπανάς, τον παρακάλεσε η πόρνη που πιπιλούσε μια βρεγμένη κροκέτα που είχε σκαλώσει στην σχάρα.
-Πόση ώρα είμαστε εδώ μέσα; Πόσες μέρες; Πως μας έφερε; Πως μας έκλεισε; Για να μας έβαλε μέσα, υπάρχει και έξοδος! διαμαρτυρήθηκε εκείνος τη στιγμή που το νερό άρχισε και πάλι να βγαίνει.
Αυτή τη φορά, ήταν η σειρά του εκνευριστικού δικηγόρου. Ακόμα και νεκρός, θυμωμένος έμοιαζε. Λες και πριν πεθάνει έκανε κωλοδάχτυλο στον θάνατο.
-Πίστη, ελπίδα, δικαιοσύνη, είπε βήχοντας και μια λίγο μεγαλύτερη ποσότητα τροφής βγήκε από τον σωλήνα της. «Πλησιάζω», σκέφτηκε και έφαγε λίγο από την τροφή με δυσφορία. Χρειαζόταν δυνάμεις.
-Ελευθέρωσε μας και εμείς θα κάνουμε τα στραβά μάτια. Εγώ θα φροντίσω να μην σε κυνηγήσουν, παρακάλεσε καταβεβλημένος ο μυώδης άντρας. Απάντηση όμως δεν πήρε.
Μπάτσος είσαι ρε φίλε; Φυσικά και είσαι. Μια ζωή με μπάτσους στο κατόπι, στον άλλο κόσμο θα με άφηναν ήσυχη; είπε η άλλη γυναίκα και ξέσπασε σ’ ένα νευρικό γέλιο που αντήχησε μέσα στο δωμάτιο ανατριχιαστικά, ενώ και άλλες κροκέτες βγήκαν από τον σωλήνα της.
-Μην ξοδεύεσαι. Μπορώ να πεθάνω και με άδειο στομάχι, φώναξε προς το ταβάνι και κλώτσησε με δύναμη τις κροκέτες.
-Πίστη, ελπίδα, δικαιοσύνη, ασφάλεια… Άλλα τρία μου λείπουν. Άλλα τρία, διαπίστωσε και το νερό άρχισε και πάλι να ανεβαίνει απειλητικά. «Λίγο χρόνο, δώσε μου λίγο χρόνο» ψέλλισε πριν το νερό καλύψει το κεφάλι της ακόμα μια φορά. Πόσο άδικο να πεθάνει τώρα, που ήταν τόσο κοντά. Ας καταλάβαινε τουλάχιστον το “γιατί” πριν ξεψυχήσει, ευχήθηκε και αφέθηκε στον υγρό της τάφο. Δεν είχε έρθει όμως ούτε και αυτή τη φορά η ώρα της. Οι δύο γυναίκες βήχοντας δυνατά κοιτάχτηκαν.
-Οι δυο μας μείναμε καλή μου, είπε η πόρνη και εκείνη προσπάθησε να της χαμογελάσει.
-Ποια αξία θα έλεγες πως συμβολίζεις; τη ρώτησε ξέπνοα.
-Την καμία αξία. Έχεις δει πολλές πόρνες με αξίες; Είμαστε ελευθέρων ηθών και αξιών εμείς μανίτσα μου. Μην το ψάχνεις. Δεν έχει λογική. Και ακόμα και αν είχε, ξεχνάς τη μικρούλα απέναντι. Πόσο είναι; Είκοσι; Είκοσι πέντε; Μόνο αυτό ξέρουμε για εκείνη. Δεν προλάβαμε καν να μάθουμε το όνομα της. Λες και μάθαμε τα ονόματα των άλλων. Ρόζα με λένε εμένα. Εσένα;
-Ιωάννα, χάρηκα.
-Και που χάρηκες… Θα τα πούμε στον άλλο κόσμο κούκλα, είπε και το νερό άρχισε και πάλι να ανεβαίνει, ενώ η Ρόζα χόρευε με χάρη λικνίζοντας το σώμα της, μέσα στον μικρό χώρο.
«Ελευθερία», ούρλιαξε τη στιγμή που το νερό άρχιζε να καλύπτει και πάλι τα πάντα. Κρατώντας με επιμονή το κεφάλι της πάνω από την επιφάνεια του νερού άρχισε να φωνάζει με όλη της τη δύναμη.
-Πρώτη έφυγε η αθωότητα. Χωρίς αθωότητα, πώς να υπάρξει πίστη; Έφυγε έτσι και αυτή ξωπίσω της. Τρομαγμένη η ελπίδα, μόλις έμεινε χωρίς αθωότητα και πίστη τις ακολούθησε. Και ύστερα η δικαιοσύνη λύγισε, έσπασε, έγινε κομμάτια, τραβώντας μαζί της στη συνέχεια και την ασφάλεια. Και όταν χάθηκαν όλα αυτά. Μόνο ένα πράγμα απέμεινε να σβήσει! Η ελευθερία!!!! ούρλιαξε τη στιγμή που το νερό έκλεινε και πάλι το στόμα της.

Με ένα γδούπο βρέθηκε στο πάτωμα. Το νερό λες και είχε εξαφανιστεί απότομα. Σπασμένα γυαλιά τριγύρω τρυπούσαν το γυμνό κορμί της, που αιμορραγούσε και πονούσε. Η γυάλινη φυλακή της είχε σπάσει. Μουδιασμένη σηκώθηκε και περπάτησε ανάμεσα στις άλλες γυάλες που ανθρώπινα γυμνά σώματα αιωρούνταν παραδομένα στον αιώνιο ύπνο. Με το κομμένο χέρι της χάιδεψε μια, μια τις γυάλες. Και ύστερα είδε από κάπου να μπαίνει φως. Μια μεγάλη αχτίδα φωτός που την τραβούσε λες και ήταν έντομο. Που την τύφλωνε και την καλούσε ταυτόχρονα. Παραδομένη έτσι, άρχισε να περπατάει προς αυτή.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook