Το Πιπεράκι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πειραιάς – 1950

Ήταν μικρούτσικο με κόκκινα μαλλιά και φακιδούλες. Περίπου στα 5 του χρόνια. Έτρεχε σαν σιφουνάκι, όταν το φώναζε η μαμά του για το μεσημεριανό φαι κι έκανε πως δεν άκουγε όταν έπαιρναν χαμπάρι τις ζημιές του. Αθώες ζημιές ενός 5χρονου αγοριού. Ήξερε να μετρά μέχρι το εκατόν – δέκα – ένα κι συνεχίζοντας το εκατόν- δέκα – δυο, όσο κι αν του έλεγε η μεγάλη του αδερφή, η Θωμαή, ότι τα λέει λάθος. Κι αυτό, πείσμωνε:

– Δικοί μου είναι οι αριθμοί κι όπως θέλω ΕΓΩ θα τους λέω!

Στράβωνε το μουτράκι του και σταύρωνε τα μικρά του χέρια, θιγμένο. Η μάνα, δεν το διόρθωνε, ποτέ. Έμπαινε κρυφά στην κουζίνα της, το Πιπεριώ και σκάλιζε τα συρτάρια της, κάνοντας τα άνω κάτω, αραδιάζοντας κατσαρολικά και κουτάλες, στο φθαρμένο δάπεδο της κουζίνας, τα απογεύματα που θα έβρεχε έξω και αμπάρωναν την πόρτα, πριν προλάβει να βγει στη μικρή αυλίτσα. Αλώνιζε σ’ εκείνη την αυλίτσα κι έπιανε έντομα σκαλίζοντας το χώμα, για να τα περιεργαστεί και να τα βασανίσει.

Η μεγάλη αδερφή τον έπαιρνε, τα γλυκά βράδια, στη ζεστή της αγκαλιά και του έδειχνε εικόνες από την ελληνική μυθολογία, καθώς του εξιστορούσε τους άθλους και τα πάθη των θεών. Κι αυτό κούρνιαζε κι άκουγε νυσταγμένο την αδελφούλα του να μιλά, πριν το χαϊδέψει γλυκά στα πυρόξανθα σκληρά μαλλιά του κι ύπνος, τότε, το λύγιζε σαν κλαδάκι, απαλά, πάνω στο μυρωδάτο της στέρνο.

Το Πιπεράκι ήταν η ελπίδα των δυο γυναικών. Η αγάπη και το βάλσαμό τους. Ξέχναγαν τις στεναχώριες, τη σκληρή δουλειά και τις αδικίες του παρελθόντος. Η αδελφή, κάθε βράδυ που τον τοποθετούσε απαλά στο μικρό μαξιλάρι του, προσευχόταν στη μάνα Παναγιά να τον κρατά γερά στην αγκαλιά της.

Πέταγε η σκέψη της, πριν πλαγιάσει πλάι στο αγοράκι. Γύριζε στο παρελθόν της, τότε που την κράταγε αγκαλιά, εκείνος ο έρωτας, ο εξαφανισμένος πια απ’ τη ζωή της, άντρας. Τις ημέρες τις παλιές θυμόταν, τότε που της έταζε αγάπη, οικογένεια και ασφάλεια. Κι έκλαιγε με παράπονο. Να ναι καλά, όμως, όπου κι αν αρμενίζει, έλεγε… Αυτός, που την έμαθε για το σμίξιμο των κορμιών, όταν παρέδιδε την ψυχή και το σώμα της, στα χέρια του, κάθε φορά που τη φώναζε πλάι του. Κάθε που, έλιωνε στα φιλιά του και αναστέναζε η καρδιά της, από τον έρωτά τους. Κάθε φορά, που άπλωνε την ύπαρξή της, στα χέρια του. Ας είναι καλά, όπου και να’ ναι… Πως να τον ξεχάσει. Της έδωσε ό,τι πολυτιμότερο. Ένα παιδί. Ένα όμορφο, γερό, πυρόξανθο παιδί.

Φώτιζαν οι ακτίνες του ήλιου, το μονό κρεβάτι της Θωμαής και το Πιπεράκι άνοιγε τα ζωηρά του μάτια κι ο νους του ήταν στη σκανταλιά.

Έμπαινε κάτω από τα σκεπάσματά τους και όλο νάζι, ζήταγε φιλιά και χάδια από τη γνώριμη μεγάλη του αδελφή. Κι εκείνη δεν βαρυγκωμούσε, παρά τον κράταγε σφιχτά κάτω απ τις μάλλινες παλιές κουβέρτες κι έπαιζε με το πονηρό του μουτράκι, ανακατεύοντας τις ατίθασες κόκκινες τούφες του.

Αγάπη. Αλήθεια και ζωή.

Το φως της κάθε ημέρας, έδιωχνε μακριά τον πόνο της απόρριψης και τη μοναξιά που ένιωσε, πριν μια πενταετία, όταν ο κοκκινομάλλης ναυτικός της, εξαφανίστηκε ένα απόγευμα από τη γειτονιά τους. Της είχε δώσει το λόγο του, πως θα την έκανε γυναίκα του, ένα από τα βράδια που την είχε γυμνή στην αγκαλιά του. Όμως, δείλιασε κι άφησε πίσω του μόνο ντροπή. Έμειναν πίσω του, τα κουτσομπολιά ενός άδικου ντουνιά, μα κι ένα πλάσμα που θα ερχόταν στον κόσμο μπάσταρδο και στιγματισμένο.

Η Θωμαή έκλαψε και χτυπήθηκε για εβδομάδες, ώσπου ένιωσε το σκίρτημα στα σπλάχνα της και η μάνα της, σα να’ ξερε από πριν τα γεγονότα.

Η μάνα, ήταν μόνη, χωρίς άντρα από νωρίς. Τον έχασε τον κύρη της από φτώχια και ανέχεια. Ταλαιπωρήθηκε πολύ εκείνος κι έσβησε στο τέλος, από μια πληγή που θανατηφόρα μολύνθηκε, όταν η Θωμαή ήταν λεχούδι. Δεν τον πρόλαβαν. Δύσκολα εκείνα τα χρόνια, για φάρμακα και αντιβιώσεις.

Η μάνα τα έφερνε όπως – όπως βόλτα, μέχρι να παντρέψει την κόρη και να πάρει κι αυτή το δρόμο της. Μα, όταν οι άνθρωποι μελετούν το μέλλον, έρχεται το παρόν και τα αλλάζει όλα. Και οι ψυχές, δίνουν μάχη να μην αμαρτήσουν όταν έρχεται το άδικο.

Η μάνα, δε τη μάλωσε ποτέ. Δεν άντεχε η καρδιά της άλλη απώλεια. Στάθηκε βράχος δίπλα στη Θωμαή της, τα βράδια που ο πυρετός, παραλίγο να την πέθαινε. Αδύνατη η ζωή τους, μα η αγάπη τους ποτάμι καθαρό που τα ξεπλένει όλα και τα προσπερνά.

Το Πιπεριώ τους, όταν γεννήθηκε, ήταν η καρδιά τους ενωμένη κι ας μην είχαν προστάτη αρσενικό στο σπίτι να μεριμνά. Βρήκαν δύναμη ατσάλινη. Σημασία δεν έδιναν στα κουτσομπολιά του πρώτου καιρού. Το κεφάλι ψηλά και λίγα λόγια με τον περίγυρο. Σκληρή η ζωή, εκείνα χρόνια στους μαχαλάδες των απλοϊκών ανθρώπων, που με τον καιρό, θα ξέχναγαν το νόθο αγοράκι. Έτσι πίστευαν η μάνα και η Θωμαή. Κ’ ύστερα, καλού κακού πριν τον γράψουν στο δημοτικό, βρήκαν μικρό σπίτι πιο μακριά, μη τύχει και το σφυρίξει κανένας “καλοθελητής” στο Πιπεράκι και του ματώσει την παιδική του καρδιά.

Μεγάλωσε το αγόρι, μέσα στην ασφάλεια και την αγάπη των δυο γυναικών κι έγινε άνθρωπος που κατάφερε να γίνει γνωστός στην κοινωνία για το ήθος και τις αγαθοεργίες του. Η αγάπη και το αμαρτωλό πάθος, χωρίς στεφάνι, που ένιωσε η Θωμαή για κείνο το δειλό παλικάρι, ήταν η αρχή μιας αθώας ζωής. Το ζωηρό το Πιπεράκι, ένα αγόρι που έγινε δυνατό και προστατευμένο από την κακία του κόσμου.

Στα πεντηκοστά του γενέθλια, βρήκε τα γράμματα της Θωμαής, χωρίς παραλήπτη, στοιβαγμένα σε κάποιο πεταμένο κουτί στο χαμόσπιτο πριν το κατεδαφίσουν κι εκεί διάβασε την αλήθεια, πως μάνα του ήταν η αδερφή του. Έκλαψε, πόσο έκλαψε κρατώντας τα σκονισμένα της γραπτά. Ήταν, όμως, τόσο αργά που δεν μπορούσε πια να τη φωνάξει κοντά του, καθώς έσβησε κι εκείνη ένα μεσημέρι, μόνη της. Δεν πρόλαβε το Πιπεριώ να κλάψει στα γόνατά της και έστω, για τελευταία φορά, να την αφήσει να του χαϊδέψει τα, όχι πια, πυρόξανθα ξεθωριασμένα μαλλιά του.

 

Αναστασία Καλοβέρου

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook