Ο Μανώλης έσφιξε τη ζώνη του και βόλεψε την κοιλιά του πάνω από το στενό τζην, κουμπώνοντας το καρό πουκάμισο του, αφήνοντας 2-3 κουμπιά ανοιχτά. Το στήθος του δασύτριχο και ο χρυσός σταυρός με τη χοντρή καδένα συμπλήρωναν την εικόνα του που τον ικανοποιούσε απόλυτα. Ήταν παλιομοδίτης, το ήξερε και το γούσταρε. Παλιάς κοπής άντρας, όπως έλεγαν. Όχι κάνας λελές, σα τα πουστράκια που κυκλοφορούν παντού. Άντρας ρε! Το γυαλιστερό μαλλί δεν ήταν φρεσκολουσμένο, αλλά το προτιμούσε έτσι, έστρωνε καλύτερα. Έβαλε μια οδοντογλυφίδα στο στόμα, αξεσουάρ απαραίτητο για να σκαλίζει τα δόντια του και κλείνοντας την πόρτα πίσω του φώναξε στη Ρούλα “γυναίκα, έφυγα! Θ’ αργήσω!”. “Στο καλό” απάντησε εκείνη χωρίς να ρωτήσει που πάει. Λίγο που δεν ήθελε εκείνος να του κάνει έλεγχο, λίγο που δεν την ένοιαζε κιόλας, λίγο που έβλεπε και το Τούρκικο στην τηλεόραση και ανυπομονούσε να φύγει επιτέλους ο άντρας της για να χαϊδευτεί στον καναπέ με την ησυχία της, με την εικόνα του Μουράτ.

Ο Μανώλης παρκάρισε το Scania έξω από τη μάντρα. Με βαρύ βήμα και σηκώνοντας σκόνη με τις μυτερές καουμπόικες μπότες του έσυρε τη σιδερένια πόρτα και μπήκε στον περιφραγμένο χώρο με τα μεταχειρισμένα ανταλλακτικά για νταλίκες. Παντού στοιβαγμένα διαφορικά, κινητήρες, άξονες, λάστιχα. Άνθρωπος πουθενά. Περιφέρθηκε στο χώρο, στρίβοντας την οδοντογλυφίδα στο στόμα, περιστασιακά ξεθάβοντας κομματάκια κρέατος, υπολήμματα προηγούμενων γευμάτων. Κάνα 10λεπτο χάζευε σιδερικά, μέχρι που άκουσε μια φωνή:
“Τι μπορώ να κάνω για σένα, φίλος;”
Δεν ήταν μικρόσωμος ο Μανώλης, πλατύς στο φάρδος, μακρύς στο ύψος – μα τούτος εδώ ο γορίλας του έριχνε στ’αυτιά σε διαστάσεις.
“Ένα σασί ψάχνω” απάντησε κοφτά
Ο άντρας του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει και χάθηκε πίσω από αμαξώματα και μηχανές από νταλίκες.

Ακολούθησε ο Μανώλης. Είχε πάει συστημένος εκεί, τον είχε στείλει ο Σταύρος με το φορτηγό ψυγείο, ο φίλος του. Που του πήδαγε και τη γυναίκα ντε, ο Μανώλης. Καλό παλικάρι αλλά λειψό στο μυαλό, ο Μανώλης είχε χωθεί στη γυναίκα του τη Χαρούλα και την “τάιζε” καλά όποτε ο Σταύρος έλειπε δρομολόγιο. Καλή τρύπα η Χαρούλα σκεφτόταν γι’αυτήν ο Μανώλης, βγάζανε άγρια γούστα.

Όταν είπε στον φίλο του για τη ζημιά στη νταλίκα, του είπε ο Σταύρος “Εκει να πας που θα σου πω, φιλαράκια ωραία, ξηγημένα στη μάντρα… Εκεί να πας για σασί και πες σ’ έστειλα εγώ. Να σε περιποιηθούν”.

Πίσω από τη μάντρα υπήρχε μια παλιά αποθήκη. Ένα άθλιο προκάτ, κρυμμένο, χαμένο μέσα σε σαράβαλα και σωρούς σιδερένιων σκουπιδιών. Ο γοριλάνθρωπος περίμενε το Μανώλη στην ετοιμόρροπη πόρτα. Ο Μανώλης σήκωσε το παντελόνι, φούσκωσε το στήθος και μπήκε.
“Από το Σταύρο έρχομαι” είπε
“Ξέρω ξέρω…” είπε ο γορίλας και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

– – – –

Ο Μανώλης μπήκε σπίτι του 3 ώρες αργότερα. Δε μίλησε καθόλου, η Ρούλα άνοιξε τα μάτια της, την είχε πάρει ο ύπνος με το χέρι ανάμεσα στα σκέλια της, ονειρευόταν τον Μουράτ. Μα ο Μανώλης δεν της έδωσε καμία σημασία. Προχωρούσε περίεργα, “θα τον πονάνε πάλι οι αιμορροΐδες του” σκέφτηκε η γυναίκα και ξαναβυθίστηκε στη σιέστα της.

Μπήκε στο μπάνιο και έκλεισε με θόρυβο τη πόρτα πίσω του. Έκατσε στη λεκάνη, έτσουζε. “ΘΑ ΤΟΝ ΣΚΟΤΏΣΩ ΤΟ ΜΠΟΥΣΤΗ” ήταν η μοναδική σκέψη που κυριαρχούσε στο μυαλό του.
– – – –

9 μέρες αργότερα εμφανίστηκε ξανά στη μάντρα. Αυτή τη φορά ήταν προετοιμασμένος. Είχε σιδερογροθιά περασμένη στο χέρι που έκρυβε στην τσέπη. Έσπρωξε την πόρτα της μάντρας και με μάτια που έλαμπαν από μίσος, φώναξε “ΗΡΘΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΣΙ” Προχώρησε καρφί προς την αποθήκη. Δεν χτύπησε καν, άνοιξε κατ’ ευθείαν την πόρτα. Μόνο που μέσα δεν ήταν μόνος του ο γοριλάνθρωπος. Άλλος ένας τεράστιος τύπος σηκώθηκε. Οι δύο άντρες χαμογέλασαν βρόμικα και έκλεισαν ο ένας το μάτι στον άλλο. “Καλώς το Μανώλη”

– – – –

9 μέρες έκανε πάλι να συνέλθει ο Μανώλης. Αυτή τη φορά ήταν εξαγριωμένος. Πέρασε και πάλι την πόρτα της μάντρας. Αυτή τη φορά είχε στη μία τσέπη σιδερογροθιά και στην άλλη έναν σουγιά, “ΗΡΘΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΣΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ” ούρλιαξε και έτρεξε στην αποθήκη. Μπήκε μέσα και γούρλωσε τα μάτια. Αυτή τη φορά βρήκε 3 γορίλες, ιδρωμένους, νταβραντισμένους να τον περιμένουν. Ανασηκώθηκαν και την ώρα που κατέβαζαν τα παντελόνια τους ο ένας του ψιθύρισε λάγνα στο αυτί:
– Έλα Μανώλη, πες την αλήθεια. Δεν έρχεσαι εδώ για το σασί, έτσι δεν είναι;