To “Σχήμα”

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Ἀλλ᾿ ὡς τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ Μήτηρ, φιλανθρώπως σπλαγχνίσθητι ἐπ᾿ ἐμοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ καὶ ἀσώτῳ… » Σταμάτησε για μια στιγμή την προσευχή της η δεσποινίς Αποστολία. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει στο υπνοδωμάτιό της, έδινε μια σχεδόν υπερκόσμια αίσθηση. Μια γεύση παραδείσιας ηρεμίας, ανακατεμένη με το απαλό τρεμοπαίξιμο της μικρής φλόγας του κεριού και του εκλεπτυσμένου αρώματος του λιβανιού. Το άρωμά του στροβιλιζόταν απαλά παιχνιδίζοντας με τη θέρμη της ασθενικής φλόγας και χανόταν σκορπώντας επιβλητικότητα στο ημίφως του δωματίου.

Η δεσποινίς Αποστολία αφουγκράστηκε για δεύτερη φορά, χαμηλώνοντας το προσευχητάρι που κρατούσε στα χέρια της, ενώ το κομποσκοίνι της συνέχισε να περνά από τα δάχτυλά της μη σταματώντας τη συνήθεια της νοερής προσευχής. «Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» είπε με σιγανή, τρεμάμενη φωνή, σχεδόν από συνήθεια και έσφιξε τα δάχτυλά της. Αισθάνθηκε ένα είδος ρίγης που την έκανε να τυλίξει τη ζακέτα της περισσότερο πάνω της. Γύρισε πάλι εκείνος, ο «άσωτος», το μαύρο πρόβατο, ο αδερφός της.

Πού είσαι μωρή Λία; Ακούστηκε η βαριά και βραχνή, σχεδόν ξεδιάντροπη φωνή του.

– Εδώ είμαι, απάντησε ανοίγοντας με ηρεμία την πόρτα του δωματίου της και αντικρίζοντάς τον με το ήρεμο βλέμμα της. Είχε συνηθίσει τις ξαφνικές, αδιάκριτες εισβολές του. Παλαιότερα της τάραζαν τη γαλήνη και την ηρεμία, μα τώρα τα έχει βρει μέσα της με το Θεό και δεν είχε να φοβηθεί τίποτα. Τον κοίταξε κατάματα, σταθερά και επιτιμητικά.

– Πάλι έπινες; Κάτσε. Έλα εδώ, θα σου φτιάξω έναν καφέ.

Τον έπιασε από το μπράτσο για να τον βοηθήσει να βολευτεί στο μικρό τραπέζι της κουζίνας. Μια ξαφνική του κίνηση την έκανε να παραπατήσει και χάνοντας την ισορροπία της να σκοντάψει πάνω σε μια καρέκλα για να καταλήξει σαν κουβάρι στο πάτωμα. «Φύγε!» της φώναξε θυμωμένα. «Φύγε! Δε θέλω ούτε εσένα, ούτε το Θεό σου!! Κρατηθείτε όλοι σας μακριά μου! ΦΥΓΕ!!» Δε μίλησε η Αποστολία. Χαμήλωσε το βλέμμα της και αμίλητη βγήκε από την κουζίνα. Κλείστηκε και πάλι στο δωμάτιό της με τα μάτια της δακρυσμένα προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της.

Πώς είχε γίνει έτσι αυτό το παιδί; Γιατί; Ένας άνθρωπος τόσο ήρεμος, τόσο αγαπητός και γαλήνιος, πώς είχε μετατραπεί σε αγρίμι; Ποιος δαίμονας του έτρωγε τα σωθικά; Η μία σκέψη διαδεχόταν την άλλη και η Αποστολία δε μπορούσε πλέον να σταματήσει τον χείμαρρο των δακρίων της. Από τα μάτια της έπεφταν κόμποι τα δάκρια βρέχοντας το πρόσωπό της και μουσκεύοντας τη ζακέτα και το πουκάμισό της. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει.

Ο κατά τρία έτη μικρότερος αδερφός της, βρισκόταν πλέον στα δεκαεπτά του χρόνια ενώ εκείνη στα είκοσι. Ήταν ένα παιδί έξυπνο, άριστος μαθητής και πολλά υποσχόμενος νέος. Το αγαπημένο παιδί των δασκάλων και των καθηγητών του σε όλη τη μαθητική του πορεία. Ήταν το καμάρι των γονιών και το δικό της. Μέχρι μια μέρα κάπου κοντά στα 15α γενέθλιά του. Μια φαινομενικά απλή, καθημερινή μέρα που γύρισε και κλείστηκε στο δωμάτιό του αμίλητος. Της φάνηκε πως έκλαιγε. Προσπάθησε να τον πλησιάσει μα δεν της άνοιξε, αλλά κι εκείνη δεν επέμεινε, αφήνοντάς του χώρο «για να ηρεμίσει η ψυχή του και να καταλαγιάσει» όπως την είχε συμβουλεύσει ο πνευματικός της πατέρας να κάνει, όταν οι άνθρωποι ήταν αναστατωμένοι. Τρεις μέρες ήταν έτσι απομονωμένος. Έβγαινε πότε – πότε από το δωμάτιό του, με τα μάτια κόκκινα και πρησμένα, σκυθρωπός και αμίλητος. Κουβέντα δεν του έπαιρνε κανείς. Οι γονείς τον έβλεπαν, του μιλούσαν, προσπαθούσαν να μάθουν, μα δεν άνοιγε την καρδιά του σε κανένα. Στο τέλος παραιτήθηκαν με πίκρα προσπαθώντας να του δώσουν χώρο και χρόνο για να επεξεργαστεί ότι τον αναστάτωνε. Τότε ήταν που η Αποστολία, σε μια προσπάθεια να του δώσει μια διέξοδο, του είπε να μιλήσει με τον πνευματικό τους πατέρα, που τους γνώριζε από την πρώτη μέρα της ζωής τους. Η έκρηξή του θα της μείνει αξέχαστη. «Φύγε, σατανά! ΦΥΓΕ από μπροστά μου!!» Ωρυόταν, εκσφενδόνιζε αντικείμενα προς πάσα κατεύθυνση, κοίταγε με μάτια που έκαιγαν σαν χαμένος σε μια κόλαση. Δεν είχε επαφή με τον κόσμο γύρω του εκείνη τη στιγμή. Είχε τρομάξει πολύ η Αποστολία εκείνη τη μέρα. Οι γονείς τους έλειπαν και όλη αυτή την κρίση θυμού την πέρασε μόνη της. Έκτοτε, όταν έβλεπε κάποιον να κάνει προσευχή μέσα στο σπίτι ή αν μύριζε λιβάνι γινόταν έξαλλος. Με τον καιρό μπήκε στο χορό και το ποτό. Ένα σαράκι που δεν είχε τελειωμό.

Πολλές φορές είχε προσευχηθεί η Αποστολία για τον αδερφό της. Μέσα στις έγνοιες της και τις δεήσεις της για το καλό της οικογένειάς της και για μια καλή «τύχη» για τον εαυτό της, είχε προστεθεί τα τελευταία δύο χρόνια και η βελτίωση του αδερφού της. Αποκαμωμένη, την πήρε ο ύπνος γονατιστή, πλάι στην εικόνα της Παναγίας με το κεφάλι μέσα στις παλάμες της ακουμπώντας στο πλάι του κρεβατιού. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό.

Την άλλη μέρα ντύθηκε αποφασιστικά. Έβαλε το καλό της ριγέ πουκάμισο, την πλισέ φούστα της, φόρεσε τα καλογυαλισμένα της σκαρπίνια και αποφάσισε να πάει να προσευχηθεί στο Ναό και να μιλήσει με τον πνευματικό της. Ο πνευματικός της αποτελούσε ένα κεντρικό πρόσωπο στη ζωή της. Ήταν ο πατέρας, ο οδηγός, ο μέντορας, ο φύλακας άγγελός της. Εκείνος της μάθαινε να προσεύχεται, να είναι ταπεινή, να υπομένει, να αγαπά, να σκύβει το κεφάλι όταν μιλούν οι μεγαλύτεροι. Τη συμβούλευε στοργικά για το πώς να γίνει μια άξια χριστιανή και να παραμείνει μια αγνή κοπέλα μέχρι να βρεθεί «ο κατάλληλος σύντροφος με τον οποίο θα διάγουν ένα βίο εντός του θελήματος του Θεού». Οι συζητήσεις τους ήταν συχνές και ενδελεχείς. Κάθε φορά του άνοιγε την καρδιά της όλο και περισσότερο. «Έπρεπε» να είναι απόλυτα ανοιχτή στην εξομολόγηση, να επικοινωνεί την σκέψη της με το Θεό χωρίς να μένει ίχνος κρυφού λογισμού.

Πράγματι η Αποστολία προσπαθούσε να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του πνευματικού της. «Ο δρόμος της αρετής είναι δύσκολος», της έλεγε, όμως εκείνη προσπαθούσε. Είχε βρει έναν φωτισμένο οδηγό και ήταν αποφασισμένη να αφεθεί να πλάσει την ψυχή της για να είναι έτοιμη για τη Βασιλεία των Ουρανών. Κάθε φορά που άνοιγαν ένα πνευματικό θέμα συζήτησης, αισθανόταν «ανάταση της ψυχής». Άρχισε να νιώθει πως κάθε φορά που συζητούσαν, βρισκόταν μακριά από τον κόσμο, όλο και πιο κοντά στο Θεό. Είχε αρχίσει να της περνά από το νου πως αν τελικά δεν είναι το τυχερό της να βρει έναν σύζυγο, ίσως να αφιερώσει όλη την υπόλοιπη ζωή της στην υπηρεσία του Θεού. Να ντυνόταν με το Σχήμα και να αφιέρωνε όλο της το «είναι» ψυχή τε και σώματι στο Θείο Θέλημα. Αυτή η τελευταία σκέψη γύριζε στο νου της λίγο καιρό μετά την επιδείνωση της κατάστασης του αδερφού της. Όσο εκείνος φαινόταν να δαιμονίζεται, τόσο εκείνη κατέφευγε στην προσευχή και τις γονυκλισίες.

Αυτόν τον νέο της πόθο για το Σχήμα, εκμυστηρεύτηκε μια μέρα στον πνευματικό της πατέρα. Εκείνος σάστισε για μια στιγμή. «Είσαι νέα κοπέλα, όμορφη, ο δρόμος που πας να διαλέξεις είναι δύσκολος, δεν είναι για τον καθένα», της είχε πει τότε πολύ σοβαρά. Η Αποστολία την ίδια στιγμή ένιωσε πως αυτό το «κάτι» κλείδωσε μέσα της. Αυτή ήταν ξεχωριστή! Δεν ήταν ο καθένας! Θα πάλευε και θα το κατάφερνε!

Οι επόμενες συναντήσεις της με τον πνευματικό πύκνωσαν. Οι γονείς της ανησυχούσαν, ο αδερφός της επιδεινωνόταν όσο την έβλεπε να ασχολείται με «τα καντήλια και τα αγιαστούρια» όπως έλεγε. Εκείνη όμως ήξερε πια τι ήθελε να κάνει και ήξερε και το γιατί. Ένιωθε υπεύθυνη για τον αδερφό της. Ένιωθε πως το βάρος της ψυχής του αδερφού της θα το σηκώσει η ίδια με το να αφιερώσει τη ζωή της στο μοναστηριακό βίο. «Ο δαίμονας θα σου φέρει πολλά εμπόδια», της έλεγε ο πνευματικός της, «εσύ πρέπει να υπομένεις και να προσεύχεσαι». Ο δαίμονας που είχε καταλάβει τον αδερφό της –ήταν σίγουρη πλέον πως ήταν δαίμονας, το είχαν άλλωστε συζητήσει με τον Πατέρα- προσπαθούσε να την κλονίσει. Κάθε φορά που προσευχόταν, εκείνος τη χλεύαζε. Όταν του μιλούσε για το Θεό, εκείνος την έβριζε «ξύπνα καημένη!!» της έλεγε μέσα στα άλλα. Όταν του έλεγε πως πρέπει κι αυτός να μιλήσει με έναν πνευματικό πατέρα, γινόταν θηρίο ανήμερο. Σίγουρα ήταν δαίμονας. Αυτή θα τον νικούσε!

Συζητήσεις επί συζητήσεων με τον πνευματικό της πατέρα και κάθε φορά της έβαζε και από μια δοκιμασία που κρατούσε από λίγες μέρες έως και εβδομάδες. Η νηστεία ήταν θέμα απαράβατο. Οι προσευχές και οι γονυκλισίες αυξήθηκαν. Την ασκούσε σε αρετές μέχρι να κρίνει πως ήταν έτοιμη για να της πει σε ποιο μοναστήρι να αφήσει την κοσμική της ταυτότητα για να ενδυθεί το Σχήμα. Οι δοκιμασίες ήταν όλο και πιο δύσκολες, όλο και πιο απαιτητικές. Είχε ασκηθεί στη νηστεία, στην προσευχή και ο υψηλότερος πλέον στόχος ήταν η άσκηση στην υπακοή. Έπρεπε να αφήσει τον εαυτό της, να τον εμπιστευτεί στα χέρια του Θεού. Έτσι έκανε ό,τι της έλεγε. Υπήρχαν μέρες που δε σηκωνόταν από τα εικονίσματα, μέρες που η νηστεία της έκοβε τα πόδια. Αλλά στο τέλος, με την επιμονή της και τη Χάρη του Θεού εκείνη τα κατάφερνε.

Σήμερα ήταν μια μέρα που θα πήγαινε πάλι να συζητήσει για τις σκέψεις της και να αφεθεί στην καθοδήγησή του. Μπήκε μέσα στο Ναό που τον ένιωθε πια σαν σπίτι της. Εκείνος την περίμενε όπως πάντοτε με το ήρεμο χαμόγελό του. «Σήμερα, της είπε, είναι η μέρα που θα κριθεί πόσο άξια είσαι. Σήμερα, μετά τη δοκιμασία που θα σου αναθέσω, θα γνωρίζεις αν θα είσαι πραγματικά κατάλληλη για να αφιερώσεις την ψυχή σου στο Θεό μέσα από το Σχήμα.» Εκείνη χαμήλωσε το κεφάλι και έριξε το βλέμμα στο έδαφος κάνοντας το σταυρό της. Είχε μάθει να μη μιλά, παρά να δέχεται με καρτερία τις νουθεσίες του. Ήταν πραγματικά έτοιμη. «Πρέπει να εμπιστευθείς το Θεό και να αφεθείς στα χέρια Του» της έλεγε συχνά. Κι αυτή τη στιγμή εκείνη αυτό ένιωθε. Πως ήταν στα χέρια του Θεού. «Πήγαινε στο μικρό βοηθητικό χώρο, εκεί θα βρεις ένα λευκό χιτώνα και μια μικρή λεκάνη με νερό. Άφησε όλα τα κοσμικά σου ρούχα εκεί. Άσε τον εαυτό σου εκεί. Πάρε τρεις χούφτες νερό και ρίξε το στα μαλλιά σου. Έπειτα, φόρα το λευκό χιτώνα και έλα για εξομολόγηση.» Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ήταν τόσο κοντά, σε αυτό που ήθελε μα ταυτόχρονα και τόσο μακριά! Μια δοκιμασία ήταν ακόμα. Η τελευταία. Μα ήταν και η πιο δύσκολη. Αν ήθελε να τα καταφέρει έπρεπε να την κάνει. Μα πώς; Το μυαλό της είχε ξεσηκωθεί. Να αλλάξει τα ρούχα της; Εδώ; Έξω από το σπίτι της; Μα θέλει να βγει νικήτρια. Τόσο καιρό την καθοδηγεί ο πνευματικός της και πραγματικά έχει γίνει τόσο γαλήνια, τόσο υπάκουη, τόσο ταπεινή. Πρέπει, να υπακούσει και αυτή τη φορά. Στο κάτω – κάτω τα ρούχα έχουν συμβολικό χαρακτήρα και σε λίγο που θα πάρει την άδεια να φύγει για το μοναστήρι, τα κοσμικά της ρούχα δε θα έχουν καμία αξία. Αφού ο Πνευματικός της Πατέρας της είπε πως πρέπει να τα ξεπεράσει, πρέπει, οφείλει να το κάνει.

Μπήκε τρέμοντας από συγκίνηση στο δωμάτιο. Πίσω της έκλεισε την πόρτα. Ένιωθε μια φλόγα να την μεθά και να την κυριεύει. Ήταν που έφτανε τον στόχο της –σκέφτηκε- ή μήπως ντρέπεται που θα αφήσει τα ρούχα της; «Κύριε ελέησον, φύγε δαίμονα» είπε και συνέχισε. Άρχισε με χέρια που έτρεμαν να αφαιρεί τα ρούχα της ένα – ένα. Πρώτα το πουκάμισο, έπειτα η φούστα και ακολούθησαν όλα τα άλλα, μέχρι και η κορδέλα από τα μαλλιά της. Πήρε νερό από τη λεκάνη όπως της είπε…

Έξω από το δωμάτιο, ο πνευματικός της αφουγκραζόταν. Όταν άκουσε τον ήχο του νερού, άνοιξε την πόρτα. Εκείνη βαστούσε ακόμα τον χιτώνα στα χέρια. Έμεινε σαστισμένη. Η καρδιά της χτυπούσε από ντροπή, ενοχή και το μυαλό της κόντευε να σπάσει. «Μη φοβάσαι» της είπε με ήρεμη φωνή εκείνος. «Είναι όλα μέσα στη δοκιμασία. Δεν είναι το μυαλό του ανθρώπου ικανό να τα βάλει με τη βούληση του Θεού. Ο Θεός σου έχει ζητήσει να συνεχίσεις». Σαστισμένη εκείνη προσπαθεί να συνεχίσει, να φορέσει το χιτώνα. Εκείνος την πλησιάζει και της λέει «είσαι σίγουρη πως η σαρκική επιθυμία δε θα σε νικήσει;» Εκείνη ξεροκαταπίνει, σφίγγει τα δόντια για να μη φωνάξει από ντροπή και τα δάκρια φεύγουν από τα μάτια της ποτάμι. «Μπράβο!» της λέει, «βλέπω τα καταφέρνεις ως εδώ. Μα θα τα καταφέρεις ακόμα παρακάτω; Οι πειρασμοί είναι πολλοί. Το ξέρεις πως πρέπει να σε διδάξω, έτσι;» Εκείνη κατεβάζει το κεφάλι. Δεν έχει το κουράγιο να πει, ούτε ναι, ούτε όχι. Εκείνος, την πλησιάζει και της πιάνει το στήθος, την ακουμπά παντού, τη βλέπει σα κυνηγός που έχει για τα καλά δέσει το θύμα του με αόρατες κλωστές σε μια υποτιθέμενη συναίνεση. Εκείνη, σοκαρισμένη, γυμνή από κάθε σκέψη, παγωμένη, δέχεται τα αγγίγματά του. Αφήνεται να την οδηγήσει, εκεί που κανένας άντρας δεν την είχε οδηγήσει. Άφησε πάνω της τα χέρια και τις ανάσες του. Χωρίς η ίδια να ανταποκριθεί, χωρίς να αφεθεί στην απόλαυση, παρά μόνο σε ενοχές, τύψεις, ντροπή και παγωμένη σκέψη. «Υπακοή» της ψιθύριζε, «να κάνεις υπακοή».

Εκείνη τη μέρα γύρισε σπίτι της και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Έκανε τρεις μέρες να βγει. Και όταν βγήκε με το μυαλό μουδιασμένο, ένα πράγμα ήταν καρφωμένο εκεί «υπακοή». Ο μόνος άνθρωπος που είχε μάθει τόσο καιρό να συναναστρέφεται για τις ανησυχίες της ήταν ο πνευματικός της. Στους δικούς της δε μπορούσε να μιλήσει. Δε θα καταλάβαιναν και τι να τους πει; Τι θα καταλάβαιναν εκείνοι από τις δοκιμασίες της; Έτσι, πήγε πάλι για να του πει πόσο ντρεπόταν, πόσο δύσκολη ήταν αυτή η δοκιμασία, πόσο της βασάνιζε το μυαλό, τόσο που νόμιζε πως άγγιζε τα όρια της τρέλας. Γερά τα νήματα που της είχε πλέξει τόσο καιρό ο «οδηγός» της. Απολάμβανε τώρα το θύμα του, μα χωρίς να υπολογίζει και τη Θεία Δίκη.

Ο αδερφός της ήταν ο μόνος που πρόσεξε τον ξαφνικό τριήμερο εγκλεισμό στο δωμάτιο και τα πρησμένα μάτια. Μια σκέψη άστραψε στο νου του. Σα να τη διάβασε, σα να κατάλαβε. Την ακολούθησε την επόμενη φορά. Κοντοστάθηκε για λίγη ώρα απ’ έξω. Ιδρώτας έσταζε από πάνω του. Το ταραγμένο του μυαλό πήρε λίγες ανάσες πριν ορμήσει σαν ταύρος μέσα. Εκεί που πριν λίγα χρόνια όταν ντυνόταν «παπαδάκι» για να κρατά τα εξαπτέρυγα, τον είχε αφοπλιστικά στριμώξει ο «πνευματικός πατέρας» και είχε βεβηλώσει το εφηβικό κορμί του. Ο δαίμονας που τον βασάνιζε ήταν μέσα στο ίδιο καμαράκι με την αδερφή του. Όρμησε μαινόμενος, ωρυόμενος και άρχισε να τον γρονθοκοπεί με όλες του τις δυνάμεις. Απελευθέρωνε όλο του το θυμό με τη μία γροθιά μετά την άλλη… για τον εαυτό του, για τη χαμένη του παιδικότητα, για το πιοτό που δεν ήταν ικανό να σβήσει τις εικόνες από το μυαλό του, για την αδερφή του και ποιος ξέρει για πόσα ακόμα θύματα του αρρωστημένου του μυαλού που τα διάλεγε αργά και μεθοδικά. Ο «πνευματικός πατέρας» για πρώτη φορά σάστισε, προσπάθησε να αμυνθεί. Η σχετικά περασμένη ηλικία του όμως, καθώς και η αιφνιδιαστική έφοδος είχαν λειτουργήσει ενάντιά του. Σε μια στιγμή, έπεσε το μάτι του «πνευματικού» σε ένα μαχαίρι που το είχαν για να κόβουν το αντίδωρο. Το αρπάζει και ορμάει στον αδερφό. Πάνω στη συμπλοκή όμως τραυματίστηκε ο ίδιος. Η θέα του αίματος, πάγωσε τη σκέψη του αδερφού. Κοίταξε τα ματωμένα χέρια του. Άφησε το αιμόφυρτο θύμα του, άρπαξε την αδερφή του, της έδωσε τα ρούχα της να ντυθεί και έφυγαν σαν κυνηγημένοι.

Την άλλη μέρα στις ειδήσεις είπαν πως έγινε μια απόπειρα ληστείας στο Ναό και πως στην προσπάθεια του εφημέριου να την αποτρέψει, ο ίδιος τραυματίστηκε. Λίγο καιρό αργότερα, αντικαταστάθηκε «δια λόγους υγείας». Κάποιες «κακές γλώσσες» είπαν πως η αντικατάσταση έγινε για άλλο λόγο. Ένα ανώνυμο γράμμα –λένε­– έφτασε στα χέρια του Αρχιεπισκόπου. Μερικές πυκνογραμμένες σελίδες με κάποιες «κακοήθειες». Αλλά αυτή την εκδοχή δεν πρέπει να την πίστεψε κανείς.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook