Το σορτς!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Άδεια ανατροφής. Ω, ναι! Πάει πακέτο με ένα μωρό. Αφήνεις κατά μέρος γόβες, παντελόνια με τσακίσεις, σικάτα φορεματάκια και ρουχαλάκια και πιάνεις φόρμες, πιτζαμάκια, παντοφλάκια, πασουμάκια, σαγιονάρες, ξυπολισιά. Αφήνεις επίσης μακιγιάζ, κομμωτήριο, νύχι και καλωσορίζεις μαύρους κύκλους, μαλλί αφάνα και ..(δεν το λέω –ντρέπουμαι!) Σε όλο αυτό το κάλλος, συνοδευτικά έρχεται η αντίστοιχη παλέτα των φυσικών χρωμάτων: Λεκέδες! Ό,τι τρώει το παιδί, που ως εισαγωγή στην υγιεινή διατροφή, έχει τους ανθεκτικότερους όλων των λεκέδων: ντομάτα, κεράσι, μπανάνα και όλες τις φυτικές βαφές. Αλλά και… σοκολάτα, πίτσα, καφές. Καλέ δεν τα τρώει αυτά το παιδί! Εσύ τα τρως! Κρυφά! Έχεις να φας κρυφά από τον καιρό που ήσουν εσύ το νιάνιαρο και κρυβόσουνα από τη μάνα σου πετώντας εκείνο το «δεν πεινάωωω» ενώ από κάτω από το κρεβάτι σαβούρωνες μισό πακέτο μπισκότα, αντί τη φασολάδα (νερόβραστη).

Έχεις μπει πια στο ρυθμό. Και κατεβάζεις τα πάντα με ρυθμό, για να προλάβεις! Προκειμένου να σταυρώσεις μια μπουκιά ψωμί έχεις αναπτύξει ταχύτητα «αναπνοής». Αναπνέεις; Τρως δυο φέτες, αμάσητες. Βαθιά ανάσα; Έφυγε η φρατζόλα. Μόνο που, ποιος ασχολείται με ψωμί; Όπου είδες στην παραπάνω σειρά «φέτες» και «φρατζόλα», υπολόγισε πως η αναφορά είναι σε κέικ ή τσουρέκι ή και τα δύο. Και φυσικά τρως για 3 και παχαίνεις για 3 ή και 5-ξέρω-γω.

Περνά ο καιρός, η άδεια οδεύει στα τελειώματα, κάνεις πως δεν το βλέπεις αλλά είναι πραγματικότητα. Σκέφτεσαι πως πρέπει να σκαλίσεις πάλι τη ντουλάπα, να ξεθάψεις εκείνα τα ρουχαλάκια για τη δουλειά, που παίζει να έχουν όχι μία αλλά 73 τσακίσεις μετά από τόσο καιρό στην αφάνεια. Θυμάσαι τα μεγαλεία, τότε που ήσουν άνθρωπος και εμφανιζόσουν σικάτη στη δουλειά. Συγκινείσαι, σε συνεπαίρνει η χαρά, φεύγουν δάκρυα πλουφ-πλουφ και μοιράζεις όσκαρ (όχι! Αυτό είναι από άλλη ιστορία! Έλα, συγκεντρωνόμαστε λέμεεε!!) Λοιπόν, πού μείναμε; Α, ναι στα δάκρυα πλουφ-πλουφ. Από τη χαρά, πας να δοκιμάσεις πάλι τα ρουχαλάκια σου. Στόχος; Να νιώσεις έστω και για 3 nanosec πως είσαι άνθρωπος. Το παίρνεις με τρεμάμενα χέρια, το σιδερώνεις, το χαϊδεύεις, του μιλάς. (Σιγανά! Γιατί το μωρό κοιμάται και ειλικρινά δε θες να το ξυπνήσεις τέτοια ιερή στιγμή). Με τρεμάμενα χέρια πας να σημαδέψεις το πόδι στο μπατζάκι. ΣΟΚ ! Δε σου μπαίνει ΟΥΤΕ στη γάμπα!! Φίλε, αυτό ήταν το πιο φαρδύ από τα παντελόνια σου! Εκείνο που σου έπεφτε. Τα κοιτάς όλα με τη σειρά. Προσεύχεσαι να έχει μπει στο πλυντήριο. Τι ελπίδες έχεις όμως; Ακούς το Μέρφυ που γελά; Ε, ναι. Φυσικά δε σου κάνει ΚΑΝΕΝΑ! Συνειδητοποιείς πως το μόνο που μπορείς να φορέσεις στη δουλειά είναι μια σωβρακοφανέλα από εκείνες που πιάνουν κοιλιά, στηθος, λαιμό (βλέπε Οβελίξ). Οπότε, πάλι επιστρέφουμε στα δάκρυα-πλουφ-πλουφ.
Αλλά όχι! Δεν το βάζεις κάτω! Θα ψωνίσεις! Τι στο καλό;! Μάνα είσαι και έχεις τα δικαιώματά σου. Ανοίγεις πορτοφόλι: 2 ευρώ και 17 λεπτά. Αναρωτιέσαι πού να τα επενδύσεις πρώτα. Αρχίζεις και ψάχνεις στρώματα, έπιπλα, χαλιά. Κοιτάς παλιά βιβλία που είχες διαβάσει πριν το 2009, τότε που ελλείψει σελιδοδείκτη έβαζες 10ευρω. Μάταια. Κάνεις αιματηρές οικονομίες και καταφέρνεις να εξοικονομήσεις συνολικά ένα πεντάευρω. Βγαίνεις στη ζητιανιά στο πορτοφόλι του άντρα σου: 3 ευρώ και 69 λεπτά. (Κάνεις πως δεν κατάλαβες το υπονοούμενο για εκείνο το 69, που αναρωτιέσαι αν το λέει ο άντρας σου ή ο υπουργός οικονομικών). Αν του πάρεις 2 ευρώ, λες να το καταλάβει; Για ξεκάρφωμα του λες «μου έλειψαν δύο ευρώ για να πληρώσω το νερό, σου παίρνω λίγο από το πορτοφόλι». Πριν ακούσεις απάντηση –έτσι κι αλλιώς ήταν στο μπάνιο, δεν άκουγε! Εσύ όμως το είπες, είσαι καθαρή!- έχεις σουφρώσει το δίευρω και η περιουσία σου έφτασε στα 7 € !! Σκας μύτη στη λαϊκή. Γιατί μόνο εκεί μπορείς να πας. Ψωνίζεις σπέσιαλ σορτσάκι. Στο κάτω κάτω, καλοκαίρι έρχεται, ποιος θα σε δει;! (mode: «Φαντασίωση, παραλία εξωτική, κτλ κτλ» -ξέρετε εσείς!)

Πας σπίτι με το πολύτιμο σορτσάκι. Κάνεις να το δοκιμάσεις –αγνοείς επιδεικτικά την ετικέτα που δείχνει 3 νούμερα μεγαλύτερο από αυτό που θυμώσουν. Έτσι κι αλλιώς είχες Αλτσχάιμερ, δε σε νοιάζει πια. Το φοράς για μια στιγμή, ίσα να δοκιμάσεις το νούμερο. Λες ΟΚ! Καλό είναι για την παραλ…..(ΝΤΡΙΙΙΝΝΝ: τηλέφωνο ο σύζυξ)… Απαντάς. Φεύγεις πανικόβλητη γιατί ξέχασες να πας στο χασάπη και του είχες υποσχεθεί κοκκινιστό! (Ξέρετε εσείς τώρα, για τις τύψεις για εκείνο το δίευρω). Πορτοφόλι, κλειδιά, κινητό, παιδί στη μασχάλη και όταν ήδη είσαι στο αυτοκίνητο βλέπεις πως ο ήλιος ξεροψήνει τα τροφαντά ποδαράκια σου! Ω, ναι! Έφυγες με το σορτς! Δεν προλαβαίνεις να γυρίσεις. Σκέφτεσαι πως θα πας τάκα-τάκα, έτσι κι αλλιώς τέτοια ώρα είναι όλοι οι γνωστοί σου στις δουλειές τους. Ανασαίνεις με ανακούφιση. Σκας μύτη στο χασάπη (μα στο ΧΑΣΑΠΗ σου ‘τυχε και σένα να ξεχαστείς;;) και εκεί, φίλε, περνάνε οι ορδές όλων των γνωστών, φίλων, συγγενών, γειτόνων. Μέχρι και καθηγητές που είχες στο πανεπιστήμιο –ναι ρε φίλε! Πήραν σύνταξη και κυκλοφορούν τέτοιες ώρες!! Μαζί με τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Δηλαδή, πόση γκαντεμιά! Και σκέφτεσαι το Μέρφυ! Όχι, δεν τον σκέφτεσαι! Έχεις φτάσει στο επίπεδο να τον ΑΚΟΥΣ! Γελά, γελά δυνατά. Μουτζώνεσαι διακριτικά, και φεύγεις ελαφρώς πιο κόκκινη από το αναμενόμενο –το αντηλιακό φταίει που δεν έπιασε, λες στον εαυτό σου. Πριν προλάβεις να καταλάβεις τι γίνεται, έχεις φτάσει σπίτι, να βάλεις τρεχάτη το κοκκινιστό. Ώσπου ακούς το ρολόι που λέει πως πρέπει να πάρεις τα παιδιά από το σχολείο! Και ναι, αδιόρθωτη, φεύγεις πανικόβλητη γιατί ίσα που πρόλαβες να δοκιμάσεις και να σβήσεις το φαγητό. Μέσα στο αυτοκίνητο θυμάσαι το σορτσάκι! Ρίχνεις κλεφτή ματιά και βλέπεις λεκέ από σάλτσα κοκκινιστού στο λευκό σου σορτς. Μαζί με το εγκεφαλικό που σου έρχεται σε πρώτη φάση, το παίζεις ψύχραιμη και γελάς πονηρά: Ευτυχώς! Έχεις δώσει με τα παιδιά ραντεβού στη γωνία, θα είσαι μέσα στο αυτοκίνητο. Εντάξει, δε θα σε δει κανείς. Πας, στο τσακ. Παρκάρεις, περιμένεις. Γελάς στα μούτρα του Μέρφυ, μέχρι που το γέλιο σου το κόβει το τηλέφωνο. Είναι από το σχολείο! Το παιδί, μόλις βγήκε από την κεντρική πόρτα του σχολείου, έπεσε και χτύπησε. Είναι καλά, μια κλασική γρατζουνιά είναι μόνο, αλλά θα ήταν καλύτερα «για ψυχολογικούς λόγους» αν του κουβαλούσες την τσάντα –προτείνει η εφημερεύουσα δασκάλα. Εντάξει… ακούς και ΒΛΕΠΕΙΣ πια, παντού τον Μέρφυ. Δε θα ξαναπείς «σιγά, ποιος θα με δει;! ΠΟΤΕ!»

Μέρφυ, έφευγες είπαμε;

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook