Το σούρουπο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

1952 σε ένα χωριό της Πελοποννήσου σε ένα μικρό σημαδάκι του χάρτη ζούσε ένα κορίτσι. Η Λενιώ ήταν σαν νεράιδα που ξέπεσε στην ανθρώπινη διάσταση, μόλις την αντίκρυζες σου έπαιρνε την μιλιά με την ομορφιά της, το χρώμα των ματιών της φτιάχτηκε μια φορά από τον Θεό!

Ταπεινή και προσγειωμένη ακολουθούσε τις αρχές της οικογένειας της, σταμάτησε το σχολείο, βοηθούσε στα κτήματα, μια φορά τον μήνα μαζί με τους αδελφούς της κατέβαιναν στο μεγαλοχώρι για τα ψώνια και μια μικρή βόλτα. Σαν πολύτιμο θησαυρό την έβαζαν ανάμεσα τους και προχωρούσαν. Αυτή ήταν η ζωή της.

Μια μέρα της άνοιξης σε ένα πάγκο με υφάσματα η Λενιώ συνάντησε ένα ζευγάρι μάτια και κλείδωσε. Ένα άγγιγμα με τα ακροδάχτυλα και πέταξε και το κλειδί. Δεν αντάλλαξαν ούτε λέξη, μόνο βυθίζονταν και ένας στα μάτια του άλλου. Τους επόμενους μήνες έβρισκε προφάσεις για επισκέψεις στο μεγαλοχώρι μαζί με τα αγόρια και όλο ξέκλεβε χρόνο για τα δυο μάτια. Έμαθε το όνομα του, είδε το χαμόγελο του, έμαθε κάθε σημείο του προσώπου του, το ερωτεύτηκε παράφορα και ξαφνικά να σου και ο αγαπημένος της βρέθηκε στο μικρό χωριό της σαν εργάτης στα πατητήρια των σταφυλιών. Κόντεψε να λιποθυμήσει στην όψη του όταν τον είδε να ξεπροβάλει μέσα από τα αμπέλια σαν άλλος θεός Διόνυσος που μέθυσε την καρδιά της και ζωντάνεψε το σώμα της.

Σιγά σιγά άρχισαν να γνωρίζονται, να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον. Υπήρχαν φορές που ένιωθε την ανάσα του πίσω από το αυτί της την ώρα της δουλειάς και ανατρίχιαζε ολόκληρο το σώμα της. Μια φορά την έπιασε από την μέση και τα δύο κορμιά ήρθαν τόσο κοντά που γέμισε ο τόπος ηλεκτρισμό. Ποθούσαν ο ένας τον άλλο και ο πόθος αυτός έμοιαζε με τρικυμία..

Να έρθεις το σούρουπο στο ρέμα να με βρεις, της σιγοψιθύρισε ένα μεσημέρι που σχόλασαν νωρίς λόγω γιορτής..
– Ναιιιιιι θα έρθω έρωτα μου ήθελε να φωνάξει μα δίστασε και έγνεψε καταφατικά αλλά δειλά.

Προφασίστηκε μια αδιαθεσία και γλίτωσε την βόλτα στο πανηγύρι. Όταν έμεινε μόνη, φόρεσε ένα θαλασσί φόρεμα που τόνιζε τα υπέροχα μάτια της και έλυσε τα μαλλιά της που χύθηκαν μέχρι την μέση της σαν πορφυρός καταρράκτης. Μόλις σουρούπωσε ξεκίνησε για το ρέμα προσέχοντας μην την πάρει κάνα μάτι αν και το χωριό ήταν έρημο μιας και όλοι βρίσκονταν στην γιορτή του Άγιου που γινόταν έξω απ το χωριό.

Εκείνος την περίμενε ήδη στο ρέμα, δεν πρόλαβε καλά καλά να φτάσει κοντά του και την άρπαξε δίνοντας της ένα τόσο παθιασμένο φιλί που της λύγισαν τα γόνατα, την τράβηξε στο έδαφος και ξάπλωσε δίπλα της. Κοιταχτηκαν στα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα. Λίγα δευτερόλεπτα πριν γίνουν ένα. Χωρίστηκαν αφού πλέον είχε πέσει η νύχτα. Η Λενιώ ξάπλωσε στο στρώμα της μα ο ύπνος δεν ήρθε να την πάρει, το μυαλό της έτρεχε σε όσα έγιναν στο ρέμα.

Το επόμενο πρωί έφυγε για τα αμπέλια σαν άνεμος, ήθελε να τον συναντήσει.
Η ώρα περνούσε μα εκείνος πουθενά..
Η ώρα έγινε ώρες, οι ώρες μέρες, εκείνος άφαντος, εκείνη στο χείλος του γκρεμού.
Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να ρωτήσει τα αδέρφια της για εκείνον. Δεν χρειάστηκε. Εμφανίστηκε. Με την γυναίκα του απ το χέρι.

Δεν αντάμωσαν ξανά. Η Λενιώ είχε περιοριστεί στο σπίτι με δική της απόφαση. Βέβαια έφταιγε και εκείνη η πρωινή αδιαθεσία που είχε την τελευταία βδομάδα. Δεν άργησε να καταλάβει τι συμβαίνει. Και τώρα, τι; ήταν χαμένη. Ποτέ δεν θα την δεχόταν άλλος άντρας. Ποτέ δεν θα την δεχόταν η οικογένεια της. Ποτέ δεν θα σκότωνε το παιδί που μεγάλωνε στα σπλάχνα της για να ζήσει εκείνη μόνο.

Πήρε τον δρόμο για το αμπέλι. Του έκανε νόημα να συναντηθούν στο ρέμα. Μα εκείνος δεν πήγε ποτέ.
Πόση ντροπή να αντέξει η καρδιά της…

Ξάπλωσε νωρίς εκείνο το βράδυ, μα δεν κοιμήθηκε, χάιδευε την κοιλιά της. Μόλις κατάλαβε ότι όλοι κοιμήθηκαν κατέβηκε στο κατώι και κάτι πήρε. Το έκρυψε κάτω από το φόρεμα της και χάθηκε στο δάσος. Έφτασε στο ρέμα, εκεί που άλλοτε ένιωσε η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου, εκεί που τώρα η ντροπή δεν την άφηνε να σηκώσει το βλέμμα της από το έδαφος. Διάλεξε ένα δέντρο. Έβγαλε κάτω από το φόρεμα μια κουλούρα σχοινί, σε 5 λεπτά ήταν έτοιμη. Ανέβηκε σε ένα κλαρί και πέρασε την θηλιά στον λαιμό της.Με το ένα χέρι χάιδεψε την κοιλιά της και με το άλλο έκανε τον σταυρό της. Πήρε μια ανάσα. Πήδηξε.

Το σώμα της λικνιζόταν στο φως του φεγγαριού, πάλευε η ψυχή της να φύγει. Μια ψυχή που πληγώθηκε με τον χειρότερο τρόπο, μια ψυχή που δεν πρόλαβε να ζήσει όσα της άξιζαν. Και έπειτα τα δυο της μάτια έμειναν να κοιτούν ορθάνοιχτα τον ουρανό. Μόνο το τρίξιμο του σχοινιού έσπαγε την σιωπή της νύχτας.

Οι ντόπιοι λένε πως στις τελευταίες σκιές του σούρουπου σε εκείνο το ρέμα ακούς το τρίξιμο ενός αόρατου σχοινιού και άλλες φορές πάλι μπορείς να διακρίνεις δυο άυλες μορφές, μιας μάνας και ενός παιδιού να τρέχουν πιασμένες χέρι χέρι και χάνονται μόλις πέσει το σκοτάδι.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook