Το συχώριο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ακουμπισμένη , σχεδόν κρεμασμένη σα τσαμπί στέκεται ολημερίς στο ασπρισμένο παράθυρό της με τα κοφτά κουρτινάκια της ολοπάστρικα να μυρίζουν λεβάντα και βασιλικό. Τα μάτια της καταγάλανα σα το μπλε τ΄ ουρανού έχουν θαρρείς χάσει τη ζωντάνια τους και σα θαμπά πετράδια πια ατενίζουν αδιάκοπα από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου ,τη θάλασσα.

Πόσα χρόνια άραγε έχουν περάσει από εκείνο το μαύρο βράδυ που της είπε πως θα φύγει; Μία ζωή θα ‘ναι μάλλον και ίσως και άλλη τόση. Σε ‘κείνη όμως μοιάζει σα να ‘ταν μόλις ψες το βράδυ. Φθινόπωρο ήταν το θυμάται καθαρά , γιατί τα φύλλα στα δέντρα ήταν χρυσά και η γης ζεμάταγε από το Σεπτεμβριάτικο ήλιο. Εκείνο το απόγευμα γυρνούσαν απ’ τον τρύγο. Ήταν εκείνη τη χρονιά που δεν είχαν καλή σοδειά γιατί είχε πέσει αυγουστιάτικο χαλάζι και τους την είχε ξεπαστρέψει όλη. Τον θυμάται να κάθεται χάμου στα γόνατα και να κλαίει, να κλαίει σα μωρό παιδί και πότε να καταριέται πότε να σηκώνει τα μάτια του ψηλά στον ουρανό μπας και τον ακούσει ο Γιαραμπής όπως τον έλεγε.

Όταν τα χρέη γινήκανε βουνά απροσπέλαστα και η κοιλιά της άρχισε να ξαναφουσκώνει γύρισε και της είπε ότι άλλη λύση δεν βρισκότανε. Θα ΄φευγε είπε, θα πήγαινε στην Αμερική, εκεί μακριά στα ξένα. Εκεί που λέγανε ότι με το που πατούσες το ποδάρι σου δεν πατούσες σε δρόμους από άσφαλτο αλλά σε δρόμους στρωμένους με δολάρια. Και εκείνοι είχαν ανάγκη από πολλά δολάρια ,πάρα πολλά, ειδάλλως θα το χάνανε το σπίτι και μάνα και δυο παιδιά θα ξεμένανε στο δρόμο ,στη ζητιανιά και στη γύρα. Εκείνη τον παρακάλεσε ,τον ικέτευσε μέχρι που τον απείλησε ότι με το που κλείσει την πόρτα του σπιτιού της θα το κάψει συθέμελα και μαζί και τους δυο του γιους ,αλλά εκείνος δεν την άκουγε πια. Είχε μεθύσει από το όνειρο, τη φιλοδοξία και την ανάγκη να κάνει το βήμα πέρα από τον παλιότοπο αυτό που το μόνο που του΄ χε χαρίσει ήταν πίκρα, βάσανα και ζόρια. Και αν τα κατάφερνε ,ω ναι ,αν τα κατάφερνε θα γύριζε να την πάρει πίσω και αυτή και τα μικρά τους και θα ζούσαν στα παλάτια που θα έφτιαχνε στην Αμερική για αυτούς με τα χέρια του και εκείνη θα την στόλιζε από πάνω μέχρι κάτω με μετάξια, χρυσάφια, τζοβαϊρικά και πολύτιμα πετράδια, πετράδια μπλε σα τα μάτια της!

Ώσπου έφτασε η μέρα, και μέσα σε μία χάρτινη βαλίτσα έβαλε τα λίγα του πράγματα , το διαβατήριό του ,μία φωτογραφία τους, το βαπτιστικό του σταυρό και περασμένη στην αλυσίδα του τη βέρα τους. Εκείνη του τα ΄χε όλα ετοιμασμένα πουγκί μέσα στη βαλιτσούλα, μα το πουγκί ήταν νωπό από τα δάκρυά της, δάκρυα καυτά που αν δεν ήταν γερό το πανί θα το καίγανε και του αφήνανε σημάδια σα του τσιγάρου του τις καύτρες. Σταμάτησε όρθιος , αγέρωχος , λεβέντης στην κάσα της εξώπορτάς του, η πλάτη του φαρδιά ίσα που κατάφερνε να χωρέσει. «Μπαμπά που πας ;» του φώναξε ο μεγάλος του ο γιος. Σα στέκονταν πριν ορθός και αποφασισμένος σε μιας στιγμής το σταμάτημα του χρόνου το πρόσωπό του σταφίδιασε από πόνο και οργή και ανάθεμα. Έσκυψε το κεφάλι, κύρτωσε τους ώμους, χαμήλωσε τα μάτια και έφυγε τρέχοντας μέσα στο σκοτάδι του πρωινού σαν τον άνεμο γοργός και πληγωμένος και δεν τους κοίταξε ποτέ του πίσω!
Η θάλασσα της τον πήρε μακριά! Άτιμη γαλιάντρα θάλασσα την έλεγε! Να κατάφερε να πήγε άραγε στην Αμερική του; Ούτε και εκείνη ξέρει! Από εκείνο το φουρτουνιασμένο πρωινό που ΄φυγε σα πληγωμένο ζώο δεν ξανάμαθε νέα του. Χρόνια περάσαν, έτρεξε από εδώ, έτρεξε από εκεί, ρώτησε προξενεία και πρεσβείες, χτύπησε πόρτες ξένες και συγγενικές να μάθει τι απέγινε! Την έκανε την τύχη του ή τον κυνήγησε η κακοριζικιά τους στα πέρατα της γης; Τίποτα όμως! Ο άνθρωπός της είχε εξαφανιστεί! Ή μήπως δεν υπήρξε τελικά και ποτέ;

Από εκείνο το σκοταδιασμένο πρωινό μόνο εκείνη ξέρει τι τράβηξε για να μεγαλώσει τα δυο τους παιδιά. Να είναι μάνα και πατέρας μαζί. Να τα παίζει και να τα μαλώνει, να είναι εκεί στις αρρώστιες τους και στα γέλια τους. Να τα αφήνει αξημέρωτα σε ξένες, γειτόνισσες, γριές και αμαρτωλές μόνο με βάρκα την ελπίδα ότι θα μπορέσει να φέρει το μεροκάματο για να γεμίσουν την κατσαρόλα τους να μειώσουν τα χρέη τους και να κρατήσουν το σπίτι τους. Δε θα τα κατάφερνε αν δεν ήταν να΄ χει μεράκι το μαστόρεμα το παλικαράκι της το μεγάλο. Τα χτήματά τους τα μισά τα πούλησε για να τον σπουδάσει να γίνει μαστοράκος, πιάναν τα χέρια του και εκείνη ήθελε το κατιτίς το παραπάνω για εκείνον., Μαζί ακολούθησε και ο μικρός που ναι μεν δεν ήταν τόσο επιδέξιος, αλλά εκείνος τα ‘παιρνε τα γράμματα καλύτερα και αγαπούσε τους αριθμούς και έτσι με χίλιες δυο στερήσεις καταφέραν τα αδέρφια και ανοίξανε το συνεργείο και πετάξαν τα πουλάκια της μακριά της λεύτερα από τα βάσανα που τους άφησε ο πατέρας τους…

Έπεσε τελικά ο ήλιος και εκείνη κίνησε με αργά βήματα να κλείσει το παράθυρο της. Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε κατάματα τον πορτοκαλί ουρανό και τη θάλασσα, την άτιμη πλανεύτρα που της έκλεψε τον άνθρωπό της. Σφάλισε το παραθύρι της και κάθισε στο ντιβανάκι της κουρασμένη ,πληγωμένη ακόμη , ύστερα από τόσα χρόνια ένιωθε την απουσία του καυτή σα φαλτσέτα που κόβει. Άραγες είναι γραφτό οι αγαπημένες ψυχές να επιστρέφουν λίγο πριν το τέλος να κουμπώσουν η μία μέσα στην άλλη για να φύγουν μαζί για το αιώνιο ταξίδι στην απεραντοσύνη της ύπαρξης ;
Λίγο πριν να κλείσει τα μάτια της, η πόρτα της χτύπησε με εκείνο το ρυθμό που μόνο εκείνος χτυπούσε σαν ερχόταν. Χίλιους σφυγμούς και ένα έφτασε η καρδιά της μέχρι να του ανοίξει, αλλά η έρμη η καρδιά της στραπατσαρισμένη και σταφιδιασμένη από της ζωής της τα στραπάτσα δεν άντεξε.

«Μαρίνα, άνοιξέ μου και συχώρα με » της φώναξε.

«Σε συχωρώ» ίσα που κατάφερε να ψελλίσει και γαληνεμένη πια ταξίδευε για τα μαύρα νερά της Στυγός.
Τώρα είχε έρθει η δική του σειρά να περιμένει στο παραθύρι…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook