Καθόταν απέναντί μου στην καφετέρια. Είχαμε το “ραντεβού της Πέμπτης” που κόντευε να γίνει
παράδοση. Εγώ φτου ξελευτερία από μια ακόμη φουλ εβδομάδα κι εκείνη στα γνωστά. Την κοίταζα άγρια, θυμωμένα…

Ένα κακό(εντάξει όχι μόνο ένα) ελάττωμα έχω. Να βλέπω παραίτηση στο βλέμμα έξυπνων και ταλαντούχων ανθρώπων. Με θυμώνει βρε αδερφέ. Ήθελα να της πω πολλά, πάρα πολλά.

Να της πω την παραβολή των τριών ταλάντων. Πως ένας πατέρας φεύγοντας για ταξίδι μακρινό, έδωσε στους τρεις γιους του από ένα τάλαντο. Με τον όρο πως όταν επιστρέψει από το ταξίδι να του δώσουν λογαριασμό, πού και πώς το
χρησιμοποίησαν.

Ο ένας, φοβούμενος μην το χάσει, το έθαψε αμέσως στη γη.
Ο δεύτερος έκανε ένα μικρό “εμπόριο”,το ξόδεψε και μόλις το ξανακέρδισε απ το εμπόριο, το
φύλαξε για να το ξαναδώσει.
Ο τρίτος, αγόρασε χωράφια, βάζοντάς το προκαταβολή, τα καλλιέργησε, κέρδισε κι όταν ο πατέρας επέστρεψε, είχε, όχι μόνο το ένα τάλαντο που του είχε δωθεί, αλλά πολλά περισσότερα.

Ήθελα να της πω πως τα τάλαντα είναι τα ταλέντα μας. Ήθελα να την ρωτήσω, ποιος γιος διαλέγεις να είσαι; Ήθελα να της πω πως θάβει το τάλαντο της στην γη. Πως θα το παραδώσει σκουριασμένο και βρώμικο! Ήθελα να της πω πως υπάρχει κόσμος που ξέρει τι έθαψες και τις νύχτες πάει κρυφά και χαδεύει το δικό σου τάλαντο μήπως και πάρει κάτι από την αύρα του.
Το ξέρεις, ε; Το βλέπεις.
Και κάθεσαι εκεί, άδεια, χωρίς ενέργεια, οκ, στην ρούφηξε η ζωή, μα η ζωή με το ένα χέρι παίρνει, ναι, μα με το άλλο δίνει γαμώ το, δως της το χέρι σου.

Πολλά ήθελα να της πω. Ήταν απέναντί μου παραιτημένη και στο βλέμμα της είδα όλους τους ταλαντούχους ανθρώπους
που δεν πιστεύουν πως το τάλαντο είναι ΔΙΚΟ τους κι όχι κάποιου άλλου. Κουνήσου γαμώ το κουνήσου. Σήκωσε τα μανίκια, πάρε το τάλαντό σου και βγες έξω κι άρπαξε τη ζωή απ τα μαλλιά. Δημιούργησε, φτιάξε, δώσε χαρά και ανταμείψου γι αυτό που σου δόθηκε.
ΔΙΚΟ σου είναι, ΔΙΚΟ σου!

“Με προσέχεις;” μου λέει “Σου μιλάω”
Της έπιασα το χέρι και την κοίταξα.
Κύρτωσαν οι ώμοι της…
Δεν μίλησα.

Θα είμαι εκεί μόλις αποφασίσει να ξεθάψει το τάλαντό της.
Θα είμαι εκεί.
Κι ας μην μίλησα όσο δυνατά έπρεπε.