Η Molly ήταν ανήσυχη. Είχε να τον δει τόσες μέρες. Ποτέ δεν αργούσε τόσο να επιστρέψει. “Τα λέμε το βράδυ κούκλα μου” της είχε πει εκείνη τη Δευτέρα το πρωί κι έφυγε για δουλειά. Αφέθηκε στο χάδι του και τον ακολούθησε με τα μάτια της να φοράει τα παπούτσια και το μπουφάν του, να παίρνει το κλειδί του αυτοκινήτου και να απομακρύνεται. “Τι όμορφος που είναι” σκέφτηκε εκείνη. Σαν να διάβασε τη σκέψη της, κοντοστάθηκε στην πόρτα, γύρισε, την κοίταξε και της έκλεισε το μάτι. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Πόσο τον αγαπούσε, Χριστέ μου.

Κι όμως εκείνο το βράδυ δεν γύρισε σπίτι. Η Molly τρελάθηκε. Περνούσαν οι ώρες, έγινε πρωί και μετά πάλι βράδυ. Δε μπορούσε να φάει, να κοιμηθεί. Γυρνούσε στο σπίτι τρελαμένη, τα ‘σπασε όλα, εξαγριωμένη. “Που είσαι… ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ!!!!”. Άρχισε να ουρλιάζει. Δεν την ένοιαζαν οι γείτονες, τι θα πουν, τι θα σκεφτούν. Είχε χάσει τον έλεγχο της. Ήταν πια, ένα αγρίμι. Πως μπόρεσε να της το κάνει αυτό, πως μπόρεσε να την ξεχάσει. Πως μπόρεσε να την εγκαταλείψει, της είχε ορκιστεί πως δεν θα την άφηνε ποτέ, πως θα ήταν μαζί για πάντα. Του είχε δώσει την ψυχή της, ήταν απόλυτος κυρίαρχος του μυαλού και της καρδιάς της. Πως μπόρεσε να την προδώσει… Χριστέ μου, πόσο τον αγαπούσε. Πόσο πολύ τον είχε ανάγκη.

Πέρασαν 4 μέρες. Εξουθενωμένη πλέον και ημιλιπόθυμη σαν σε όνειρο άκουσε κλειδιά στην πόρτα.

– Ryan!! Γύρισες!! Σε συγχωρώ! Δεν πειράζει, κάτι σου έτυχε, αρκεί που γύρισες, μόνο αυτό με νοιάζει!! Ryan!!

Μα, δεν ήταν ο Ryan. Ήταν η Michelle. Μια διαφορετική Michelle, όχι η πρόσχαρη κοπέλα που επισκεπτόταν συχνά τον αδερφό της και τη Molly για να φάνε μαζί, να δουν ταινίες, να πάνε βόλτες. Δεν ήταν η Michelle του γάργαρου γέλιου και της πλάκας, δεν ήταν η αγαπημένη φίλη της. Ήταν μια θλιμμένη φιγούρα με κόκκινα μάτια, κατάχλωμη με τσαλακωμένα ρούχα, άυπνη. Η φωνή της, δεν έμοιαζε καν με τη φωνή της Michelle. Βραχνή, σπασμένη. Η Molly πισωπάτησε. Απορημένη. Κάτω από άλλες συνθήκες τα δύο κορίτσια θα αγκαλιάζονταν και θα φιλιόντουσαν, μα όχι σήμερα. Όχι σήμερα. “Κοριτσάκι μου, έλα εδώ” ψέλλισε η Michelle και με αναφιλητά αγκάλιασε την φίλη της. Η Molly άρχισε να τρέμει. “Πρέπει να έρθεις μαζί μου. Πρέπει να καταλάβεις. Πρέπει να ξέρεις…”

Οι γονείς του Ryan ήταν ήδη εκεί. Του χάιδευαν τα μαλλιά και του μιλούσαν. Οι γιατροί έδωσαν το οκ. Οι νοσοκόμες απομακρύνθηκαν διακριτικά. Όλοι περίμεναν τη Molly.

Η Michelle την βοήθησε να ανέβει στο κρεβάτι.
– Δεν σε εγκατέλειψε κορίτσι μου. Δεν θα το έκανε ποτέ. Δεν το ήθελε, κορίτσι μου. Του συνέβη στη δουλειά. Αν μπορούσε να ξυπνήσει θα ερχόταν σε σένα. Τον παρακαλούσαμε να γυρίσει. Μα δεν μπορεί, κορίτσι μου. Πρέπει να τον αφήσουμε να φύγει. Όμως εσύ, πρέπει να ξέρεις! Πρέπει να ξέρεις! Δεν σε εγκατέλειψε! Δεν θα το έκανε ποτέ.

– Δεν θα σε αφήσουμε ποτέ, θα έρθεις μαζί μας, είσαι οικογένεια μας! Είπε η μαμά του Ryan χαιδεύοντας την.

Η Molly μύρισε τον άνδρα που ήταν συνδεδεμένος με μηχανική υποστήριξη. Μύρισε το λαιμό του, αφουγκράστηκε τους τελευταίους ήχους της καρδιάς του. Ξάπλωσε στα πόδια του. Τα σκυλιά δεν κλαίνε. Η Molly λοιπόν δεν έκλαψε. Κουλουριάστηκε σε μια άκρη του κρεβατιού. Κι έμεινε εκεί, μέχρι το τέλος.

Τα σκυλιά δεν κλαίνε.