Το τερατάκι μου και γω

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

 

Έχασα 9 χρόνια από τη ζωή μου. Εννέα χρόνια που ζούσα μόνο μέσα στα όνειρα μου. Και όχι φίλε μου, δεν ξύπνησα απλά ένα πρωί και πάτησα τον αυτόματο πιλότο. Το τερατάκι ήξερε ακριβώς πώς να με γλυκάνει και να με δελεάσει.
Όλα ξεκίνησαν ένα πρωί που απλά δεν ήθελα να πάω σχολείο. Ναι ναι τόσο απλά. Χωρίς όμως φθηνές δικαιολογίες του τύπου «πονάει η κοιλιά μου» ή «έχω ρίγος». Απλά και καθαρά είπα: «σήμερα δεν έχω διάθεση να πάω για μάθημα μαμά, σε παρακαλώ άσε με να μείνω κουκουλωμένη όλη μέρα». Φυσικά δεν το δέχτηκε, πλάκα πλάκα δεν γνωρίζω και καμία μαμά που να δέχεται κάτι τέτοιο αβίαστα. Ήταν η πρώτη μου κοπάνα εκείνη την ημέρα. Είπα δεν θέλω να πάω για μάθημα και δεν πήγα τέλος. Πού να ήξερα;
Το Σάββατο της ίδιας εβδομάδας αποφάσισα να σταματήσω και τον χορό. Δεν είχα χρόνο πλέον, είχα πολλά μαθήματα. Κοίτα σύμπτωση. Ένα μήνα μετά δεν είχα χρόνο ούτε για τα Γερμανικά. Την επόμενη χρονιά θα έδινα Πανελλήνιες, δεν μπορούσα να χάνω χρόνο σε εξωσχολικές βλακείες. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω ποιον κορόιδευα, τη μάνα μου ή εμένα; Κλεισμένη μέσα στο δωμάτιο μου όλη την χρονιά, με το βιβλίο ανοιχτό μπροστά μου και τα γράμματα να χορεύουν πεντοζάλη. Κόντεψα να κοπώ στις εξετάσεις. Έντεκα κόμμα τρία έβγαλα. Μαθήτρια του 19 και του 20 μέχρι την προηγούμενη χρονιά. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε στο σπίτι. Αλλά δεν χαμπάριαζα. Δεν με ένοιαζε τίποτα. Μόνο να ακούω μουσική και να «ταξιδεύω» μέσα στους στίχους. Έτσι κύλησαν και οι επόμενες 2 χρονιές, αλλά για καλή μου τύχη πέρασα πανεπιστήμιο. Με 12,5 στις πανελλαδικές, μην φανταστείς κανένα τρελό βαθμό. Αλλά πέρασα.
Ενθουσιασμός στα πλήθη. Όλοι γύρω μου χαιρόντουσαν και εγώ δεν ένιωθα τίποτα. Καινούρια πόλη, καινούρια ζωή, δικό μου σπίτι, εγώ τίποτα, το απόλυτο κενό. Σαν κάποιος να με είχε αδειάσει από αισθήματα! Ολόκληρη την μετακόμιση την πέρασα με τα ακουστικά στα αφτιά και την απόλυτη απάθεια. Ούτε αυτό με γέμισε. Σχολή; Ποια σχολή; Ένας καθηγητής με είδε όλος και όλος και αυτός τυχαία. Είχα πάει στη σχολή για κάτι δικαιολογητικά και είπα να μπω στο μάθημα του. Δεύτερο έτος δεν υπήρξε. Την παράτησα και την σχολή μαζί με τα Γερμανικά και τον χορό, μπήκαν και αυτά στο χρονοντούλαπο. Τα μάζεψα και γύρισα πίσω στο πατρικό μου. Και μαζί με τα πράματα μου, πήρα και κάνα δυο κακές συνήθειες που είχα αποκομίσει από την καινούρια μου ζωή. Ω ναι! Με «ταξίδευαν» αυτές οι συνήθειες, με ή χωρίς μουσική.
Το τερατάκι είχε γίνει τέρας πια. Πλέον απλά υπήρχα. Είχα βάλει τον αυτόματο πιλότο και λειτουργούσα μηχανικά σε όλα και με όλους. Α! είπε κάτι αστείο, γελάμε τώρα. Α! πήγε δύο η ώρα τρώμε τώρα. Τρώμε… Χμμμ δεν θυμάμαι να έφαγα ένα φυσιολογικό γεύμα τότε. Υπήρχα, δεν ζούσα. Και μετά κλεινόμουν στο δωμάτιο και «ταξίδευα», ονειρευόμουν. Ονειρευόμουν τη ζωή που δεν ζούσα. Πόσο τραγικό; Πόσο ειρωνικό; Να «ταξιδεύεις» σε ηλιόλουστους κήπους και να προσπαθείς να αισθανθείς τις αχτίδες πάνω σου, όταν το παντζούρι είναι στα τρία μέτρα και εσύ απλά αρνείσαι πεισματικά να το ανοίξεις και να νιώσεις όντως τον ήλιο.
Άμα σου πω φίλε μου πως αυτά τα 9 χρόνια στο δικό μου κεφάλι έχουν διάρκεια περίπου ένα μήνα τι θα μου πεις; Ένας μήνας μαζεύεται με δυσκολία από τις ελάχιστες σκόρπιες αναμνήσεις που έχω. Το τέρας με είχε νικήσει, είχε φέρει και τους φίλους του και πανηγύριζαν πάνω από τα σπασμένα κομμάτια μου. Όχι φίλε μου δεν προσκάλεσαν οι κακές μου συνήθειες το τέρας. Εγώ τις έφερα στην ζωή μου, μπας και καταφέρω να σταματήσω έστω για λίγες ώρες τις σκέψεις που έβαζε εκείνο στο μυαλό μου.
Και ένα ωραίο πρωί ξύπνησα και απλά είδα μία φωτογραφία μου. Ήμουν δεν ήμουν 6 χρονών σε αυτήν. «Χριστέ μου! Τι άθλιο καρέ είναι αυτό που είχα;». Και η φωτογραφία ήταν σαν να με κοίταζε γεμάτη θλίψη και απέχθεια. Ήταν σαν να την άκουγα να μου μιλάει και να μου λέει: «Αυτά τα όνειρα είχαμε εμείς, αυτά λέγαμε ότι θα κάνουμε;» Γύρισα στον καθρέφτη και δεν είδα πουθενά αυτό το παιδί. Δεν είδα πουθενά εμένα. «Ποια είναι αυτή γερασμένη μορφή που με κοιτάει;». Ούτε καν τα μάτια μας δε μοιάζανε. Είχα ευθύνες απέναντι σε αυτό το παιδί. Είχα ευθύνες απέναντι σε εμένα.
Για να νικήσεις το τέρας όμως, πρέπει πρώτα να το αντιμετωπίσεις και για να το αντιμετωπίσω έπρεπε πρώτα να ξεφορτωθώ τις κακές συνήθειες που χρησιμοποιούσα για να το αποφεύγω. Και στα δύο, χρειάστηκα βοήθεια. Είχα κουραστεί να παλεύω μόνη μου. Αλήθεια γιατί δεν ζητούσα ποτέ βοήθεια; Γιατί ξέσκιζα τα μέσα μου για να φαίνομαι καλά έξω μου; Όλοι οι γύρω μου, μου προσέφεραν απλόχερα την βοήθεια τους. Χρόνια περίμεναν να τη ζητήσω.
Άργησα να αντιμετωπίσω το τερατάκι. Άργησα πολύ. Είχε φωλιάσει μέσα μου πολύ πριν από εκείνη την μέρα που δεν ήθελα να πάω σχολείο. Χρόνια μη ιάσιμη κατάθλιψη με τάσεις αυτοκαταστροφής, κρίσεις πανικού και αυτοτραυματισμούς, ήταν η διάγνωση. «Μη ιάσιμη; Τι εννοείς γιατρέ; Δεν θα απαλλαγώ από το τέρας; Εγώ για αυτό ήρθα σε σένα». ΟΧΙ δεν θα απαλλαγώ ποτέ φίλε μου και ευτυχώς πλέον το έχω πάρει απόφαση. Έμαθα όμως να ζω μαζί του. Έμαθα να κρατάω τα ηνία μου ακόμα και όταν το τερατάκι προσπαθεί να παρεκτραπεί. Έμαθα πότε θα πρέπει να το αφήνω να ξεφαντώσει για μία δύο μέρες, για να ξεκουραστώ και εγώ, και πώς να το βάζω αμέσως μετά στην γωνίτσα του. Αποδέχτηκα πως θα παίρνω φάρμακα για μια ζωή. Γιατί χωρίς αυτά το τερατάκι μου αποθρασύνεται, γίνεται τέρας και κάνει ότι θέλει. Και εγώ πλέον θέλω να ζήσω και όχι να υπάρχω. Θέλω να γεύομαι τη ζωή κάθε στιγμή και όχι μόνο στα όνειρα μου.
Έμαθα πώς να κάνω το τέρας, να γίνει τερατάκι και πώς να συνυπάρχω μαζί του.

 

Μαύρη Ορχιδέα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook