Το “βάπτισμα”

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Διστακτικά πλησίασε στην άκρη της παραλίας. Ο ήλιος ετοιμαζόταν να βουτήξει και εκείνος στην θάλασσα μ’ ένα θράσος που την έκανε να τον ζηλεύει. Απεγνωσμένη γύρισε προς εκείνον ελπίζοντας να την λυπηθεί. Μάταια όμως… Το βλέμμα του της έλεγε ξεκάθαρα, πως ενδεχόμενο να αναβάλλουν και πάλι το σημερινό, δεν υπήρχε. Έσκυψε με δυσκολία και ξεκούμπωσε τα σανδάλια που φορούσε. Τα πέταξε λίγο πιο πίσω και πλησίασε και άλλο το νερό. Και ύστερα ήρθε το πρώτο κύμα και έβρεξε τα πρησμένα δάχτυλα των ποδιών της κάνοντας την να ανατριχιάσει ολόκληρη. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά που η θάλασσα είχε αγγίξει το σώμα της; Πολλά, πάρα πολλά. Και καθώς τα κύματα το ένα μετά το άλλο έβρεχαν πλέον και τους αστραγάλους της, μεγάλα χοντρά δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της.

Πόσο την αγαπούσε κάποτε μόνο η ίδια το ήξερε. Εκείνη και εκείνος…

Σαν παιδί δεν μπορούσαν να την βγάλουν από εκεί μέσα. Η πρώτη ήταν που βουτούσε και η τελευταία που έβγαινε γκρινιάζοντας. “Δελφινάκι” την φώναζε ο πατέρας της και εκείνη ξεκαρδιζόταν στα γέλια κάθε φορά που το άκουγε. Και έβλεπε στον ύπνο της πως καβαλούσε ένα αληθινό δελφίνι και πως μαζί του ταξίδευε εκεί στα βαθιά που οι γονείς της δεν την άφηναν να πάει. “Δελφινάκια” όμως ήταν όλα τα παιδιά του νησιού. Το καλό του να μεγαλώνεις δίπλα στη θάλασσα ήταν, ότι το κολύμπι που μάθαινες από την κοιλιά της μάνα σου, μπορούσες να το εξασκήσεις και αφού έβγαινες από εκεί μέσα. Γιατί υδάτινο είναι το πρώτο “σπίτι” των ανθρώπων και ας το ξεχνάνε.

Και ήταν τα παιδικά της χρόνια αλμυρά και όμορφα. Σε μια χώρα ευλογημένη να έχει ήλιο και ζέστη τους περισσότερους μήνες, απολάμβανε τη θάλασσα σε κάθε ευκαιρία. Κόρη ψαρά, μεγάλωνε με μια αναμενόμενη λατρεία απέναντι της που ακόμα και εκείνος την έβρισκε ώρες ώρες αφύσικη.
“Δεν την βαρέθηκες βρε δελφινάκι;” την ρώτησε κάποια φορά όταν του έκανε παρέα στο καΐκι.
“Γιατί ρε μπαμπά εσύ την βαρέθηκες;” απάντησε εκείνη με φυσικότητα συνεχίζοντας να ξεμπλέκει τα δίχτυα που είχε απλωμένα στα πόδια της.
“Εμένα κόρη μου εδώ και χρόνια μου χαρίζει το ψωμί μου. Τη σέβομαι λοιπόν και τη φοβάμαι. Εσύ όμως παιδί μου όταν μπαίνεις μέσα της, με κάνεις να τρομάζω. Ώρες ώρες νομίζω πως θα βουτήξεις και δεν θα ξαναβγείς τόσο που την αγαπάς!” είπε εκείνος ανήσυχος
“Αχ βρε μπαμπά δεν μπορώ να στο εξηγήσω. Εκεί μέσα νιώθω ελεύθερη! Μην ανησυχείς όμως, όσο δεν έχω βράγχια και λέπια, είμαι αναγκασμένη να βγαίνω στη στεριά.” , είπε κλείνοντας του το μάτι πονηρά. Και αυτή ήταν η αλήθεια. Ακόμα και σε εκείνον που μακριά της δεν θα μπορούσε να ζήσει, που η αλμύρα είχε ποτίσει πλέον κάθε πόρο του κορμιού του, που ο άκαρδος ήλιος είχε σκάψει με ρυτίδες όλο του το πρόσωπο, ακόμα και σε εκείνον, δεν μπορούσε να εξηγήσει πως ένιωθε κάθε φορά που το νερό ακουμπούσε το σώμα της.

Προδοσία λοιπόν. Αυτό ένιωσε όταν ένα πρωινό μετά από μια καταιγίδα, έμαθε πως εκείνη ,ο “έρωτας” της ζωής της, τράβηξε μέσα της αυτόν που την σεβόταν και την φοβόταν. “Εμένα έπρεπε να πάρει, εμένα!” έλεγε ξανά και ξανά με μια απελπισία που πλησίαζε την τρέλα. Μάζεψε έτσι η δόλια η χήρα τα κομμάτια της και λίγα πράγματα και ένα πρωί μπήκαν μάνα και κόρη στο πλοίο και φύγανε για το χωριό της στην Ήπειρο. Δεν θα άφηνε αυτή τη σκρόφα να της πάρει και την μοναχοκόρη της τρελαίνοντας την. Μακριά θα ήταν πιο εύκολο και για τις δυο τους να γλύψουν τις πληγές τους.

Και ήρθε ο χρόνος και άμβλυνε τις γωνίες του πόνου τους με το μαγικό τρόπο που μόνο εκείνος ξέρει. Αυτό που δεν κατάφερνε όμως να αμβλύνει με τίποτα ήταν την αποστροφή που πλέον ένιωθε για την “κλέφτρα”. Την απαρνήθηκε έτσι με τόσο πείσμα και τόση πικρία, λες και ο θάνατος εκείνου, είχε γυρίσει τον διακόπτη μέσα της 180 μοίρες. Ούτε να την κοιτάζει δεν άντεχε πια, πόσο μάλλον να την αφήσει να την ακουμπήσει. Και ένιωθε στα χρόνια μισή. Λες και ένα κομμάτι της είχε χαθεί για πάντα μέσα στο σκοτεινό βυθό της.

“Βούτηξε μωρό μου, βούτηξε. Βούτηξε για εκείνον που έρχεται. Κύκλους κάνει η ζωή. Μεγάλους κύκλους που δεν τελειώνουν ποτέ. Θάνατος και γέννηση εναλλάσσονται αέναα. Φτάνει τόσο. Συγχώρεσε την και μπάλωσε επιτέλους την καρδία σου”, της ψιθύρισε γλυκά στο αφτί.

Ναι ,είχε δίκιο. Σε λιγότερο από μήνα θα ερχόταν από το πρώτο “υδάτινο” σπίτι του στην αγκαλιά της. Και εκείνη ήθελε να τον μάθει να κολυμπάει. Ήθελε να τον μάθει να ψαρεύει και να μαζεύει κοχύλια. Ήθελε να μπορεί να του μιλάει για τον παππού του χωρίς ενοχή στη φωνή της. Αλλά το βασικότερο ήταν πως ήθελε εκείνος ο μικρούλης, που σύντομα θα έβλεπε το φως της ζωής, να έχει μια μαμά ολόκληρη. Και για να έχει μια μαμά ολόκληρη, έπρεπε να βουτήξει και να πάρει από μέσα της το κομμάτι που τότε της έκλεψε. Το κομμάτι της χαμένης της αθωότητας.

Με αργά βήματα και τρέμοντας άρχισε να προχωράει σκουπίζοντας τα δάκρυα της. Και παρά την προχωρημένη εγκυμοσύνη της, με μια απότομη κίνηση, βούτηξε ολόκληρη κάτω από το νερό. Μ’ ένα “βάπτισμα” έτσι διαφορετικό, μπόρεσε να τη συγχωρέσει. Και εκείνη και τον εαυτό της που τόσα χρόνια χρέωνε για το χαμό του. Γιατί ένα ήταν πάντα οι δύο τους….
“Σ αρέσει δελφινάκι μου;”, ρώτησε βγαίνοντας και πάλι στην επιφάνεια χαϊδεύοντας τρυφερά την κοιλιά της. Και εκείνος κλώτσησε χαρούμενος.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook