Παρασκευή απόγευμα και μόλις είχε τελειώσει μία πολύ κουραστική μέρα στο γραφείο. Πάλευε να τα βγάλει πέρα με ένα πολύ απαιτητικό πρότζεκτ, που του είχε ανατεθεί μόλις πέντε μέρες πριν. Σήκωσε το κεφάλι του, πήρε μία βαθιά ανάσα και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, ενώ ήπιε την τελευταία γουλιά από τον απογευματινό καφέ του. Σηκώθηκε, τεντώθηκε, έβαλε το βαρύ αντιανεμικό μπουφάν του, το λεπτό κασκόλ του και κατέβηκε στην είσοδο του μεγάλου κτηρίου. Ανέβηκε στο ποδήλατο και ξεκίνησε. Είχε ήδη νυχτώσει.

Εκείνη στεκόταν στην άκρη στα βράχια, παρατηρώντας την αγριεμένη θάλασσα. Καθώς έβγαλε την κουκούλα του μπουφάν της για να αφήσει τον παγωμένο αλμυρό αέρα να μπει ανάμεσα στα μαλλιά της, τον είδε.

Εκείνος πλησίασε και κάθισε δίπλα της. Γύρισε και τον κοίταξε με μάτια που πετούσαν σπίθες, σαν να την ενοχλούσε η παρουσία του. Είχε τα πιο όμορφα μάτια και το πιο παράξενο βλέμμα που είχε αντικρίσει ποτέ της. Αυτό όμως ήταν το δικό της βραχάκι και δεν ήθελε κανέναν άλλον δίπλα της. Ήταν το μόνο μέρος που μπορούσε να σκεφτεί, πολλές φορές και δυνατά.
“Εσύ μας έλειπες” ψέλλισε.
“Ορίστε;” απάντησε εκείνος.
Για άλλη μια φορά σκέφτηκε δυνατά αυτή τη φορά ασυναίσθητα.
“Εδώ είναι το δικό μου σημείο…”
“Ακούγεσαι σαν κακομαθημένο κοριτσάκι και δεν μου αρέσει καθόλου αυτό”

Απόρησε με το θράσος του και πριν καλά καλά του απαντήσει, εκείνος συμπλήρωσε:
“Τα κακομαθημένα κοριτσάκια χρειάζονται τιμωρία και πειθαρχεία”.
Κάνοντας μια κίνηση έβγαλε το κασκόλ του, έσκυψε, την άρπαξε από τα μαλλιά και της έδωσε ένα άγριο, γεμάτο πάθος φιλί. Την αιφνιδίασε και όσο και αν προσπάθησε να αντισταθεί, εκείνος ήταν πιο δυνατός. Με μια κίνηση της έδεσε τα χέρια με το κασκόλ του και ενώ τη φιλούσε παθιασμένα, άρχισε να της βγάζει σιγά σιγά τα ρούχα αδιαφορώντας για το κρύο.

Παρά τον φόβο της ένιωσε τέτοια έξαψη, που δεν μπορούσε πια να μην παραδοθεί στα χείλη και στη γλώσσα του, που με μαεστρία έκανε βόλτες στο γυμνό πλέον κορμί της. Μέσα στην παγωνιά, ένιωσε πως είχε πάρει φωτιά. Πήγε να φωνάξει για βοήθεια, αλλά μόνο μια δυνατή κραυγή ηδονής βγήκε από τα χείλη της, την ώρα που ένιωσε το μέσα της να καίγεται από την άγρια εισβολή του. Αγριεμένος από το πάθος του, την έκανε να παραδοθεί με ένα ακόμα φιλί και πλέον μαγεμένη αφέθηκε στο να απολαμβάνει τη μυρωδιά, τα χάδια, το άγγιγμά του και την αίσθηση του μέσα της.

Ξέπνοη σχεδόν υπνωτισμένη και πλέον με ελεύθερα τα χέρια της, ντύθηκε με βιαστικές κινήσεις. Εκείνος χωρίς να της πει κουβέντα, την άρπαξε στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα βαθύ φιλί και μετά εξαφανίστηκε.

Μπήκε στο ασανσέρ. Ακόμα και έξω από την πόρτα ακουγόταν τα γέλια των τριών παιδιών.
“Πρόλαβε και τα πήρε από τις δραστηριότητες τους”, σκέφτηκε και γύρισε το κλειδί στην πόρτα. Το χαμόγελό του μαρτυρούσε ικανοποίηση. Τα παιδιά έπεσαν επάνω του και εκείνος τα πήρε μια μεγάλη αγκαλιά. Η γυναίκα του ετοίμαζε το βραδινό τους γεύμα. Πήγε κοντά της, την αγκάλιασε και της έδωσε ένα γλυκό φιλί στο λαιμό.
“Εσύ μας έλειπες”, του είπε χαμηλόφωνα και περιπαικτικά και του έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο.
“Κακομαθημένο μου κοριτσάκι”, της είπε και της έδωσε ένα παιχνιδιάρικο τσίμπημα στον ποπό κλείνοντας της το μάτι.

 

Κων.Κ