Το βράδυ της

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

05:20, ξημερώνει Σάββατο. Έχει καθίσει σε μία καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και κοιτάζει τους άδειους δρόμους της γκρίζας πόλης. Η μάσκαρα έχει τρέξει στα μάγουλά της, το κραγιόν της σχεδόν ανύπαρκτο πλέον, έχει αφήσει απλά το σημάδι του να της θυμίζει πως κάποτε ήταν εκεί. Το τσιγάρο καίει τα δάχτυλα της όπως οι σκέψεις καίνε το μυαλό της. Πάλι δεν κατάφερε να ισορροπήσει, πάλι ξέφυγε. Το προηγούμενο βράδυ περνάει σαν ταινία μπροστά από τα μάτια της:
Είναι 23:30 και η νύχτα έχει ήδη απλώσει τον μαύρο της μανδύα. Φοράει τις γόβες της και το χαμόγελο της και βγαίνει από την πόρτα. Απόψε όλα θα είναι τέλεια. Θα βγει για ένα ποτό με την φίλη της, θα μιλήσουν για την ημέρα τους και θα γυρίσει σπίτι. Μήπως να πιει χυμό; Μήπως να μην το ρισκάρει; Μπα ένα κρασάκι ίσα ίσα για το καλό. Πόσο κακό μπορεί να κάνει ένα κρασάκι;
Το μπαρ είναι γεμάτο αλλά η θέση της στην μπάρα είναι όπως πάντα διαθέσιμη. Το ήξερε πως «ΕΚΕΙΝΟΣ» δεν θα ξεχνούσε πως είναι Παρασκευή, ποτέ δεν την ξεχνάει. Αυτό είναι το «σπίτι» της κάθε Παρασκευή βράδυ. Τα ποτήρια γεμίζουν και η βραδιά ξεκινάει. Γέλια, χαρούμενες φωνές και χορός παντού. Το κρασί, γίνεται vodka και η vodka ανάμεικτα σφηνάκια. Ρίχνει στην φίλη της το «βλέμμα». Το βλέμμα που μόνο ο πιο κοντινός σου άνθρωπος καταλαβαίνει, αυτό που μυρίζει μπελάδες από χιλιόμετρα μακριά. «Όχι πάλι» φωνάζει η φίλη της, και μαζί με αυτή ουρλιάζει και κάθε κύτταρο του κορμιού της. Όλα όσα θέλει εκείνη την στιγμή είναι ένα τηλεφώνημα μακριά. Μία τελευταία φορά είναι, ίσα ίσα να σταματήσει να σκέφτεται για σήμερα.
Ο «φίλος» της έχει φτάσει στην γωνία, δεν είναι χαρούμενος, είχε πολύ καιρό να τον πάρει τηλέφωνο. Για λίγα δευτερόλεπτα προσποιείται πως νοιάζεται και πως δεν θέλει να της δώσει το «φάρμακο», είναι «φίλος» της άλλωστε. Τα μάτια του όμως τον προδίδουν. Έχουν καρφωθεί πάνω στο πενηντάρικο και βγάζουν φλόγες. Το παίρνει και φεύγει. Το ξέρει πως όλο αυτό είναι λάθος. «Live it,or leave it», σιγοψιθυρίζει.
Το μπαρ ξεχειλίζει από ζωή και εκείνη βλέπει μόνο την πόρτα της τουαλέτας. Τρέχει προς τα εκεί. Αδιαφορεί για την φίλη της που προσπαθεί να την κρατήσει. Μπαίνει μέσα όπως όπως. Το σακουλάκι στα χέρια της «χορεύει» σαν να μην θέλει να ανοιχτεί. «Αναθεματισμένο», φωνάζει και η πόρτα ανοίγει. Ο «ΕΚΕΙΝΟΣ» την κοιτάζει. Τα μάτια του είναι άδεια. Ούτε θυμός, ούτε θλίψη. Το απόλυτο τίποτα. «Καλή συνέχεια» της είπε κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Όλα είχαν τελειώσει. Πλέον ήξερε πως η θέση της δεν θα ήταν πια ποτέ ελεύθερη τις Παρασκευές. Δεν θα την περίμενε. Θα την ξεχνούσε. Γιατί όμως τώρα; Γιατί σήμερα; Δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε.
Έτρεξε μέσα στο μπαρ. Η φίλη της την περίμενε με δύο σφηνάκια. Ο «ΕΚΕΙΝΟΣ» δεν ήταν πουθενά. Η ψυχή της μάτωνε αλλά η χαμογελαστή μάσκα παρέμεινε στο πρόσωπο της. Είχε μάθει καλά να κρύβεται. Δεν έδειχνε ποτέ τι αισθανόταν. Έπνιγε τον πόνο της στο καυτό οινόπνευμα. Αυτό θα έκανε και απόψε. Η φίλη της όμως ήξερε. Άκουγε την καρδιά της που έκλαιγε και ξέσκιζε τα σωθικά της πίσω από αυτό το προσωπείο. Για αυτό δεν της χάλασε κανένα χατίρι.
Η βραδιά τελείωσε βρίσκοντάς την στις τρεις το πρωί, με τις γόβες της στο χέρι, να γυρίζει σπίτι. Πρώτη φορά πήγαινε μόνη της, πάντα την γύριζε «ΕΚΕΙΝΟΣ». Δέκα λεπτά απόσταση, μα ποτέ δεν την άφησε να πάει μόνη της. Την έβαζε μέσα στην πολυκατοικία και περίμενε να ανέβει. Εκείνη αν και έμενε στον τρίτο πήγαινε πάντα από τις σκάλες, μόνο και μόνο για να του ρίξει μία τελευταία ματιά πάνω στην στροφή. Σήμερα όμως όχι. Την άφησε μόνη της και δεν εξήγησε καν το γιατί.
Έφτασε μπροστά στην είσοδο. Όλα είχαν αλλάξει, ακόμα και εδώ. Το κτήριο ήταν πιο σκοτεινό, η σιδερένια πόρτα βαριά, μετά βίας κατάφερε και την άνοιξε. Μπήκε στο ασανσέρ, δεν είχε λόγο να ανέβει τρεις ορόφους με τα πόδια. Με μηχανικές κινήσεις ψάχνει τα κλειδιά της ενώ ταυτόχρονα το «γιατί» έχει γίνει τόσο τεράστιο μέσα στο κεφάλι της και την καρδιά της. Τα μάτια της θολώνουν, βρέχονται. Είναι μόνη της πλέον, μπορεί να σπάσει. Τα πόδια της δεν την κρατάνε πια. Γονατίζει στο πάτωμα της μικρής καμπίνας του ασανσέρ και ξεσπάει σε αναφιλητά.
«Τρίτος όροφος», ακούγεται η ρομποτική γυναικεία φωνή του ανελκυστήρα. Με όση δύναμη της έχει απομείνει προσπαθεί να σηκωθεί μαζεύοντας ταυτόχρονα παπούτσια, τσάντα και μερικά ψιλοπράματα που πέσανε καθώς σωριαζόταν. Η πόρτα του ασανσέρ ανοίγει. Σηκώνει το βλέμμα της από το πάτωμα και κοιτάει με μία έκπληξη. Ο «ΕΚΕΙΝΟΣ» είναι αυτός μπροστά της; Μήπως τα θολωμένα από δάκρυα μάτια της την ξεγελάνε; «Τόσο άντεξα», η φωνή του είναι βαριά και βραχνή, καμία σχέση με τον παιχνιδιάρικο τόνο που είχε κάποτε. «Τρία χρόνια δίπλα σου, να σε βλέπω να σκορπίζεσαι σε πάθη της στιγμής». Θέλει τόσο πολύ να του απαντήσει αλλά η φωνή της δεν βγαίνει. Απλώνει το χέρι του και την βοηθάει να σηκωθεί. Μαζεύει τα πράματα της και μαζί πάνε προς το διαμέρισμα της. Ο «ΕΚΕΙΝΟΣ» βγάζει τα κλειδιά της από την τσέπη του. «Σου πέσανε έξω από το μπαρ όταν πήγες να βρεις τον φίλο σου». Ο κόμπος στον λαιμό της μεγάλωσε, δεν είχε αισθανθεί τόση ντροπή ποτέ ξανά.
Μπαίνοντας πηγαίνει κατευθείαν στο κρεβάτι και κάθεται. Ήταν πιο εύθραυστη από ποτέ. Την πλησιάζει και την φιλάει τρυφερά στα χείλη. «Άσε με να γίνω εγώ το φάρμακο σου. Να σε κάνω εγώ να ξεχνάς τα πάντα. Άσε με να σε μάθω να ζεις και όχι να αργοπεθαίνεις». Τα μάτια της άστραψαν ξαφνικά. «Live it or leave it», του απαντάει και αφήνεται ολοκληρωτικά στα χάδια του και στα φιλιά του.
05:22, ξημερώνει Σάββατο. Σβήνει το τσιγάρο της και γυρνάει στο κρεβάτι. Ο «ΕΚΕΙΝΟΣ» την σφίγγει στην αγκαλιά του. Τελικά καλά έκανε και ξέφυγε σήμερα. Απόψε ήταν το βράδυ της. Η αρχή της καινούριας της ζωής.
Ένα ύποπτο σακουλάκι παραμένει κλειστό στις τουαλέτες του μπαρ. Δεν ανοίχτηκε ποτέ. Δεν το χρειαζόταν πια. Το «φάρμακο» ήταν δίπλα της.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook