Τοκ Τοκ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Μη γελάτε, ρε μαλάκες. Αλήθεια λέω!»
Ο Σπύρος κι ο Κώστας είχαν σκύψει μπροστά, κρατώντας την κοιλιά τους και χαχανίζοντας δυνατά. Ο Αχιλλέας, είχε σταυρώσει τα χέρια θυμωμένος και κοιτούσε προς τον ουρανό. Πάντα η ίδια αντίδραση, πάντα! Σκέφθηκε και ξεφύσηξε δυνατά.
«Και για πες ρε Αχιλλέα…», απάντησε με δάκρυα στα μάτια ο Σπύρος, «ήταν δύο οι ξεδοντιάρες; Μήπως τα είχες κοπανήσει κι ήταν τελικά τέσσερις; Καλά μωρά;»
Ο Κώστας γέλασε περισσότερο, σκουντώντας τον φίλο του. Ο Αχιλλέας σηκώθηκε θιγμένος, κλώτσησε ένα πετραδάκι μακριά και κίνησε να φύγει.
«Όχι, όχι, κάτσε να μας πεις την συνέχεια ρε!» τον ενθάρρυναν κι οι δύο ειρωνικά. Ο Αχιλλέας γύρισε προς το μέρος τους και με απόλυτα σοβαρό ύφος, απάντησε:
«Απόψε θα ξαναπάω. Και θα φέρω και αποδεικτικά στοιχεία. Και τότε να δούμε ποιος θα γελάσει, ηλίθιοι».
Οι φίλοι του κοιτάχτηκαν έντρομοι. Τα μάτια τους είχαν γουρλώσει. Ο Αχιλλέας πίστεψε για μία στιγμή ότι τον είχαν πάρει στα σοβαρά. Δευτερόλεπτα μετά, ξεράθηκαν πάλι στα γέλια.
«Άντε γαμηθείτε», τους είπε κι έφυγε με γοργό βήμα.

Το επόμενο απόγευμα, λίγη ώρα πριν ο ήλιος δύσει πίσω από τον Υμηττό, ο Αχιλλέας βρέθηκε ξανά στο εγκαταλελειμμένο σπίτι του Φιλοπάππου. Η ανηφόρα τον είχε κάνει να ιδρώσει και ένιωθε ένα τράβηγμα στο δεξί του πόδι. Στεκόταν απέναντι από το σπίτι, κοίταζε δεξιά κι αριστερά τα αυτοκίνητα να περνάν από μπροστά του κι έτριβε μανιωδώς το σαγόνι του. Ό,τι κι αν έλεγαν οι φίλοι του, αυτός τις είχε δει.
Δύο γυναίκες, πιασμένες χέρι χέρι, να στέκονται κάτω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Ιστοί αράχνης έπεφταν στα αραιωμένα μαλλιά τους και τα φορέματα είχαν ένα ακαθόριστο, γκρίζο χρώμα. Του είχε κοπεί η ανάσα με το που τις είχε αντικρίσει, τα πόδια του αρνούνταν να υπακούσουν στην λογική, το μυαλό του είχε κολλήσει σαν ένα σκουριασμένο γρανάζι. Του άρεσαν οι ιστορίες τρόμου, του εξίταραν την φαντασία, αλλά ποτέ δεν περίμενε να δει κάτι τέτοιο μπροστά του.
Πλέον, εξοπλισμένος με φακό και κάμερα, είχε πάρει απόφαση να αποδείξει σε όλους ότι αυτό που είδε, ήταν αληθινό. Πήρε δύο βαθιές ανάσες, τίναξε τα χέρια και τα πόδια του λες και θα έτρεχε σε αγώνα δρόμου και, αποφασισμένος, πέρασε απέναντι. Η καγκελόπορτα ήταν παραβιασμένη εδώ και πολλά χρόνια, από τοξικομανείς που έβρισκαν λίγη ζεστασιά στο εγκαταλελειμμένο σπίτι.
Συνθήματα και γκραφίτι στόλιζαν τον εξωτερικό τοίχο, ενώ ξεχαρβαλωμένα στρώματα ήταν πεταμένα μπροστά στην είσοδο. Ο Αχιλλέας κοίταξε άλλη μία φορά το κοκκινωπό χρώμα του ήλιου, δοκίμασε τον φακό του ότι δουλεύει κι έκανε το μεγάλο βήμα.
Η πόρτα έτριξε με δύναμη, αφήνοντας έναν ανατριχιαστικό θόρυβο να αιωρείται. Οι κινήσεις του ήταν σπασμωδικές, φοβούμενος ότι ανά πάσα στιγμή θα εμφανιστούν σε κάποια γωνία οι δύο γυναίκες. Ανοιγόκλεισε τον φακό του ξανά. Ένα απότομο αεράκι, τίναξε τις σκισμένες κουρτίνες του παραθύρου δίπλα του, κάνοντας τον να αναπηδήσει.
Έλα ρε Αχιλλέα, αμάν αγόρι μου. Δύναμη και τόλμη, δεν είσαι κάνας φλώρος. Άντε, προχώρα.
Έκανε δύο βήματα κι έκλεισε ελαφρά την πόρτα πίσω του, αφήνοντας ένα μικρό κενό για να μπορεί να φύγει τρέχοντας – αν χρειαστεί. Έβγαλε την κάμερα και την κρέμασε στον λαιμό του. Η κουζίνα στα δεξιά ήταν άδεια από έπιπλα, με εξαίρεση μία σπασμένη καρέκλα ακουμπισμένη στον τοίχο. Ντουλάπια ανοιχτά έδειχναν μία αίσθηση εγκατάλειψης ενός σπιτιού που παλιά έστεκε περήφανο στον περιφερειακό δρόμο.
Ο Αχιλλέας μπήκε στην κουζίνα κι έλεγξε την πόρτα που έβγαζε στην πίσω αυλή. Κλειδωμένη, όπως και χθες. Δοκίμασε το πόμολο δύο φορές για να είναι σίγουρος.
Όλα καλά. Θα πάω, θα βγάλω φωτογραφίες και το σαλόνι και μετ-
Τρίξιμο, πόρτα που κλείνει, γέλιο. Ο Αχιλλέας κοκάλωσε κι ο φακός του έπεσε από τα χέρια. Έκλεισε τα μάτια του, σφίγγοντας τα τόσο πολύ που νόμιζε ότι θα τρυπήσει το δέρμα του. Τα άνοιξε μετά και πήρε βαθιές ανάσες.
Ο αέρας ήταν, το γέλιο είναι της φαντασίας μου. Όλα καλά, όλα καλά.
Σήκωσε τον φακό και πήγε στο χωλ. Η πόρτα είχε κλείσει όντως. Την άνοιξε πάλι κι εκείνη την στιγμή ταλαντεύτηκε στο αν ήταν καλύτερα να τα παρατήσει όλα και να φύγει ή να συνεχίσει το ψάξιμο. Οι σκέψεις του διακόπηκαν από τρία βαριά βήματα που αντήχησαν στον πάνω όροφο.
Τι στο διαο-
«Τακ τακ».
Η φωνή που ακούστηκε έμοιαζε παιδική. Ο Αχιλλέας άνοιξε το στόμα του αλλά δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη.
«Τακ τακ».
Πάλι βήματα. Η σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο ήταν μισοδιαλυμένη, δύσκολα ανέβαινες πάνω χωρίς να τσακιστείς. Ένας πόνος στο στήθος τον έκανε να λυγίσει κι ένας κόμπος στον λαιμό να μην μπορεί να πάρει ανάσα.
«Δύο βηματάκια, δύο τα παιδάκια».
Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν αγόρι ή κορίτσι. Μιλούσε τραγουδιστά με μεγάλες παύσεις ανάμεσα στις λέξεις.
«Π… ποιος είναι;» ρώτησε με σπαστή φωνή. Γέλια, τρίξιμο πόρτας, βήματα.
«Τακ τακ. Δύο βηματάκια, πίσω από τα παιδάκια, έτρεξαν, έτρεξαν και πέσαν στα πηγαδάκια».
Ο Αχιλλέας πίστεψε για μία στιγμή ότι του κάνουν πλάκα. Οι φίλοι του είχαν στηθεί από πριν, γνωρίζοντας ότι θα ξαναπάει και ήθελαν να τον κάνουν να χεστεί από τον φόβο του. Ορμώμενος από μία ξαφνική σιγουριά, έτρεξε στο σαλόνι και φώτισε τον χώρο. Τα παράθυρα ήταν αμπαρωμένα με σανίδες, απαγορεύοντας στο λιγοστό φως του ήλιου να τρυπώσει μέσα.
«Έλα, κόψτε τις μαλακίες. Ξέρω ότι μου κάνετε πλάκα. Σπύρο, Κώστα, βγείτε έξω», φώναξε με δύναμη.
Καμία απάντηση. Αποφάσισε να τολμήσει να ανέβει την σκάλα για να τους ξεμπροστιάσει. Μάλιστα θα τους έβγαζε και φωτογραφία για να τους κάνει ρεζίλι την επόμενη μέρα στο σχολείο. Τα πρώτα σκαλιά ήταν αρκετά γερά, μετά ξεκινούσε το δύσκολο κομμάτι. Σανίδες είχαν γείρει επικίνδυνα προς τα κάτω ενώ παντού προεξείχαν σκουριασμένα καρφιά.
«Τακ… τακ».
Η φωνή βάρυνε, έγινε πιο αργόσυρτη, σαν χαλασμένο πικ-απ.
«Δύο… βημμμααατάααακια… πίιισω απόοο…»
Ο Αχιλλέας ένιωθε άσχημα που έσπαγαν πλάκα μαζί του. Κινδυνεύοντας να σωριαστεί στο ισόγειο, ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά κι έφτασε στον πάνω όροφο. Μπροστά του, απλωνόταν ένας σκοτεινός διάδρομος που τελείωνε σε ένα ανοιχτό παράθυρο. Παρ’ όλο που γνώριζε ότι ακόμα ο ήλιος δεν είχε δύσει, από το παράθυρο έβλεπε ότι έξω ήταν νύχτα. Έτριψε τα μάτια του κι έκανε δύο βήματα.
«Έτρεξααααν… έτρεξααααν.. καιι…»
Η φωνή συνέχιζε το μακρόσυρτό της παραλήρημα. Ο Αχιλλέας προσπέρασε πόρτες κλειστές, χωρίς καμία ένδειξη πάνω τους κι έφτασε ένα βήμα από το παράθυρο. Ο ουρανός έξω ήταν άναστρος αλλά πεντακάθαρος. Άκουσε φωνές από κάτω, φωνές γνωστές που αναμειγνύονταν με παρακάλια. Έκανε το τελευταίο βήμα και κοίταξε έξω.
Ο Σπύρος κι ο Κώστας στέκονταν όρθιοι, με την πλάτη τους γυρισμένη, μπροστά από ένα πηγάδι. Πίσω τους, δύο γυναίκες με γκρίζα φορέματα και πιασμένες χέρι χέρι, είχαν σκύψει στον λαιμό τους λες και τους ψιθύριζαν κάτι. Ο Αχιλλέας προσπάθησε να φωνάξει αλλά κάτι καυτό και σφιχτό του έκλεισε το στόμα. Οι γυναίκες γύρισαν προς τον Αχιλλέα, του χαμογέλασαν μέσα από σαπισμένα δόντια και έσπρωξαν με το ελεύθερο τους χέρι τους δύο φίλους του στο πηγάδι.
Οι φωνές τους αντήχησαν μόνο για δευτερόλεπτα πριν το αποκρουστικό κρακ. Το στόμα του Αχιλλέα ελευθερώθηκε αφήνοντας μία δυνατή κραυγή.
Γύρισε το σώμα του με σκοπό να τρέξει να βγει έξω.
Ένα μικρό παιδί, με τεράστια χέρια, του χαμογέλασε. Πριν προλάβει να αντιδράσει ο Αχιλλέας, το παιδί τον έσπρωξε από το παράθυρο με δύναμη και το κεφάλι του Αχιλλέα έκανε έναν ανατριχιαστικό θόρυβο, προσκρούοντας στην πέτρινη βεράντα της αυλής.

«Τακ τακ. Δύο βηματάκια, δύο τα παιδάκια. Έτρεξαν, έτρεξαν και πέσαν στα πηγαδάκια.
Τοκ τοκ. Ένα βηματάκι, ένα το παιδάκι. Δεν άκουσε, δεν ήξερε κι έχασε το κεφαλάκι».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook