Τρεις σφαίρες

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Ξέρεις τι μου έχει λείψει πιο πολύ;»
Η φωνή της Μάρθας έμοιαζε με χαλασμένο ξυπνητήρι. Ο Νικήτας γύρισε και την κοίταξε με το κεφάλι σκυφτό.
«Το χέρι σου, στο σβέρκο μου», του ψιθύρισε.
Δεν ήθελε να δακρύσει. Τα μάγουλά του ήταν ήδη ξερά από πριν. Ο χρόνος τον πίεζε, η στιγμή τον πίεζε, τα δευτερόλεπτα πριν και τα δευτερόλεπτα μετά.
«Αγάπη μου, πρέπει να-»
Του έπιασε το χέρι και το έσφιξε με δύναμη.
«Σε παρακαλώ… μόνο για λίγο».
Ο Νικήτας ξεφύσηξε κι άφησε το όπλο του κάτω. Έτριψε τα χέρια του για να ζεσταθούν και τα ακούμπησε απαλά στο σβέρκο της. Εκείνη, αναστέναξε. Πάντα της άρεσε το μασάζ του. Δύο ζευγάρια χέρια που αιχμαλώτιζαν ένα ταλαιπωρημένο σώμα.
«Δε θέλω να φύγεις», του είπε ξέπνοα.
Σταμάτησε. Τα χέρια του είχαν αγκυλωθεί λες και κόπηκε η κυκλοφορία του αίματος.
«Πρέπει. Δε θα έχω άλλη ευκαιρία».
Απομακρύνθηκε από το άγγιγμά του. Σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος, τεντώνοντας το ξεχειλωμένο της μπλουζάκι.
«Είχες ευκαιρίες πολλές. Αλλά τις έχασες όλες».
Ο Νικήτας σηκώθηκε κι έπιασε το όπλο του από το πάτωμα. Έλεγξε τη θαλάμη, τη στριφογύρισε λίγες φορές και την επανέφερε στη θέση της. Τρεις σφαίρες. Μία για τον Σκύλο, μία για το μπάσταρδό του και μία για τον ίδιο αν τον έπιαναν αιχμάλωτο.
«Μάρθα…»
Γύρισε και τον κοίταξε. Τα φρύδια της, λεπτά σαν τσιγαρόχαρτα. Τα μάτια της θαμπά, φως που τρεμοσβήνει στο σκοτάδι.
«Θα γυρίσω. Και δε θα ξαναφύγω ποτέ. Στο χρωστάω».
Η Μάρθα έγνεψε κουρασμένα και προσπάθησε να σηκωθεί. Ο Νικήτας τη βοήθησε να σταθεί και της έδωσε τις πατερίτσες της.
«Το καλό που σου θέλω να γυρίσεις. Μου χρωστάς μεγαλειώδες δείπνο με αυγά ομελέτα και φτηνό κρασί».
Ο Νικήτας γέλασε. Πήγε να την αγκαλιάσει. Μαγκώθηκε.
«Φύγε. Πριν το μετανιώσω. Φύγε».

Λίγες ώρες αργότερα, ο Νικήτας βαριανάσαινε πίσω από έναν βράχο, γεμάτος χώμα και λάσπη. Δύο κόκκινες κηλίδες στόλιζαν το παντελόνι του, ενθύμιο από τη μάχη σώμα με σώμα με το μικρό μπάσταρδο.
«Υπαστυνόμε, λαμβάνεις;»
Ο ασύρματος είχε βαθουλώματα στις άκρες του αλλά δούλευε κανονικά. Η ησυχία από την άλλη πλευρά όμως είχε ανησυχήσει τον Νικήτα.
«Υπαστυνόμε Δημητρίου, λαμβάνεις;»
«Ναι, αστυνόμε. Είμαστε στη θέση μας. Δεν έχει βγει από την κρυψώνα του ακόμα ο Σκύλος».
«Μη κουνηθεί κανείς. Έρχομαι από ‘κει».
«Αστυνόμε… ο γιος του Σκύλου;»
«Στα θυμαράκια, όπως του αξίζει».
Ο Νικήτας έκλεισε τον ασύρματο, τράβηξε τη θαλάμη του όπλου και μέτρησε τις σφαίρες. Δύο. Το σχέδιο του, έως τώρα, είχε δουλέψει άψογα. Ίσως να μη χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει τη τελευταία σφαίρα.

Ο Αντώνης Παρέζης, γνωστός στη πιάτσα και σαν «Σκύλος», είχε ταμπουρωθεί μέσα στο μικρό καλυβάκι στο δάσος, λίγο έξω από τη πόλη της Θήβας. Κάθε τόσο έγλειφε τα δόντια του, κοιτούσε από το βρώμικο παράθυρο κι έβλεπε φιγούρες ντυμένες στα μπλε και στα πράσινα, να περιμένουν την επόμενη κίνησή του.
Ο γιος του είχε μείνει πίσω. Εκείνο το μαλακισμένο ποτέ δεν τον άκουγε, πάντα έκανε του κεφαλιού του. Εξαιτίας του είχε προδοθεί η θέση τους, εξαιτίας του δεν είχε σκοτώσει τη καριόλα γυναίκα του μπάτσου κι εξαιτίας του τώρα μπορεί να πέθαιναν κι οι δύο. Ο Σκύλος μέτρησε τις σφαίρες του. Οι επιλογές του δεν ήταν πολλές. Ή θα έμενε και θα πολεμούσε μέχρι τέλους ή θα παραδινόταν στα γουρούνια.
Δεν είχε ποτέ στη ζωή του σκεφτεί την δεύτερη λύση. Πάντα εναντίον τους, πάντα κυνηγημένος, κατατρεγμένος, ένα “παράσιτο” όπως τον αποκαλούσαν. Κι αυτός όμως, τους είχε τιμήσει με τον καλύτερο τρόπο. Παράσιτο, δεν τον ήθελαν; Γέμιζε και μόλυνε όλη την πόλη τους. Πίσω από κάθε έγκλημα, κάθε δολιοφθορά, κάθε απειλή, βρίσκοταν ο Σκύλος. Και γάβγιζε και δάγκωνε.
Μέχρι που βρέθηκε εκείνος ο καριόλης, ο αστυνόμος.
«Σκύλε! Ήρθα για σένα και μόνο. Βγες να λογαριαστούμε σαν άντρες».
Η φωνή του Νικήτα έκανε τον Σκύλο να αναπηδήσει. Κοίταξε φευγαλέα από το παράθυρο και τον είδε, με τα χέρια ανοιχτά, να στέκεται μόνος του λίγα μέτρα από την πόρτα του καλυβιού.
«Ψάχνεις για κορόιδα, αστυνόμε; Έναν έναν θα σας φάω ρε μπάσταρδοι, έναν έναν για να το απολαύσω».
«Ξεκίνα από μένα πρώτα, και βλέπουμε μετά τι θα μείνει για τους υπόλοιπους…»
Ο Σκύλος μούγκρισε δυνατά, όπλισε την καραμπίνα του κι όρμησε έξω από το σπίτι.

Ο Νικήτας είχε κρύψει το υπηρεσιακό του όπλο πάνω από την κωλότσεπή του. Ήξερε ότι μόνο αυτός μπορούσε να οδηγήσει τον Σκύλο να χάσει τον έλεγχό του και να ξεμυτίσει από το καλυβάκι. Ρίσκαρε τη ζωή του, έτσι απροστάτευτος που είχε βγει μπροστά, αλλά είχε σκοπό να το τελειώσει. Χωρίς να τραυματιστεί κανείς άλλος. Αρκετοί είχαν ήδη πληγωθεί.
Με το που είδε τον Σκύλο να ορμάει έξω, άρπαξε το όπλο του και τον σημάδεψε. Οι δύο άνδρες έμειναν ακίνητοι, οι υπόλοιποι αστυνομικοί όπλισαν κι αυτοί και βγήκαν από τις κρυψώνες τους.
«Πες τους να φύγουν, αστυνόμε, αλλιώς πριν πεθάνω θα γεμίσω το σώμα σου τρύπες».
Ο Νικήτας τους έκανε νόημα με το χέρι του να απομακρύνουν τα όπλα.
«Σκύλε… έπεσε πλέον η αυλαία. Παραδώσου να το λήξουμε εδώ και τώρα, ήρεμα. Δε χρειάζεται να κυλήσει άλλο αίμα».
Ο άνδρας απέναντι από τον Νικήτα πλατάγισε τη γλώσσα του. Κοίταξε τριγύρω βιαστικά και μετά πάνω από τον Νικήτα, σαν να έψαχνε κάτι.
«Ο γιος σου…»
«Βούλωσέ το, αρχίδι! Μη πιάνεις τον γιο μου στο στόμα σου».
Ο Σκύλος έκανε δύο βήματα κι ο Νικήτας οπισθοχώρησε άλλα δύο.
«Ο γιος σου… σε περιμένει, Σκύλε».
«Λες ψέμματα. Τον σκότωσες».
«Θα το ήθελα πολύ, πίστεψέ με. Αλλά, όχι. Σε περιμένει. Παραδώσου και μην τον αφήσεις ορφανό, χωρίς λόγο».
Ο Νικήτας άρχισε να κατεβάζει το όπλο του. Ο Σκύλος το ίδιο. Κάθε εκατοστό που κατέβαινε το όπλο, μία σκέψη τρύπωνε στο μυαλό του Νικήτα. Εικόνες. Αναμνήσεις. Η γυναίκα του να ουρλιάζει από τον πόνο, η γυναίκα του να παρακαλάει για τη ζωή της, η γυναίκα του να χάνει το ένα της πόδι, η γυναίκα του…
«Α, και να ξέρεις αστυνόμε… λυπάμαι για τη γυναίκα σου. Θα είχαμε περάσει καλά μαζί, αν δεν ερχόσουν να τη σώσεις».
Δύο σφαίρες… μία για τον Σκύλο και μία για τον ίδιο αν τον έπιανε αιχμάλωτο.
Ο Νικήτας σήκωσε το όπλο του. Ο άνδρας απέναντί του το ίδιο.
Μάρθα, για σένα

Η Μάρθα καθόταν στην κουνιστή καρέκλα στη βεράντα, πίνοντας λεμονάδα κι ατενίζοντας την αυλή του σπιτιού της. Ο ήλιος βρισκόταν στις τελευταίες στιγμές πριν τη δύση του, δίνοντας τη θέση του σε ένα γλυκό σούρουπο. Το χέρι της Μάρθας ανεβοκατέβαινε από το μέτωπό της στο λειψό της πόδι. Κανένας δεν είχε φανεί ακόμα στον ορίζοντα. Κοίταξε το ρολόι της. Πάλι είχε αργήσει. Όπως κάθε φορά, μετά τη δουλειά, τα βράδια που τον περίμενε καπνίζοντας μανιωδώς μπροστά από το τζάκι τους.
Ξαφνικά, δύο μπλε φώτα φάνηκαν στο βάθος. Η Μάρθα προσπάθησε να σηκωθεί αλλά πονούσε διαολεμένα. Έπιασε τις πατερίτσες της, στηρίχθηκε με το ζόρι και κατέβηκε τα σκαλιά της βεράντας. Τα περιπολικά είχαν σταματήσει στον μικρό, χωμάτινο δρόμο. Η Μάρθα έψαξε με το βλέμμα της τον Νικήτα.
Δύο άνδρες κατέβηκαν από το πρώτο περιπολικό. Τα πηλήκιά τους, κατεβασμένα. Το βλέμμα τους, χαμηλωμένο. Η Μάρθα σφίχτηκε και κατέρρευσε στο έδαφος.

Ηλίθιε… πώς και πώς περίμενα αυτό το δείπνο…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook