Στρατόπεδο επίλαρχου Στεφανίδη.
Το ξημέρωμα στην πύλη κάνει αισθητή την παρουσία του στους λιγοστούς διαβιβαστές του μπροστινού κτιρίου. Η φρέσκια παγωμένη πάχνη φουσκώνει τα πνευμόνια του σκοπού, που αγουροξυπνημένος ανασαίνει αδιάθετα σαν σε καψόνι, τον ασυνήθιστα κρύο αέρα της βαρυχειμωνιάς. Διαολεμένος αέρας. Ποτέ δεν αντέχεται. Στρατιώτες από κάθε σημείο του χάρτη, κάνουν τη θητεία τους σε στρατόπεδα σαν αυτό στη γωνιά της Ξάνθης, κουβαλώντας εικόνες του πατέρα και μυρωδιές της μάνας, ανυποψίαστοι για τον επικείμενο χειμώνα. Είναι τότε που, να πούμε την αλήθεια, μια ανάσα του παγωμένου αέρα αρκεί, να ξεδιαλύνει το σύννεφο στο μυαλό και την αφηρημένη ματιά που σε ταξιδεύει πίσω στο σπίτι.

– Πώς πάει λεβέντες!

Ο άτιμος, δε λέει να το σταματήσει. Ζωσμένος στα φυσεκλίκια, φορώντας παλιές ξεφτισμένες παραλλαγές του βουνού, σωστός κυνηγός, ο Νικολής Σταύρου κορνάρει πλάι στο στρατόπεδο, κάθε που κατεβαίνει από το βουνό. Στρατιώτες κι υπαξιωματικοί της πύλης είναι οι πρώτοι που σαστίζουν στο αιμοβόρο θέαμα που τους κερνά κορνάροντας. Δεμένο σφιχτά στην καρότσα του παλιού αγροτικού, το πτώμα του άγριου κάπρου, σταυρωμένο μπρούμυτα. Το πρώτο, το πιο χοντρό σχοινί κρατά το τεράστιο κεφάλι. Περνά ανάμεσα από τη γνάθο και συνεχίζει τον καμωμένο κόμπο πίσω απ’ τα αυτιά και τον αυχένα, για να φτάσει στα χοντρά τσιγκέλια της καρότσας. Άλλοι χοντροί κόμποι στα μπροστινά πόδια, που σαν σε χασάπικο τεντώνονται άγαρμπα τραβώντας τους σπασμένους ώμους του αγριόχοιρου, να δέσουν, να φτάσουν στη θηλιά της λαμαρίνας. Κομμένα από το γόνα, τα πίσω πόδια αφήνονται να πηγαίνουν από ‘δω κι από ‘κει στη φορά του δρόμου. Ορθάκοφτες μεταθανάτιες μαχαιριές μαρτυρούν την ωμή κληρονομιά που κρατά χρόνια: να τιμωρηθεί το ζωντανό που τους ταλαιπώρησε. Ίδια μοίρα με τους λήσταρχους. Να γδάρουν τις πατούσες, να σημαδέψουν το σημείο του κορμιού που πατά στη γη και δίνει την ώθηση στο φευγιό. Πρώτα ήταν οι αρχιληστές, τώρα τα αγριογούρουνα…
Τα αιματοβαμμένα πλευρά του γουρουνιού, σουβλισμένα από κάποιο είδος παλιάς, μυτερής ξιφολόγχης – πού τη βρήκε ο αθεόφοβος; – δείχνουν το άχαρο ξέσπασμα της παρέας των κυνηγών στο άδειο από ζωή κουφάρι. Στόμα ορθάνοιχτο και μαύρα απλανή μάτια ενός αδάμαστου χοίρου που πριν από λίγο όργωνε τα απάτητα δάση της Χαϊντούς ελεύθερος, εικόνα που μιλά πιο ζωντανά από αρθρωμένες λέξεις… Το ζώο έχασε το δρόμο του και σφράγισε την ατυχία του, μπαίνοντας στο διάβα του μπάρμπα Νικολή. Ατυχία που κόστιζε συχνά τη ζωή των άμοιρων ζωντανών, που βρίσκονταν στο δρόμο του τελευταία.
Όταν το δίκαννο του πεισματάρη αναμετριέται με τους χαυλιόδοντες του αγριόχοιρου, η φύση γονατίζει μπρος στη βιαιότητα του ανθρώπου. Είναι η στιγμή που το κτήνος παύει να ‘ναι το ζωντανό και τότε τη θέση του παίρνει ο στυγνός γενειοφόρος με το τουφέκι. Και δεν είναι λίγες οι φορές, που μαθές, τ’ αγριογούρουνο γονατίζει ξεψυχισμένο μπρος στα πόδια του σαν να παραδέχεται την ήττα του.

Στις πλάτες της πόλης αχνοφαίνεται το Αχλάτ Τσάλι. Το βουνό που στους ορειβάτες είναι γνωστό σαν Αχλαδοβούνι, με την κορφή που κράτησε τ’ όνομα Τσάλ κι άντεξε στο χρόνο. Οι σκιώδεις ώμοι του, δεσπόζουν αυστηροί δείχνοντάς σου πως εδώ η φύση δεν αστειεύεται. Κι αν η μοίρα σε φέρει άθελα να πατήσεις σε άγριες πλαγιές, σκέψου καλά. Δε σου πρέπει να κάμεις του κεφαλιού σου. Ότι ο άνθρωπος δεν είναι να μη λογιάζει το πάτημά του. Ό,τι είναι να του ‘ρθει, θε να ‘ρθει από τη δική του ξεμυαλισιά. Στο βουνό, δυο φορές. Εδώ, στα σύνορα του ήμερου με το άγριο έχει σημάνει απ’ αρχής του κόσμου το τέλος του ανθρώπινου περιττού.
Από τους πρόποδες του Αχλαδόβουνου ως την κορφή στα 1400 μέτρα, απομένει μόνη η άγρια, αγέρωχη ομορφιά ενός τοπίου που το χώμα του μυρίζει λευτεριά απάτητη, καθάρια από μπότα κι από καραούλια κυνηγού. Ως και το πέρασμα του Λυκοδρομίου στέκει καιρό έρημο, να χωρίζει τον ορεινό όγκο από το βουνό της Χαϊντούς. Η φύση δίνει τόπο στην άγρια ζωή ν’ ανασάνει ελεύθερη. Μέχρι το Μεγάλο Λόφο ζουν χωρίς να δίνουν λόγο αδάμαστα πλάσματα, έχοντας το ένα τ’ άλλο αντίδοτο στη μοναξιά. Τσακάλια, αγριόχοιροι, αρκούδες… Η πείνα και το κακοτράχαλο της γης προορίζουν όλα τα ζωντανά των δασών, να γίνουν αυτό που τους τάζει η μοίρα στο γεννησιμιό τους: αγρίμια. Καταδικασμένα από νωρίς να ψάχνουν για να βρουν, ζώα κάθε είδους κάνουν αγέλες για να γεμίσουν το στομάχι τους και να πέσουν στο λυτρωτικό, βαρύ ύπνο με μόνο φως το φεγγάρι, μόνο σκέπασμα τα χαμώφυλλα.
Γύρευε τί έψαχνε, αν όχι το διάολό του σε τέτοιο τόπο ο Νικολής Σταύρου. Νόμισε, ο αφελής, θα καταφέρει ό,τι έκαμε στο βουνό του Ερύμανθου παρέα με τους άλλους τέσσερις κυνηγούς. Φανατισμένοι από τα ως τώρα ξεκοιλιάσματα, θαρρούσαν οι τρελοί πως μπορούν να κυνηγήσουν μόνοι τον πρώτο κάπρο που θα βρουν μπροστά τους, όποτε τους κάνει κέφι. Μα η τύχη δεν παίζει πάντα το παιχνίδι κατά πως ελπίζει ο καθείς μας… Τα συνεχή, αβέβαια πατήματα του ανόητου μεθύστακα στις μπλεγμένες φυλλωσιές και στα ψηλά πουρνάρια τον οδηγούν καταμεσής της αγέλης των χοίρων. Σίγουρος πως το βαρύ τουφέκι του με την τυφλή του κάννη είναι το μόνο απαραίτητο όπλο έξω στην αγριάδα της πλαγιάς, βαδίζει αλόγιστα μπρος σε μια καταδίκη που ‘μελε να σφραγίσει το τέλος του, πριν το τέλος του.
Το κουφάρι του δε βρέθηκε ποτέ.

Στρατόπεδο επίλαρχου Στεφανίδη.
Το ξημέρωμα στην πύλη κάνει αισθητή την παρουσία του στους λιγοστούς διαβιβαστές του μπροστινού κτιρίου. Η φρέσκια παγωμένη πάχνη φουσκώνει τα πνευμόνια του σκοπού, που ώριμος από τους μήνες της στρατοπέδευσης ανασαίνει μεμιάς τον συνηθισμένο, κρύο αέρα της βαρυχειμωνιάς. Ευλογημένος αέρας. Σε αναζωογονεί. Ανέμελος κι ήσυχος από γερομπάσταρδους φωνακλάδες που του χαλούσαν το πρωινό με το ‘ματοβαμμένο τους απόκτημα στην πίσω καρότσα, στρίβει το πρώτο τσιγάρο της μέρας.