Πόσο λάτρευε μικρή τα αεροδρόμια! Ακόμα και όταν δεν θα ταξίδευε η ίδια, και μόνο που βρισκόταν εκεί, ένιωθε εκστασιασμένη. Αυτό δεν ήταν άλλωστε ένα από τα μεγάλα όνειρα του ανθρώπου; Να μπορέσει κάποτε να πετάξει, και με κάποιο τρόπο, το είχε καταφέρει.

Θυμήθηκε τότε που έφευγε για το Λονδίνο για να κάνει το μεταπτυχιακό της. Πόσο κλάμα είχε ρίξει στα κρύα μάρμαρα του ίδιου αεροδρομίου, που και τώρα βρισκόταν. Τότε έκλαιγε γιατί άφηνε εκείνον πίσω και γιατί θα περνούσαν μήνες να τον ξαναδεί. Ήταν μόλις 22 και για πρώτη φορά στη ζωή της ήταν ερωτευμένη. Πριν προλάβει όμως να χορτάσει αυτό το συνεχές ανακάτεμα στο στομάχι που ένιωθε κάθε φορά που τον έβλεπε, έπρεπε να φύγει, γιατί έτσι της όριζαν τα μονοπάτια των επιλογών της. Και τώρα εκείνος ήταν δίπλα της, στον ίδιο ακριβώς χώρο, που κάποτε είχαν παίξει σε μονόπρακτο τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, αλλά όλα πλέον ήταν τόσο διαφορετικά από τότε.

“Μην έχεις αυτό το ύφος!” της είπε λες και τη χαστούκιζε με τις λέξεις και αμέσως μετανιωμένος μαλάκωσε το βλέμμα του. “Μαρία τα είπαμε, δεν υπάρχει άλλη λύση”, συνέχισε πιο γλυκά αυτή τη φορά.

Πόσο είχε αλλάξει. Ποσό είχε αλλάξει και η ίδια. Έσκυψε και σκέπασε την κόρη της που κοιμόταν γαλήνια στο καροτσάκι της. “Χειμώνα καλοκαίρι κρύο κάνει μέσα στα αεροδρόμια, λες και το κάνουν επίτηδες για να αδρανούν τα αντανακλαστικά σου και κυρίως εκείνο του φόβου”, σκέφτηκε.

Θα περίμεναν για τουλάχιστον μια ώρα ακόμα μέχρι να μπουν στο αεροπλάνο. Σε εκείνο το αεροπλάνο που ακόμα δεν ήξερε που ακριβώς θα τους «οδηγούσε». Μια βασανιστική ώρα, αρκετή να τα φέρει όλα μπροστά, πριν τα αφήσει οριστικά πλέον πίσω…

“Δεν πάει άλλο θα φύγουμε”, της ανακοίνωσε ένα πρωί και ο κόσμος της έγινε θρύψαλα.

“Πως θα φύγουμε; Δεν μπορούμε να φύγουμε! Το σπίτι, οι γονείς μας, το παιδί…” ψέλλισε πανικόβλητη.

“Μαρία ή θα φύγουμε ή όλο αυτό θα μας κατασπαράξει ζωντανούς. Δεν έχουμε επιλογή”, της είπε και ο τόνος του έδειχνε πως δεν υπήρχαν περιθώρια διαπραγμάτευσης.

“Και όλα αυτά που πιστεύαμε; Πως εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο, τι ήταν; Φύκια για μεταξωτές κορδέλες ήταν;” του αντιγύρισε θαρρετά αυτή την φορά.
“Πως μπορείς ακόμα να θες να σώσεις τον κόσμο; Εδώ κοιτάμε να σώσουμε το τομάρι μας και εσύ μου πετάς αμπελοφιλοσοφίες της δεκάρας; Σε παρακαλώ προσγειώσου! Κάποτε το έβρισκα διασκεδαστικό που συνέχεια πετούσες στα σύννεφα, πλέον καταντάει κουραστικό και ειλικρινά ανώφελο! Είμαι ένα χρόνο άνεργος και άλλους έξι μήνες εσύ. Το σπίτι; Ποιο σπίτι; Αυτό που θα μας πάρουν επειδή δεν έχουμε πληρώσει τη δόση του εδώ και … έχω χάσει το μέτρημα πόσο καιρό! Οι γονείς; Ποιοι γονείς; Αυτοί που από την πετσοκομμένη σύνταξή τους πληρώνουν τα γάλατα του μωρού; Το παιδί; Ποιο παιδί; Αυτό που σε λίγο δεν θα μπορούμε να του παρέχουμε ούτε τα βασικά; Μαρία ξύπνα και μεγάλωσε επιτέλους… Μέσα σ’ ένα μήνα έχουμε κλείσει εκκρεμότητες και φεύγουμε. Ένας Έλληνας συμφοιτητής μου, που είναι ήδη 2 χρόνια έξω, μου κανόνισε συνέντευξη για δουλειά. Το καταλαβαίνεις; Πραγματική συνέντευξη! Και αν δεν θέλεις να με ακολουθήσεις, να ξέρεις εγώ θα φύγω ακόμα και μόνος. Αρκετά κρυφτήκαμε από τους δαίμονες μας, ώρα να τους ξεμπροστιάσουμε. Εγώ χτες βράδυ είδα κατάφατσα τους δικούς μου και θέλω πλέον να τους ξορκίσω” της ούρλιαξε και κατάκοπος σωριάστηκε στον καναπέ κλείνοντας το κεφάλι του μέσα στα χέρια του. Τα ίδια χέρια που κάποτε χαρτογραφούσαν το σώμα της και ζωγράφιζαν όνειρα στην ψυχή της.

Όλο αυτό παραήταν για εκείνη, την ξεπερνούσε. Πήρε το μπουφάν της και αθόρυβα γλίστρησε έξω από το σπίτι. Βρέθηκε να περπατάει και να σκέφτεται τα χρόνια που είχαν περάσει. Μέχρι πριν ένα χρόνο όλα ήταν τόσο όμορφα. Δούλευε στο αντικείμενο της, είχε μόλις αποκτήσει το πρώτο της παιδί, ο άντρας της την λάτρευε, όλα έμοιαζαν τόσο τέλεια! Ώσπου έσκασε η βόμβα της απόλυσης του και εκείνη δεν τρόμαξε, δεν φοβήθηκε. Τον πήρε αγκαλιά και τον παρηγόρησε. Ένα ολόκληρο βράδυ μιλούσαν ξαπλωμένοι για τον καταναλωτισμό και για τις ψεύτικες ανάγκες του, για να καταλήξουν πως και με το δικό της μισθό θα τα κατάφερναν μέχρι να βρει καινούρια δουλειά. Εκείνος στην αρχή το πήρε ζεστά. Έψαχνε νυχθημερόν στο ιντερνέτ για μια θέση, ώσπου σιγά – σιγά άρχισε να τον παίρνει από κάτω. Αργούσε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, απέφευγε τα χάδια της, κλεινόταν όλο και περισσότερο στον εαυτό του. Αυτή η παρατεταμένη αναζήτηση δουλειάς και οι συνεχείς απορρίψεις με την αιτιολογία “έχετε παραπάνω προσόντα από τα απαιτούμενα” τον σκότωνε αργά και βασανιστικά. Η ιδέα πως η γυναίκα του τον ζούσε, όσο προχωρημένος και αν ήθελε να φαίνεται, έλιωνε τον αντρικό εγωισμό του όπως η φωτιά το κερί. Ώσπου έγινε ένα ανθρώπινο κουφάρι που απλά περιφερόταν από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα και από καναπέ σε καναπέ. Εκείνη καταλάβαινε. Του έδινε χώρο και χρόνο. Τον αγαπούσε και έκανε υπομονή.

Έξι μήνες μετά ένα δεύτερο μπαμ ήρθε να τους ταρακουνήσει. Πλέον και εκείνη ήταν άνεργη. Και πάλι όμως δεν φοβήθηκε, δεν τρόμαξε, τι κι αν εκείνος δεν ήταν σε θέση να την πάρει αγκαλιά και να την παρηγορήσει όπως είχε κάνει αυτή. Θα έβρισκαν την άκρη, έλεγε στον εαυτό της και οι μήνες περνούσαν και άκρη δεν φαινόταν από πουθενά. Λες και το τούνελ αυτό είχε αρχή, αλλά όχι τέλος.

Και όσο εκείνη προσπαθούσε να είναι ίδια, τόσο εκείνος άλλαζε. Υπήρχαν μέρες που ήταν σαν φυτό, και άλλες που ήταν όλο νεύρα και φωνές. Σαν συγκάτοικοι στο ίδιο κελί είχαν καταντήσει. Την απόρριψη από τη δουλειά της μπορούσε να την αντέξει, την απόρριψη εκείνου όμως δυσκολευόταν να τη διαχειριστεί.

Όσο περπατούσε και τα σκεφτόταν, τόσο ήθελε να μπορούσε να κάνει μια λοβοτομή και να αφαιρέσει τον τελευταίο έναν χρόνο από την μνήμη της.
“Μωρό μου ακόμα και τα άσχημα που μας συμβαίνουν είναι κομμάτι από μας και πρέπει να τα δεχόμαστε”, της είχε πει πριν χρόνια τότε που προσπαθούσε να την γοητεύσει και το είχε καταφέρει! Της ερχόταν να ουρλιάξει που τώρα, που έπρεπε να το κάνει πράξη, απλά σήκωνε τα όπλα και σκεφτόταν τη φυγή!

Αλλά και ολόκληρο τον ένα χρόνο να μην μπορούσε να το σβήσει, ας μπορούσε να σβήσει τουλάχιστον τη χτεσινή νύχτα… Μια σακούλα σκουπιδιών ήταν αρκετή αιτία για ότι ακολούθησε. Ναι, από μια ηλίθια σακούλα ξεκίνησε. Αν το ήξερε, δεν θα την είχε βγάλει καν. Το μωρό κοιμόταν από ώρα, εκείνος αραγμένος στο καναπέ και εκείνη είπε να πάει τη σακούλα με τα σκουπίδια της ανακύκλωσης στον κάδο γιατί είχε γεμίσει. Ούτε που τον είδε να έρχεται καταπάνω της και να αρπάζει τη σακούλα.

“Είσαι με τα καλά σου; Ο κόσμος χάνεται και εσένα η έννοια σου είναι η ανακύκλωση;” ούρλιαζε υστερικά.
“Παιδάκι μου, το έχασες τελείως; Δώσε μου σε παρακαλώ τη σακούλα και μην φωνάζεις. Θα ξυπνήσεις τη μικρή” του απάντησε εκείνη όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
“Θες τη σακούλα ε; Πάρε τη σακούλα”, της είπε και αφού άδειασε τα μπουκάλια και χαρτιά στο πάτωμα, της την έδωσε με ύφος θριαμβευτή.
“Και αυτό τι ήταν τώρα, επίδειξη ισχύος;” ειρωνεύτηκε εκείνη πικρόχολα και άρχισε να ξαναμαζεύει τα σκουπίδια.
“Ώρες – ώρες η απάθεια σου ρε Μαρία με φέρνει στα όρια. Πως μπορείς να συμβαίνουν τόσα και να μην σε αγγίζει τίποτα, ειλικρινά το αναρωτιέμαι!” συνέχισε εκείνος στην ίδια ένταση.
“Μαζί με όλα υπόλοιπα που δεν με αγγίζουν τελευταία, και είναι πολλά, αν θες σου κάνω και λίστα, δεν με αγγίζουν και αυτά”, του απάντησε και πλέον η δική της φωνή είχε ανέβει κάποιες οκτάβες.
“Μίλα καθαρά και μην αρχίζεις σε μένα αυτές τις ατάκες τύπου Πυθία. Σε ξέρω πλέον πολύ καλά! Μίλα καθαρά!”
“Τι θέλεις; Να γίνω σαν και εσένα; Αυτό θα σε ικανοποιήσει; Θες να λυπάμαι τον εαυτό μου; Αυτό μόνο απέμεινε για να νιώσεις ένα μικρό ίχνος ικανοποίησης; Συγνώμη αγάπη μου, αλλά δεν θα σου την κάνω αυτή την χάρη” του φώναξε και τα μάτια της πλέον πετούσαν φωτιές, Και τότε εκείνος, ο Ρωμαίος της νιότης της, ο πατέρας του παιδιού της, σήκωσε το χέρι του και εκείνο έμεινε στα μισά της διαδρομής σαν μαρμαρωμένο, χωρίς να ολοκληρώσει την τροχιά του. Και η μισή διαδρομή όμως ήταν αρκετή για να την πονέσει, σχεδόν όσο θα την πονούσε αν κατέληγε στον αρχικό του στόχο.

Με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα τον είδε θολά να βγαίνει σαν κυνηγημένος μέσα από το σπίτι και για όλο το υπόλοιπο βράδυ έμεινε εκεί ανάμεσα σε άδεια μπουκάλια και τσαλακωμένα χαρτιά, να θρηνεί αυτά που είχε χάσει οριστικά. Και ήρθε το πρωί και πήγε τη μικρή στους γονείς της, κομμάτια από την αϋπνία, ενώ εκείνος ήταν ακόμα άφαντος. Έριξε νερό στο πρόσωπο της, έφτιαξε καφέ και έκατσε ανίκανη να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο πλέον, στο τραπέζι της κουζίνας χαζεύοντας το μαύρο υγρό στην κούπα. Ούτε που άκουσε το κλειδί μέσα στην νιρβάνα της, απλά τον είδε μπροστά της μέσα στην ταλαιπωρία να της λέει 5 λέξεις. 5 μικρές λέξεις που θα την έβαζαν στο μεγαλύτερο δίλημμα που είχε ποτέ αντιμετωπίσει. “Δεν πάει άλλο, θα φύγουμε…”

Τι θα έκανε; Από τη μία ο εαυτός της και όλα όσα με νύχια και με δόντια τον τελευταίο έναν χρόνο προστάτευε. Από την άλλη εκείνος, ανήμπορος να το παλέψει άλλο. Και στη μέση η μικρή, σαν σημαδούρα στον ωκεανό, να υπενθυμίζει πως κάπου από κάτω υπάρχει και στεριά…

Η βόλτα δεν βοηθούσε όσο θα περίμενε. Το μόνο που έκανε ήταν να την μπερδεύει περισσότερο.Χωρίς να καταλάβει πως, βρέθηκε μπροστά στο σπίτι της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε να αντιμετωπίσει και τους δικούς τις δαίμονες.
“Μαρία που ήσουν τόση ώρα;” τη ρώτησε σπαραχτικά και την έκλεισε στην αγκαλιά του μην αφήνοντας καθόλου αέρα μέσα στους πνεύμονες της. “Συγνώμη”, της έλεγε και της ξανάλεγε και γέμιζε φιλιά το πρόσωπο της. Φιλιά σαν εκείνα τα πρώτα. Φιλιά με άρωμα από το χτες. Και μέσα σε λίγη ώρα είχε ξαναγίνει ο Ρωμαίος της, εκείνος ο παλιός, ο δικός της, που την ήθελε, που την νοιαζόταν, που την αγαπούσε.

“Αυτό πρέπει να είναι το λεγόμενο σεξ συμφιλίωσης”, διαπίστωσε καθώς έβαζε τα ρούχα της με νάζι

“Χα χα, μάλλον…” συμφώνησε εκείνος και μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου το πρόσωπο του άλλαξε έκφραση. “Αλλά δεν ξέρω αν θα ήθελα να μας ξανασυμβεί. Όχι το σεξ, το σεξ συμφιλίωσης εννοώ, γιατί προϋποθέτει καβγά”, συνέχισε μειδιάζοντας με το ζόρι.

“Πρέπει να πάω να πάρω τη μικρή”, είπε εκείνη και έπιασε τα μαλλιά της. Λίγο όμως πριν βγει από την πόρτα, γύρισε, τον κοίταξε, του χαμογέλασε, και συμπλήρωσε με μια μικρή δόση πικρίας, “Κάνε ότι πρέπει να κάνεις. Σε ένα μήνα φεύγουμε. Μαζί σου και στην κόλαση μωρό μου!”

Και έτσι βρέθηκαν τώρα σε μια αίθουσα αναμονής να περιμένουν το επιβιβαστούν και εκείνη να νιώθει στα όρια της παράνοιας. Όχι, δεν είχε μετανιώσει την απόφαση της. Μαζί του πράγματι και στην κόλαση θα πήγαινε και ας ήταν τόσα χρόνια μαζί, και ας είχαν τα χρόνια ξεθωριάσει εκείνο το πρώτο τους πάθος. Τον αγαπούσε με μια αγάπη αστείρευτη και πλέον το ήξερε. Εκείνο που την ενοχλούσε ήταν πως ένιωθε ταυτόχρονα θυμό που αναγκαζόταν να φύγει από τον τόπο της, ίσως και οριστικά, όχι από επιλογή, αλλά επειδή την πετούσε με κλωτσιές η ίδια η χώρα της έξω, αλλά και ντροπή. Ντροπή που εγκατέλειπε σαν ποντίκι το πλοίο, την ώρα που αυτό βούλιαζε.

Από τα μεγάφωνα ακούστηκε ο αριθμός πτήσης τους. Είχε έρθει η ώρα να επιβιβαστούν. Σηκώθηκαν μηχανικά και οι δύο και ξαφνικά βρέθηκε στην αγκαλιά του και εκείνος την έσφιγγε. “Μαρία και για μένα είναι το ίδιο δύσκολο, πίστεψε με”, της ψιθύρισε στο αυτί και χάιδεψε με τα λόγια του την καρδιά της που αιμορραγούσε. Ναι, είχε πάρει τη σωστή απόφαση. “Πάμε μπροστά και μην κοιτάς πίσω “, τη συμβούλεψε σαν άλλος Λωτ και εκείνη πειθήνια έκανε ότι της είπε. Λίγη ώρα μετά, καθισμένοι δίπλα – δίπλα, χάζευαν σιωπηλοί μελαγχολικά, μέσα από το μικρό οβάλ παράθυρο, τον ελληνικό καταγάλανο ουρανό, που απλωνόταν στον ορίζοντα πίσω από τα κτήρια του αεροδρομίου. “Ξέρεις τι είμαστε; Updated μετανάστες είμαστε μωρό μου”, του είπε πονηρά σπάζοντας την άβολη σιωπή και λύθηκαν και οι δύο σ’ ένα γέλιο τρανταχτό, που κάλυπτε ακόμα και τον θόρυβο από τους έλικες του αεροπλάνου που έπαιρναν μπροστά.