Βασιλικός

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μέσα στην απόλυτη ησυχία της νύχτας, ακούστηκε ξαφνικά ένα γρύλισμα σκύλου.
Της διέκοψε τον ύπνο και αφού σηκώθηκε να δει τι συμβαίνει, κάθισε στην πλαστική της καρέκλα στην αυλή της.
Πήρε το πακέτο κοντά της, τον αναπτήρα και τράβηξε το τασάκι να φτάνει.
Δεν άναψε φώτα, ήθελε να είναι μόνη της, χωρίς καμία παρεμβολή στον χώρο της.
Σκέφτονταν πως πέρασαν έτσι τα χρόνια, σαν νερό, πότε ήταν που βγήκε νύφη από το πατρικό της από την Λούτσα και πότε βρέθηκε παντρεμένη στην Μυτιλήνη.
Εκείνος-αχ!η μυρωδιά του ακόμα γέμιζε το σπίτι, τα ρούχα της, το κορμί της- είχε έρθει φαντάρος τότε στις Φιλιάτες και τον γνώρισε μια μέρα που είχε πάει δρομολόγιο με τον πατέρα της.

Ο μπαμπάς ήταν οδηγός φορτηγού σε κάβα και καμία φορά την έπαιρνε μαζί του, να δει κι άλλες πόλεις.
Σε εκείνο το δρομολόγιο λοιπόν γνώρισε τον Δημήτρη, ψηλός, μελαχρινός, με μουστάκι, με την χωρίστρα δεξιά. Περίμενε στο καφενείο του παλαιού ΚΤΕΛ να έρθει το πούλμαν να φύγει για Αθήνα και μετά για Μυτιλήνη. Φορούσε την στολή εξόδου και αυτό τον έκανε ακόμα πιο εντυπωσιακό.
Τρίχες! Στην πραγματικότητα ο Δημήτρης ήταν 1.65, είχε την κοιλίτσα του, το μουστάκι του ήταν σαν το μουστάκι ενός έφηβου που τώρα κάνει εμφάνιση και στο κέντρο του κεφαλιού του υπήρχε έντονα η απουσία των μαλλιών.
Όμως στα μάτια της ήταν πανέμορφος.
Κι εκείνος όμως όταν την είδε, έπαθε ένα σοκ.
Ψηλή, με λίγα κιλά παραπάνω, αλλά γοητευτική και μυστηριώδες πανέμορφη.
Βέβαια η Ματίνα ήταν όντως έτσι, κάθε παλικάρι στο χωριό την είχε ζητήσει για αρραβωνιάρα, αλλά ο κυρ-Νασος έλεγε ότι θα πάρει όποιον η ίδια διαλέξει μόνη της.
Και τον διάλεξε. Με συνοπτικές διαδικασίες αντάλλαξαν τηλέφωνα, εκείνη του το έγραψε πάνω σε ένα χαρτί παραγγελίας του καφετζή και εκείνος της το έγραψε πάνω στην κασετίνα από τα τσιγάρα του.
Αυτή την κασετίνα την έχει ακόμη φυλαγμένη μέσα σε ένα κουτί.

Μέσα σε ένα χρόνο είχαν παντρευτεί με όλες τις χαρές και τα έθιμα της Λούτσας αλλά η δουλειά του Δημήτρη ήταν Μυτιλήνη, όπου και τελικά θα έμεναν. Τους χαιρέτησαν όλους και ένα βράδυ πήραν το τελευταίο της γραμμής και έφυγαν για την νέα ζωή στο νησί.

Και τα χρόνια περνούσαν, η Ματίνα μαμά πλέον 4 υπέροχων παιδιών, ευτυχισμένη στην ζωή της.
Μέχρι που ήρθε εκείνος ο χειμώνας του ‘96, ο Δημήτρης πήγε για δουλειά το πρωί όπως πάντα και δε γύρισε ποτέ. Φήμες κυκλοφορούσαν για μήνες ότι ο Δημήτρης είχε μπλέξει με μια χήρα και το έσκασε μακριά Άλλες φήμες ότι χρωστούσε στο νησί και έφυγε.
Η Ματίνα δεν άφησε ποτέ τα παιδιά της να πληγωθούν από τις φήμες. Πάντα χαμογελούσε και έκανε χιούμορ στα πικρόχολα σχόλια που άκουγε.
Και τα παιδιά μεγάλωσαν και ήρθε η ώρα να φύγουν από το σπίτι, να κάνουν οικογένεια δική τους, να σπουδάσουν και να πάνε φαντάροι. Πλέον η Ματίνα έμεινε μόνη και έρημη στο νησί, χωρίς άντρα, χωρίς παιδιά, χωρίς συγγενείς δικούς της, μόνο μια φίλη είχε στα τόσα χρόνια αλλά και εκείνη είχε τη ζωή της να κοιτάξει.
Έτσι λοιπόν πήρε την απόφαση να γυρίσει στην Λούτσα, είχε το πατρικό της εκεί άλλωστε και τον αγαπημένο της μπαμπά που είχε μείνει χήρος πια, χήρος ετών 89, μόνος κι έρημος.

Χωρίς πολλές σκέψεις, έκλεισε τα όνειρα της και τις θύμησες στη βαλίτσα και πήρε το ταξίδι της επιστροφής. Κοντά μια μέρα το ταξίδι αυτό. Κουραστικό. “Πώς στα κομμάτια δε το θυμόμουν τόσο μακρύ;” Αναρωτήθηκε κουρασμένη.
Έφτασε στο κατώφλι, μύρισε τον βασιλικό στη γλάστρα, ποτισμένος και φροντισμένος λες κι ήταν εκεί η μάνα της να τον περιποιείται κάθε πρωί. Πήγε να χτυπήσει το κουδούνι, μέχρι που ένιωσε μια ανατριχίλα να την διαπερνά στο κορμί της. “Αυτή η μυρωδιά, είναι γνωστή μυρωδιά” σκέφτηκε απορημένη.
Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη, ένα σπρώξιμο αρκούσε για να μπει μέσα, όπως και μπήκε.
Ο κυρ-Νασος μόλις την είδε, παρότι είχε 25 χρόνια να τη δει, αμέσως την κατάλαβε. Την πήρε αγκαλιά και της χάιδεψε τα μαλλιά λες και ήταν ακόμα 16.
“Συγγνώμη παιδί μου, τώρα πια μπορώ να στο πω και να σε βλέπω στα μάτια” της ψέλλισε φανερά θλιμμένος.
“Τί λες πατέρα; Μετά από τόσα χρόνια που βρισκόμαστε, εσύ ζητάς συγγνώμη; Γιατί;

Έβαλε δύο ποτήρια ούζο και κάθισαν στην αυλή παρέα να μιλήσουν.
Μέσα σε 1 ώρα είχε πάρει απαντήσεις που έψαχνε 16 χρόνια τώρα.
Ο Δημήτρης της, εκείνον τον χειμώνα είχε ζοριστεί οικονομικά και του ζήτησε δανεικά. Ο πεθερός χωρίς σκέψη του τηλεγράφησε να ανέβει στο χωριό να πάρει τόσα κι άλλα τόσα.
Στη διαδρομή χάθηκαν τα ίχνη του Δημήτρη.
Ο κυρ-Νάσος όλα αυτά τα χρόνια θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για την πορεία που πήρε η ζωή της κόρης του. Και έψαχνε διαρκώς να μάθει την αλήθεια. Ώσπου την έμαθε. Ο Δημήτρη έπεσε θύμα αιματηρής ληστείας στην τράπεζα που πήγε να πληρώσει τα χρέη. Πάνω στον φόβο μη του πάρουν οι ληστές τα δανεικά και μαθευτεί το χρέος του, σήκωσε το ανάστημα του απέναντι στον ληστή και τον δολοφόνησε εν ψυχρώ ο δεύτερος.
Η ιστορία είχε ακουστεί, αλλά επειδή η ληστεία έγινε στην Αθήνα, δεν συνέδεσαν ποτέ τα γεγονότα.

Η ώρα είχε πια περάσει και ο κυρ-Νάσος τη φίλησε σταυρωτά και πήγε να κοιμηθεί. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που είδε τον πατέρα της ζωντανό η Ματίνα. Λες και περίμενε να του φύγει το βάρος ξεψύχησε χαμογελώντας.
Μύρισε τον βασιλικό του, έσβησε το τσιγάρο της και σηκώθηκε από την καρέκλα με μια ανακούφιση.
Ησύχασαν τα σκυλιά, η ώρα είχε πάει ήδη 3.25 το ξημέρωμα, έπρεπε να ξαπλώσει ξανά γιατί το πρωί είχαν την βάφτιση του μικρού Δημήτρη του πρώτου τους εγγονού.
Ρούφηξε βιαστικά την τελευταία γουλιά από το ουζάκι της και είπε ψιθυρίζοντας σαν να έκανε πρόποση “Να μας ζήσει ο Δημήτρης μας αγάπη μου”
Και κοιμήθηκε μετά από χρόνια ήρεμη και ευτυχισμένη, εκεί στο μικρό σπίτι του πατέρα της. Στο λιμάνι της καρδιάς της.

Κου-Που

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook