Κάθε άνθρωπος έχει έναν φόβο. Έναν βαθύ, ανομολόγητο φόβο, που δεν τον ξεστομίζει ποτέ, και ο οποίος γίνεται η αιτία να μένει ξάγρυπνος το βράδυ, αναλογιζόμενος τι θα συμβεί αν ο φόβος του γίνει πραγματικότητα. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος φοβάται τον θάνατο, την απώλεια αγαπημένων ανθρώπων, τις αρρώστιες. Εγώ φοβάμαι ότι δεν θα με βγάλουν από την πρίζα.
Από μικρή είχα πολύ έντονο το αίσθημα της αυτοδιάθεσης. Δεν κατάφερνα να μπω σε καλούπια, δεν υπάκουα σε κανόνες, εκτός αν συμφωνούσα μαζί τους, και γενικότερα επιδίωκα να ασκώ εγώ έλεγχο στη ζωή και στο μυαλό μου. Και η αλήθεια είναι ότι τα κατάφερα αρκετά καλά. Κανείς ποτέ δεν θα με κατηγορήσει ότι ήμουν ένα συνηθισμένο κορίτσι. Και οτιδήποτε πέρασε από το μυαλό μου, έγινε πραγματικότητα, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο. Για μένα το σημαντικότερο όλων ήταν να είμαι αυτάρκης και να πατάω γερά στα πόδια μου.
Κάποια στιγμή, κάποιος με κατηγόρησε ότι οδηγούσα τη μηχανή μου εξαιρετικά επιθετικά. Και ίσως και παράτολμα. Και μου επισήμανε ότι θα έπρεπε τουλάχιστον να φοράω κράνος, γιατί διαφορετικά θα το έτρωγα το κεφάλι μου. Βέβαια οφείλω να ομολογήσω ότι έλεγε βλακείες, αφού στα τόσα χρόνια που καβαλάω μηχανή, δεν είχα ποτέ κανένα αξιοσημείωτο ατύχημα, αλλά παρ’ όλ’ αυτά, ξεκίνησα να φοράω, γιατί σκέφτηκα ότι δεν έφταιγε σε τίποτα αυτός που θα έβλεπε τα μυαλά μου απλωμένα σαν μαρμελάδα στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του.
Και το σημαντικότερο όλων ήταν ότι δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να βρεθώ φυτό σε ένα νοσοκομείο. Σέβομαι πάρα πολύ τον εαυτό μου, και την ανθρώπινη φύση μου, για να δεχτώ να είμαι ξαπλωμένη απλά σε ένα κρεβάτι, χωρίς αντίληψη, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω, να νιώσω, να κουνηθώ. Ήταν απόλυτα ξεκάθαρο ότι αν βρισκόμουν ποτέ σε αυτή την κατάσταση, και δεν μπορούσα να το τελειώσω μόνη μου, τότε θα έπρεπε να το κάνει κάποιος άλλος για μένα. Κάποιος που θα κατανοούσε την ανάγκη μου για αυτοδιάθεση, και θα έβαζε τα δικά μου θέλω, πάνω από τα δικά του.
Κάπως έτσι βρέθηκα παντρεμένη. Κι άλλοι είχαν προσπαθήσει στο παρελθόν να με πείσουν να παντρευτώ, να αφήσω την ελευθερία μου και να δεσμευτώ μόνο σε έναν άνθρωπο, αλλά μόνο ένας ήταν αρκετά έξυπνος ώστε μαζί με το δαχτυλίδι να μου προσφέρει και την υπογραφή του σε περίπτωση που θα έπρεπε εκείνος να αποφασίσει. Και αφού είναι απολύτως βέβαιο ότι η μητέρα μου, που θα έπρεπε να πάρει αυτή την απόφαση όσο ήμουν ελεύθερη, δεν θα το έκανε ποτέ, ο μόνος τρόπος ήταν να δώσω σε κάποιον άλλον το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή μου. Και αυτό θα γινόταν μόνο με τον γάμο. Όπως κι έγινε.
Τα χρόνια πέρασαν. Και τώρα πια δεν είμαι παντρεμένη. Και ο φόβος επανήλθε. Γιατί δεν έχω κάποιον δίπλα μου που να με σέβεται και να με αγαπάει τόσο όσο χρειάζεται για να κάνει αυτή τη κίνηση. Και ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο να ξαναβρώ έναν τέτοιο άνθρωπο. Οπότε το μόνο που μου μένει είναι να προσπαθήσω να μείνω ζωντανή, μέχρι να βρω αυτόν που θα κατανοήσει πως η ανεξαρτησία μου και η ελευθερία μου είναι τα χαρακτηριστικά που ορίζουν την ζωή μου, ως το τέλος.