Where The Wild Roses Grow

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα αστέρια για ακόμα μια φορά πήραν τη θέση τους, δίνοντας φως στον σκοτεινό ουρανό.

Σηκώθηκε αργά και κατευθύνθηκε προς τον καθρέφτη. Κοίταξε το είδωλο της. Το δέρμα της, σχεδόν διάφανο. Τα μακριά μαλλιά της, έπεφταν απαλά στους γυμνούς της ώμους. Είχε μια ομορφιά απόκοσμη, μαγική, που σου έκοβε την ανάσα.
Φόρεσε το κόκκινο κραγιόν της, άπλωσε το χέρι της στην καρέκλα που βρισκόταν δίπλα και έπιασε το λευκό φόρεμα που αγκάλιασε απαλά το κορμί της. Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε τα μικρά πέτρινα σκαλιά που οδηγούσαν στην αυλή.
Ήταν ένα παλιό σπίτι, που έμοιαζε λίγο με μικρό πύργο. Έδειχνε ακατοίκητο για χρόνια. Τα παραθυρόφυλλα του, ήταν πάντοτε κλειστά. Δεξιά και αριστερά υπήρχαν παρτέρια γεμάτα αγριόχορτα και ψηλά δέντρα που δεν αφήναν το αδιάκριτο μάτι να δει καθαρά. Η εικόνα της εγκατάλειψης πάγωνε λίγο την καρδιά, βγάζοντας θλίψη και για κάποιο λόγο, φόβο. Το μόνο σημάδι ζωής, ήταν μια τριανταφυλλιά γεμάτη κατακόκκινα λουλούδια στο κέντρο ακριβώς του μικρού κήπου, που έδειχνε σα να φυτρώνει μέσα από τις πέτρες.

Πήγε κοντά και έκοψε ένα τριαντάφυλλο. Ένα αγκάθι τρύπησε το δάχτυλο της. Μια σταγόνα αίματος, έπεσε στο πλακόστρωτο δρομάκι που οδηγούσε στην αυλόπορτα. Την άνοιξε και βγήκε στον χωμάτινο μονοπάτι προς το ποτάμι. Το βλέμμα της κενό. Το βάδισμα της αέρινο. Νεραϊδίσιο.

Το νωπό χώμα, γαργαλούσε τα γυμνά της πόδια καθώς τα βήματα της την οδηγούσαν στο σημείο που τελείωσαν όλα.
Κάθισε σε ένα μεγάλο βράχο στην άκρη του ποταμιού. Έβαλε τα πόδια της μέσα στο νερό που ήταν ευχάριστα δροσερό. Η σκέψη της γύρισε για ακόμα μια φορά σε εκείνες τις μέρες. Τις καλύτερες μέρες της ζωής της. Τις πιο τραγικές μέρες της σύντομης ζωής της.

———-

Τον είδε να την κοιτάει με την άκρη του ματιού της καθώς έβγαινε από το παντοπωλείο του χωριού. Καθισμένος σε ένα παγκάκι, δίπλα στο μικρό σιντριβάνι στο κέντρο της πλατείας. Της έκανε εντύπωση γιατί δεν τον είχε ξαναδεί στα μέρη εκείνα. Λίγο πολύ, όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Ήταν τόσο όμορφος! Ένα μελαχρινό παλικάρι, εκεί γύρω στα 25 με μεγάλα καστανά μάτια. Σκοτεινά, μυστηριώδη μάτια. Εκείνη, ένα μικρό μπουμπουκάκι που μόλις είχε μπει στα 19. Ένα χρόνο πριν, είχε χάσει το μοναδικό δικό της άνθρωπο. Την μητέρα της.

Ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά τη στιγμή που τα βλέμματα τους συναντήθηκαν. Του χαμογέλασε δειλά. Πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Πέρασε από μπροστά του. Τη σταμάτησε και τη ρώτησε το όνομα της. Χωρίς να καταλάβει το πως, βρεθήκαν να περπατάνε μαζί. Μιλούσαν σαν φίλοι από παλιά. Τα γέλια τους έσπαγαν την ησυχία του μεσημεριού. Έφτασαν στην αυλόπορτα. Έσκυψε, τη φίλησε και τις ψιθύρισε στο αυτί “Θα τα πούμε αύριο. Να με περιμένεις.”

Άνοιξε την αυλόπορτα και μπήκε μέσα. Για μια στιγμή, χάζεψε τον όμορφο κήπο που ήταν καταπράσινος, γεμάτος όμορφα δέντρα και πολύχρωμα λουλούδια. Έτρεξε μέσα στο σπίτι που εκείνη την ώρα έλουζε το φως του ήλιου, με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή! Άγγιξε τα χείλη της που δευτερόλεπτα πριν είχαν αγγίξει τα δικά του. Άραγε ήταν αυτός που περίμενε; Αυτός που θα έφερνε και πάλι το φως στη ζωή της;

Οι ώρες έμοιαζαν ατέλειωτες. Είχε σουρουπώσει πια. Ήθελε τόσο να βγει ο ήλιος και να τον δει ξανά. Την πήρε ο ύπνος τα ξημερώματα. Στα χείλη της ήταν ζωγραφισμένο ένα γλυκό χαμόγελο μετά από αρκετό καιρό.

Λίγες ώρες μετά, το όμορφο παλικάρι, χτυπούσε την πόρτα του σπιτιού της. Τον προσκάλεσε μέσα. Τον κέρασε γλυκό τριαντάφυλλο. Μίλησαν για όλα. Ταίριαζαν σε όλα. Του μίλησε για την θλίψη που ένιωθε μετά τον χαμό της μητέρας της. Ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλο της. Άπλωσε το χέρι του και έβγαλε τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπο της. Την χάιδεψε απαλά, της σκούπισε το δάκρυ, την πλησίασε και την φίλησε για ακόμα μια φορά. Λίγο αργότερα έγινε γυναίκα στα χέρια του.

Πέρασαν όλη την μέρα και την νύχτα μαζί. Αγκαλιασμένοι κάνοντας όνειρα για το μέλλον. Το επόμενο πρωί της είπε ότι θα φύγει για λίγο, όμως της έδωσε ραντεβού το βραδύ στο ποτάμι. Όταν έμεινε μόνη, αναρωτιόταν αν όλα αυτά ήταν απλώς ένα όνειρο. Ήταν τόσο μαγικά, που δύσκολα θα πίστευε κάποιος ότι ήταν αληθινά.

Η μέρα πέρασε με εκείνη βυθισμένη στις σκέψεις της και στις αναμνήσεις της προηγούμενης μέρας. Ήρθε η ώρα να ετοιμαστεί για να τον συναντήσει. Φόρεσε ένα λευκό φόρεμα και το κόκκινο κραγιόν της μητέρας της. Ήθελε να είναι πολύ όμορφη για εκείνον. Χτένισε τα μαλλιά της και τα άφησε να πέφτουν ανάλαφρα πάνω της.

Πήρε τον δρόμο για το ποτάμι. Αυτός ήταν εκεί, και κρατούσε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στα χέρια του. Κάθισαν στον βράχο, της το πρόσφερε και την φίλησε τρυφερά. Είδε φευγαλέα σαν σκιά το χέρι του να σηκώνεται και μετά …

https://www.youtube.com/watch?v=lDpnjE1LUvE

———-

Οι πρώτες αχτίνες του ήλιου άρχισαν να βγαίνουν. Χαραγμένη στο χώμα δίπλα της, η φράση “All beauty must die”. Ακούμπησε το τριαντάφυλλο, σηκώθηκε, έκανε μερικά βήματα μέσα στο νερό και χάθηκε σαν αερικό. Πίσω στο σπίτι, η κατακόκκινη τριανταφυλλιά, κρύφτηκε ξανά μέσα στις πέτρες, δίνοντας και πάλι ραντεβού στο ποτάμι σε ένα χρόνο.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook