Τον συναντάς κάθε πρωί στο ίδιο καφέ. Ανταλλάσσεις, επί μεγάλο χρονικό διάστημα, την ίδια χαμογελαστή ματιά όλο υπονοούμενο και θαυμασμό. Παραδόξως σαν να είχαμε ραντεβού κάθε φορά. Ή μήπως σαν να το προκαλούσαμε να συμβεί;
Ήλπιζα πραγματικά να πήγαινε εσκεμμένα την ίδια ώρα που πήγαινα κι εγώ. Όπως κι εγώ. Για πρωινό οφθαλμόλουτρο. Βρε μήπως του άρεσα; Πίσω από το κοστούμι, ακριβό μεν προσιτό στο δικό μου βλέμμα δε, έβλεπα έναν άντρα γοητευτικό. Ψηλός, ανοιχτά εκτυφλωτικά πράσινα μάτια, μπάσα φωνή που έλιωνες στο άκουσμά της και μαλλί ελαφρά μακρύ να σπάει μια μπουκλίτσα στο τελείωμα. Μελαχρινός. Τον είχα δει για πρώτη φορά τέλος καλοκαιριού, όπου ήδη είχε «αρπάξει» από τον ήλιο. Είχε γίνει η φαντασίωσή μου.

Προτιμούσε για κάποιο λόγο να φοράει γκρίζα κοστούμια. Σπανίως τον είχα δει με μαύρο ή καφέ. Άντε δυο τρεις φορές με μπλε. Η αλήθεια είναι πως με ιντριγκάριζε η εικόνα του χωρίς κοστούμι. Όταν παράγγελνα καφέ και τύγχανε να βρίσκεται από πίσω μου, θα ορκιζόμουν πως με έγδυνε με τα μάτια του. Ένιωθα ένα αόρατο χέρι να με χαϊδεύει από την κορυφή ψηλά του κεφαλιού μου μέχρι τα οπίσθιά μου. Αυτό το χέρι τρυπούσε νοητά μέσα από την αυστηρή φούστα μου και με χάιδευε στους μηρούς. Μόνο με την σκέψη αυτήν ανατρίχιαζα και αισθανόμουν τις θηλές μου σκληρές κάτω από το δαντελένιο μου εσώρουχο. Όσο για το «κάτω εσώρουχο» πάλευα να κρατήσω μία ισορροπημένη υγρασία. Είχα σκεφτεί σοβαρά πολλές φορές να πάρω και δεύτερο εσώρουχο μαζί μου στη δουλειά. Τέτοια αναστάτωση!

Μέχρι που όλο αυτό εξελίχθηκε. Μετά από λίγο καιρό και αφού παραδόξως διασταυρωθήκαμε στο πάρκιγκ του καφέ (συνήθως όλοι ήμασταν σε μία τρεχάλα) πιάσαμε την κουβέντα. Και με την εξέλιξη της κουβέντας ανταλλάξαμε τηλέφωνα και συνεννοηθήκαμε να κανονίσουμε έξοδο.

Ήρθε λοιπόν το περίφημο βράδυ. Μου είπε πως θα έρθει να με πάρει να πάμε για φαγητό. Με το ζόρι κατάφερα εκείνη την ημέρα να συνδυάσω, κομμωτήριο, νύχια και αποτριχώσεις. Σε περίπτωση ανάγκης θα έπρεπε να είμαι σε ετοιμότητα. Έκανα ένα διακριτικό μακιγιάζ όπως συνήθιζα, και φόρεσα σέξι παντελόνι στενό με τα επώνυμα pip toe μου και μπλουζάκι αμάνικο χαλαρό μαύρο σατέν με ένα ελαφρύ υπονοούμενο στο στέρνο. Υπέροχα. Έτοιμη!

Δεν άργησε ούτε ένα δευτερόλεπτο στο ραντεβού. Είχα επιλέξει εσώρουχα αρκετά στενά γιατί δε μου άρεσε η ιδέα «να διαγράφουν» και τα ένιωθα ανύπαρκτα επάνω στο σώμα μου. Ήμουν έτοιμη για όλα το βράδυ αυτό. Τον ήθελα και ήμουν σίγουρη πως κι εκείνος ένιωθε το ίδιο. Μπαίνοντας στο αμάξι κατακλύστηκα από μία ατμόσφαιρα ιδανική. Το άρωμά του με υπονοούμενα σανταλόξυλου, μου έβγαζε μια νότα φρεσκάδας, μια μουσική επίσης συνόδευε την ατμόσφαιρα, λες και δεν ερχόταν χειμώνας αλλά καλοκαίρι και μάλιστα καυτό! Όμως όταν τον αντίκρυσα ξέχασα όλα όσα ήξερα μέχρι σήμερα.

Πουκάμισο καρό μπλε σκούρο με λευκό, παντελόνι τζιν και μποτάκια σπορ στο ιδιο χρώμα με το παντελόνι με κόκκινα κορδόνια. Ασυναίσθητα με το που αντίκρισα τα μάτια του, χαμογέλασα κ έγλειψα απαλά το επάνω χείλος μου. Ξαφνικά έσκυψε και φίλησε το χείλος μου. Δεν σκέφτηκε καν το κραγιόν μου.
«Απόψε θα φάμε καλά!»
Με την ατάκα αυτή, αισθάνθηκα τόσο υγρή που νόμιζα ότι θα στάξω ολόκληρη στο κάθισμα που βρισκόμουν. Ρεζιλίκια! Παρόλο που το κρύο είχε αρχίσει να γίνεται έντονα αισθητό τις ημέρες αυτές, εγώ έβραζα. Με μία απλή κίνηση θα μπορούσα να μείνω γυμνή μέσα στο αμάξι. Ένα αμάξι το οποίο ξαφνικά απογειώθηκε και μετά από λίγη ώρα προσγειώθηκε μπροστά σε μία είσοδο σπιτιού. Θα έλεγα πως ήταν μονοκατοικία, από αυτές τις στιλάτες καινούριες «ατυπίκ» όπου θα μπορούσες κάλλιστα για λόγους φινέτσας και μόδας να έχεις στο ισόγειο τα υπνοδωμάτια και στον επάνω όροφο τη σαλοτραπεζαρία.

Δεν πρόλαβα να μπω μέσα στο σπίτι και αμέσως αισθάνθηκα τα χέρια του να μου βγάζουν το παλτό μου και να το τοποθετούν σε μία όμορφη ξύλινη κρεμάστρα καλόγερο. Οι θηλές μου εκείνη την στιγμή σίγουρα με πρόδωσαν μιας και το σουτιέν μου ήταν αρκετά στενό αλλά δεν αντέδρασα. Γύρισα προς το μέρος του του χαμογέλασα και για κάποιον ανεξήγητο λόγο έβαλα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και άρχισα να τον φιλάω παθιασμένα. Η γλώσσα μου έγινε ένα με τη δική του και θα έλεγα πως ταξίδευαν σε άλλες διαδρομές πιο μακρινές, ενώ εγώ έχοντας κλείσει τα μάτια απολάμβανα την στιγμή. Το στόμα του εντελώς καυτό κατηφόρισε στο λαιμό μου και μετά στον ώμο μου. Με τις κινήσεις αυτές που ήταν γεμάτες ένταση και με μάτια κλειστά, με κατηύθυνε στο δωμάτιό του και εκεί δεν άντεξα. Δεν το ήθελα απλά, το τόλμησα και το έπραξα! Δεν μπήκα καν στον κόπο να ξεκουμπώσω το υπέροχο πουκάμισο αλλά το τράβηξα με όλη μου τη δύναμη.

Νομίζω πως μεσολάβησαν μόνο κλάσματα του δευτερολέπτου μέχρι να βρεθούμε και οι δύο ολόγυμνοι επάνω σε ένα κρεβάτι με σκληρό στρώμα. Αναρωτιόμουν αν σηκωνόταν πιασμένος το πρωί. Οι δικέφαλοι του ήταν γραμμωτοί και αυτός φαινόταν δυνατός αλλά όχι φουσκωμένος. Όπως ακριβώς τον ονειρευόμουν κάτω από τα κουστούμια του. Η γλώσσα του ήταν καυτή. Διέγραφε μονοπάτια από το λαιμό μου κατεβαίνοντας προς το στήθος μου, γλείφοντας σαν παγωτό τα υψωμένα βουναλάκια μου. Ασυναίσθητα άρχισα να αναστενάζω σα γατάκι. Το χέρι μου κατηφόρισε και έπιασε το σκληρό του όργανο. Άρχισα να το μαλάσσω και η γλώσσα του σταμάτησε να κατηφορίζει. Άρπαξε και τα δύο χέρια μου και τα οδήγησε πάνω από το κεφάλι μου εναποθέτοντας πια το βάρος τους σώματός του επάνω στην κοιλιά μου, η οποία έστελνε μηνύματα ελπίδας για άμεση επαφή.

Με μία κίνηση θα έλεγε κανείς αυτόματη μπήκε μέσα μου. Άμεσα, δυνατά δηλώνοντας ότι τα παιχνιδάκια τελείωσαν. Τόσο σκληρός τόσο έτοιμος. Κι εγώ ήμουν έτοιμη να τον υποδεχτώ όπως ακριβώς αρμόζει σε έναν αποφασισμένο άντρα! Δεμένες οι γάμπες μου στη μέση του και τα χέρια μου παραδομένα!

«Μωρό μου είσαι τρέλα!» Ψιθύρισε. Κι έκλεισα τα μάτια μου. Και λικνιστήκαμε. Κουνηθήκαμε σε απόλυτο σωματικό σεισμό. Με έπιασε από τη μέση και με τράβηξε επάνω του. «Πάρε με και τέλειωσε με», μου είπε με λάγνα φωνή βαθιά και μπάσα. Και εγώ δεν άργησα γιατί ήδη το μουδιασμένο μου σώμα άρχισε να ανεβάζει ρυθμούς και να τρέχει να προλάβει να τελειώσει πριν από εκείνον, μαζί με εκείνον. Κατάφερα να το φέρω στο ρυθμό μου και να κλείσουμε τους ανοιχτούς λογαριασμούς.

Ιδρωμένοι κι οι δυο κοιταχτήκαμε και βάλαμε τα γέλια.

«Ευτυχώς που θα βγαίναμε για φαγητό!» είπα χαριτολογώντας.
«Μωρό μου σε έγδυνα με τα μάτια τόσο καιρό και πεινούσα, εσύ είσαι το κυρίως πιάτο μου απόψε».
Δε νομίζω ότι κοιμηθήκαμε εκείνο το βράδυ. Φάγαμε καλά όμως!
Ήταν ραντεβού άραγε αυτό;

 

 

Σταγόνα