Η Αλέκα ήταν μια εικοσάχρονη μου χε πει η γιαγιά μου, έμενε στα Ταμπούρια κοντά στην πλατεία. Εκείνα τα τελευταία χρόνια του 70, γνώριζες όλους τους γείτονες σου, ήξερες κάθε ιστορία της ζωής τους. Έτσι οι ντόπιοι ήξεραν και την ιστορία της Αλέκας.

Όμορφο κορίτσι, όχι κάτι εξωτικό, μα είχε στα μάτια της μια σπίθα που μαγνήτιζε. Πράος άνθρωπος, καλόκαρδη, ευγενική, μορφωμένη και ερωτευμένη με τον Μάριο. Ο Μάριος σχεδόν είκοσι τρία, από φτωχή οικογένεια. Μόνο την περηφάνια και την μπέσα είχε προίκα και αγαπούσε την Αλέκα.

Όταν κοιτάχτηκαν για πρώτη φορά φώτισε η νύχτα, αγαπήθηκαν παράφορα. Οι μέρες της αγάπης τους κυλούσαν σαν δροσερό νερό. Έπρεπε να ζήσουν μαζί. Τα απογεύματα δεν τους χορταίνανε πια. Πόσα κλεφτά φιλιά να δώσεις όταν μέσα σου καίει φωτιά. Έτσι λοιπόν ο Μάριος έβαλε το καλό του ένα και μοναδικό κοστούμι και πήγε στο σπίτι της Αλέκας.

Ο πατέρας της αυστηρός και εγωιστής δεν δέχτηκε να δώσει την μονάκριβη του σε έναν μπατίρη και η περηφάνια του Μάριου θίχτηκε. Το επόμενο πρωί κιόλας είχε ετοιμάσει τα χαρτιά του να μπαρκάρει. “Θα γίνω “κάποιος” και θα γυρίσω. Τότε δεν θα μου αρνηθεί ο πατέρας σου.” Μάταια προσπαθούσε η Αλέκα να τον πείσει, στα πόδια του έπεσε αλλά η απόφαση είχε παρθεί. Σε μια βδομάδα έφυγε μαζί με άλλους τόσους νέους που έψαχναν τα όνειρα τους μεσοπέλαγα. “Θα σου γράφω, σ αγαπώ” της είπε και άφησε το τρεμάμενο χέρι της. Εκείνη κάθισε στο λιμάνι κοιτώντας το πλοίο που έφευγε μέχρι που έγινε μια μικρή κουκκίδα και εξαφανίστηκε από τα μουσκεμένα μάτια της.

Από τότε η Αλέκα κλείστηκε στο σπίτι της. Μέρα με την μέρα έχανε και ένα κομμάτι της καρδιάς της. Πεταγόταν μόνο όταν άκουγε το κουδούνι από το ποδήλατο του ταχυδρόμου και εκείνος ποτέ δεν σταματούσε στην πόρτα της. Οι μέρες περνούσαν, η Αλέκα απογοητευόταν και το μόνο που της κρατούσε συντροφιά ήταν ένα τραγούδι του Στελάρα. Έβαζε τον δίσκο σε ένα μαύρο πικάπ και ώρες ατελείωτες βυθιζόταν στους στίχους του “Υπάρχω”.

Ραγίζανε καρδιές οι λυγμοί της. Οι γείτονες απέφευγαν την διαδρομή που περνούσε μπροστά από το σπίτι της, είχε γίνει σκιά του εαυτού της. Τίποτα δεν θύμιζε εκείνο το κορίτσι με την σπίθα στα μάτια. Είχαν περάσει πια τρία χρόνια, τρία χρόνια χωρίς κανένα νέο του Μάριου.

Και κάπου εκεί ήταν που αρρώστησε ο πατέρας της και πέθανε και πέσανε ευθύνες στην πλάτη της και άρχισε λίγο να ανακάμπτει, λίγο η δουλειά, λίγο η φροντίδα της μάνας της, την έβγαλαν από τον λήθαργο του πόνου και άρχισε να ζει. Τον Μάριο δεν έπαψε στιγμή να τον σκέφτεται μα τώρα πια είχε πειστεί πως την είχε ξεχάσει, αλλά συνέχιζε να τον λατρεύει, όπως συνέχιζε να ακούει και εκείνο το τραγούδι. Βράδια ατελείωτα μούσκευε το μαξιλάρι της με την φωνή του Στέλιου να της τραγουδά. “Υπάρχω” και ο καιρός κυλούσε.

Εντελώς τυχαία από κάποια μισόλογα της μάνας της ανακάλυψε στα προσωπικά πράγματα του πατέρα της ένα μεταλλικό κουτί γεμάτο γράμματα. Ήταν γράμματα του Μάριου που της έκρυβε ο πατέρας της. Μέρες και νύχτες τα διάβαζε και τα ξαναδιάβαζε και πάλι και πάλι μέχρι που τα μάτια της έγιναν μια μικρή σχισμή που έκλεισε και κράτησε μέσα τους όλα τα γλυκόλογα, τις υποσχέσεις και τις σκέψεις του καλού της.

Στο τελευταίο του γράμμα της έλεγε πως δεν θα την ξαναενοχλήσει αφού δεν βρίσκει ανταπόκριση και αφού έχει πειστεί πως εκείνη συνεχίζει την ζωή της. Τα μάζεψε, τα τυλιξε σε ένα μικρό μαντίλι κι τα έβαλε στο κομοδίνο της, δίπλα στο πικάπ με τον δίσκο του Στέλιου και έβαλε την βελόνα να παίξει. Έκλαψε τόσο που τα μάτια της ξεθώριασαν και κλείδωσε τον εαυτό της σε ένα κελί που ήλιος δεν το έφτασε ποτέ ξανά.

Τα χρόνια πέρασαν, είμαστε πια στο 1981. Η Αλέκα ζωντανή νεκρή. Μόνο για τα βασικά ξεμύτιζε από το σπίτι, ενα ξερό γεια ψέλλιζε αν συναντούσε κάποιον και γύριζε τρέχοντας στο πικάπ της. Δεν έμαθε ποτέ κανείς τι νόμιζε βάζοντας εκείνο το τραγούδι ξανά και ξανά, ίσως πίστευε πως κάποια στιγμή θα έφτανε στα αυτιά του Μάριου και σαν άλλη σειρήνα θα τον μάγευε και θα τον γυρνούσε στην Ιθάκη του.

Βρισκόμαστε πια στο Ιούνιο, τότε που άναβαν τις φωτιές του Αι Γιάννη, έτσι και σε εκείνη την φτωχή γειτονιά του Πειραιά γέμισαν οι δρόμοι με κόσμο που μαζευόταν να πηδήξει πάνω από τις φωτιές. Η Αλέκα καθισμένη σε μια γωνιά του παραθύρου της δίπλα στο πικάπ της κοιτούσε σαν μαγεμένη τις φλόγες που θύμιζαν εκείνες τις ψυχής της και τότε τα μάτια της έπιασαν μια γνώριμη φιγούρα, ανασηκώθηκε από το κρεβάτι της να δει καλύτερα και αμέσως το μετάνιωσε. Ήταν εκείνος. Τόσο όμορφος όπως την μέρα που τον ερωτεύτηκε. Τα μάτια του γυάλιζαν από τις φλόγες της φωτιάς. Εκείνα τα μάτια του τα πράσινα, που της φυλάκισαν πριν έξι χρόνια την καρδιά. Ετοιμάστηκε να πεταχτεί έξω στον δρόμο και να πέσει στην αγκαλιά του, όταν είδε μια φιγούρα στο πλάι του. Τον κρατούσε από το χέρι και έγειρε τρυφερά στον ώμο του…

Την άλλη μέρα η γειτονιά ξύπνησε από τα ουρλιαχτά της μάνας της. Εκείνη την βρήκε παγωμένη δίπλα στο πικάπ της. Εκεί που ξεροστάλιαζε μέρες και βράδια ατελείωτα περιμένοντας την αγάπη της να επιστρέψει.

Όταν μετά από χρόνια το σπίτι πουλήθηκε μαζί με τα υπάρχοντα του, κάποιος που έμοιαζε πολύ με τον Μάριο ζήτησε λένε από τον νέο ιδιοκτήτη και αγόρασε το πικάπ, μαζί του πήρε και το μαντιλάκι με τα γράμματα. Και τον δίσκο του Στέλιου. Με το “Υπάρχω”.