Ζέρμπερα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Καλημέρα» σου είπα, μα δεν μου απάντησες ποτέ. Εγώ όπως κάθε πρωί σε φίλησα στο μέτωπο, χάιδεψα τα μαλλιά σου, σου άνοιξα το παράθυρο να δεις το φως της μέρας και καθώς ετοιμαζόμουν συνέχιζα να σου μιλάω, μα απάντηση δεν μου έδινες σε ό,τι και να σου έλεγα. Έβαλα δυο ρούχα πρόχειρα, λίγο Prada στον λαιμό μου, μάζεψα τα πράγματά μου, σε χαιρέτησα και έφυγα. Βγαίνοντας στον δρόμο ακούω το όνομά σου. Το προσπερνάω. Πηγαίνω στο μετρό, στα βαγόνια ο αγαπημένος σου αριθμός. Το προσπερνάω και αυτό. Στην στάση του λεωφορείου πρώτο έρχεται αυτό που πάει στην Καισαριανή. Το προσπερνάω. Έφυγα από Αμπελόκηπους για να πάω Ζωγράφου και δεν θ’ αλλάξω τώρα πορεία.

Σε όλη τη διαδρομή σε σκέφτομαι. Ξέρω πως πρακτικά δεν μπορείς να έρχεσαι παντού μαζί μου κι ας το θέλω. Δεν πειράζει. Θα τελειώσω νωρίς και σήμερα και θα γυρίσω γρήγορα πίσω σε σένα. Στο μυαλό μου συνήθως γυρνάνε αναμνήσεις απ’ όταν ήμουν μικρή. Θυμάμαι πως το γέλιο σου ήταν το μεγαλύτερό σου κόλπο για να μη με βλέπεις να μελαγχολώ ή να φοβάμαι. Αυτό έχω στο νου μου μέχρι να σε ξαναδώ, γιατί ο κόσμος με τρομάζει, όπως πάντα άλλωστε.

Οι ώρες θα περάσουν εύκολα ή δύσκολα και σχεδόν όπως κάθε μέρα, θα περπατήσω λίγο παραπάνω για να φτάσω γρηγορότερα. Στρίβοντας για τη γειτονιά μας, βλέπω την κυρία Έλενα να φτιάχνει τα λουλούδια στην γωνία. Δεν μπορώ να αντισταθώ στις κόκκινες ζέρμπερες που τόσο σου αρέσουν κι έτσι θα αγοράσω και σήμερα άλλη μία για να στη φέρω. «Για τη μαμά σου;» ρώτησε μ’ ένα ζεστό χαμόγελο η Ελένη. «Φυσικά» της απάντησα και χωρίς καν να με ρωτήσει, αφού ξέρει πολύ καλά, έκοψε λίγο το κοτσάνι για να χωρέσει στο βάζο που έχουμε.

Κατεβαίνοντας στον δρόμο μας, μπορώ να σου πω πως αγχώνομαι. Δεν μ’ αρέσει να συναντώ κόσμο που να με κοιτάζει περίεργα ενώ αυτοί είναι που δεν έχουν ξανάρθει στη γειτονιά μας ποτέ άλλοτε. Τέλος πάντων. Κανείς δεν μπορεί να μου το χαλάσει τώρα που ήρθα πάλι σε σένα.

Βγάζω την τσάντα μου από τον ώμο και την πετάω όπου βρω. Σε χαιρετάω και κάθομαι απέναντί σου να κάνω ένα τσιγάρο. Δεν μιλάς. Ξέρω ότι δεν θες να καπνίζω. Σιγοτραγουδάω το αγαπημένο σου τραγούδi. «…ποιος έχει καιρό για μια αγκαλιά…» και περιμένω να μ΄ αγκαλιάσεις. Μα εσύ εκεί μονάχα με κοιτάς και μου χαμογελάς.

Σήμερα είχες βάλει τα καλά σου. Φόρεσες το αγαπημένο σου μπλε φόρεμα και με περίμενες. «Δεν θα με ρωτήσεις πώς πήγε η μέρα μου;» αποκρίνομαι. Βιαστικά σου απαντάω πως δεν έχει σημασία πριν προλάβεις να μου μιλήσεις. Εξάλλου αλήθεια, ο κόσμος μου είσαι εσύ κι ας μην στο λέω συνέχεια. «Κάνει ζέστη πολλή. Πέρασε ο χειμώνας. Άντε να δούμε μέσα στο τσιμέντο πώς θα την βγάζουμε καθαρή τώρα. Εντάξει όμως φτάνει. Πες μου και συ τίποτα. Μη μ’ αφήνεις να παραπονιέμαι ανοιξιάτικα.»

Μα τι λέω; Δεν θα μου απαντήσεις. Δεν θα με πάρεις αγκαλιά, δεν θα σιγοτραγουδήσεις μαζί μου. Μονάχα με τον τρόπο σου θα μου χαϊδέψεις τα μαλλιά όπως και τότε. Θα πέσω εγώ επάνω σου για να σε πάρω αγκαλιά και θα ξεσπάσω σε λυγμούς. Ποιον κοροϊδεύω; Οι φωτογραφίες σου δεν μιλάνε ρε μαμά. Το άρωμά σου δεν μυρίζει το ίδιο όταν το φοράω εγώ. Το γέλιο σου δεν θα αντηχήσει να σπάσει τη σιωπή. ‘Μωρέ, να σπάσει κομμάτια να γίνει’ θα μου έλεγες αν ήσουν εδώ.

Μα δεν είσαι. Δεν είσαι και μένα οι μόνες μου διαδρομές είναι Αμπελόκηποι – σχολή- Νεκροταφείο Καισαριανής. Πάνε 2 χρόνια και γω ακόμα συμπεριφέρομαι στις φωτογραφίες σου σαν να είσαι εσύ. Δεν αντέχεται άλλο η απουσία σου ρε μαμά. Φοβάμαι. Φοβάμαι να αντικρίζω τον κόσμο χωρίς εσένα. Σου έγραψα κάποτε σε ένα γράμμα «…θάνατος είναι να υπάρχει στην ατμόσφαιρα ο αέρας που θα ανέπνεες και τώρα πια με πνίγει…» μα διεύθυνση δεν έχω να στο στείλω.

Να έρχεσαι ψυχή μου τα βράδια να σε βλέπω. Θυμάσαι; ήταν το τελευταίο πράγμα που σου είπα για να σε αποχαιρετήσω. Κι εσύ πια δεν έρχεσαι συχνά στα όνειρά μου. Λείπεις που λείπεις από τη ζωή μου, μη μ’ αφήνεις και τα βράδια να αναρωτιέμαι γιατί έφυγες και δεν έρχεσαι. Σ΄ αγαπώ περισσότερο από κάθε δευτερόλεπτο που περνάει. Η πεταλουδίτσα σου.

Το φευγιό σου δεν μαθαίνεται και η απουσία σου καθιστά τον κόσμο χαοτικό. Το κόκκινό σου το βραχιόλι θα ‘χω για πάντα φυλαχτό. Μονάχα να μην πονάς πια.

Μου λείπεις. Να (με) προσέχεις.

Αναστασία Νάρη

 

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook