Ο Δημήτρης είχε ξυπνήσει από νωρίς σήμερα. Όπως κάθε Σάββατο. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, έβαλε λίγο καφέ, να ετοιμάζεται, και άρχισε να φτιάχνει τα πράγματα του, για να πάει στο αγαπημένο του χόμπι. Το σερφ. Ήταν κάτι που το έκανε για πάρα πολλά χρόνια. Είχε παρακολουθήσει κάποια μαθήματα πολύ καιρό πριν, και είχε αρχίσει από τότε δειλά δειλά να ασχολείται. Ακόμα θυμάται την πρώτη του φορά στο μάθημα κάπου σε μια παραλία της Χαλκιδικής, μαζί με τον Βασίλη, τον Αντώνη και τον Γιώργο. Οι τέσσερις κολλητοί ξεκίνησαν να πάνε σε ένα δάσκαλο για να μάθουν σερφ.
Αφού συστήθηκαν με τον δάσκαλο πήρε ο καθένας από μια wetsuit στολή, μια σανίδα και ένα leash κορδόνι για να το δέσουν πάνω τους και παρατάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο στην παραλία.

Η μέρα ήταν ιδανική για σερφ. Ο καιρός ήταν καλός, δεν φυσούσε σχεδόν καθόλου, αλλά είχε ένα κύμα ιδανικό, και η παραλία δεν είχε πολύ κόσμο για να ενοχλούν. Ο δάσκαλος ξεκίνησε να τους δείχνει τα βασικά. Πως να στέκονται πρώτα ξαπλωμένοι μπρούμυτα στην σανίδα, πως να κάνουν κουπί με τα χέρια και ποια κύματα να επιλέγουν. Μετά ήρθε η στιγμή να δοκιμάσουν στην πράξη όλα όσα έμαθαν.

Ο ένας δίπλα στον άλλο στέκονται στην όχθη κρατώντας την σανίδα με το αριστερό τους χέρι όπως τους είχε δείξει ο δάσκαλος, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να βουτήξουν. Ένας φόβος είχε αρχίσει να κυριεύει τον Βασίλη βλέποντας τα κύματα να έρχονται κατά πάνω του.
“Είστε τρελοί πρωί πρωί μου φαίνεται”
‘’Γιατί ρε Βασίλη? ‘’ του απάντησε ο Δημήτρης
‘’Που πάμε ρε να βουτήξουμε με τέτοιο κύμα ρε? Μας βλέπω να μας παίρνει και να μας ψάχνουν απέναντι σαν τους ναυαγούς.’’
‘’ Είσαι υπερβολικός. Έπειτα αν δεν πέσεις και δεν δοκιμάσεις δεν θα μάθεις ποτέ’’ είπε ο Δημήτρης και παίρνοντας μια ανάσα άρχισε να τρέχει καταπάνω στο κύμα.

Ένα.. δύο.. ξαφνικά βρέθηκε μέσα στα παγωμένα ακόμα νερά, να προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω στην σανίδα του, ώσπου ένα κύμα του έδωσε μια και τον πέταξε κάτω αναγκάζοντας τον να πιει αρκετές γουλιές θαλασσινό νερό. Χωρίς να το πολύ σκεφτεί μάζεψε τις δυνάμεις του και σκαρφάλωσε πάλι πάνω της, και πολύ σύντομα βρέθηκε να πηγαίνει πάνω κάτω ακολουθώντας την ορμή των κυμάτων.

Οι άλλοι 3 βλέποντας τον Δημήτρη να έχει ήδη βουτήξει κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Αφού μπορεί αυτός μπορούμε κι εμείς σκέφτηκαν, και άρχισαν σιγά σιγά να προχωρούν προς το κύμα. Πρώτος δοκίμασε να βουτήξει ο Βασίλης, ο οποίος χωρίς να έχει πάρει την απαιτούμενη φόρα βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα κύμα με μεγάλη ορμή να έρχεται καταπάνω του. Τελευταία στιγμή δείλιασε να βουτήξει και έκανε μεταβολή για να γυρίσει προς την παραλία αλλά το κύμα τον προλαβαίνει και του ρίχνει μια πετώντας τον πάνω στον Αντώνη που είχε μείνει να τον κοιτάει. Σε κλάσματα δευτερολέπτου και οι δύο βρέθηκαν στο νερό να παλεύουν για τη ζωή τους με τα κύματα μόλις 4 μέτρα από την παραλία καλώντας σε βοήθεια. Η φωνή του δασκάλου ήταν αυτή που τους ηρέμησε.
‘’Μην φοβάστε. Δεν πνίγεστε! Πατάτε εκεί. Δοκιμάστε να σταθείτε στα πόδια σας.’’
Τότε ήταν που και οι δύο αισθάνθηκαν χαζοί. Στάθηκαν στα πόδια τους, και παίρνοντας βαθιές ανάσες μάζεψαν τις σανίδες και τα πράγματα τους και πήρα τον δρόμο για την στεριά. Ο τελευταίος της παρέας, ο Γιώργος, βλέποντας τους έσκασε στα γέλια, και πήγε να τους δώσει ένα χεράκι για να τους βοηθήσει να βγουν.

Όση ώρα οι άλλοι τρεις πάλευαν με τα κύματα στα 5 μέτρα από την παραλία ο Δημήτρης είχε αρχίσει να απομακρύνεται. Είχε αρχίσει να δαμάζει τα μικρά κύματα και που και που σηκωνόταν όρθιος στην σανίδα του αφήνοντας τα να τον παρασύρουν προς τα έξω. Η αίσθηση του να δαμάζεις ένα κύμα και να το κάνει να σε πηγαίνει εκεί που εσύ θες, τον έκανε να πλημμυρίζει από ευτυχία και αισιοδοξία τόσο πολύ που ξεχνιόταν, και τότε ένα μεγαλύτερο κύμα βρισκόταν στον δρόμο του και πριν το καταλάβει βρισκόταν και πάλι στο νερό. Μετά από 2 ώρες και αφού είχε κουραστεί αρκετά πήρε τον δρόμο για την στεριά.

Οι άλλοι τρεις φίλοι τον κοιτούσαν όση ώρα ήταν μέσα και δεν πίστευαν στα μάτια τους.
‘’Μπράβο ρε Δημήτρη! Το ‘χεις. Αν δεν σε ήξερα τόσα καλά θα πίστευα ότι κάνεις χρόνια και μας δούλευες τόσο καιρό ότι δεν έχεις ξανά ασχοληθεί.’’ του είπε ο Γιώργος
‘’ Δεν έκανα κάτι που δεν μπορείς να κάνεις κι εσύ. Απλά χρειάζεται αποφασιστικότητα και πείσμα’’ απάντησε εκείνος.
Όση οι ώρα οι τέσσερις τους συζητούσαν ο δάσκαλος τους πλησίασε προσφέροντας τους μια κούπα ζεστό τσάι. Έπειτα κάθισαν όλοι μαζί στο ξύλινο σαλέ δίπλα στην παραλία χαζεύοντας μέσα στην απόλυτη ησυχία την θάλασσα από μακριά. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που κοιτώντας την και χαζεύοντας το άπειρο σου προσφέρει απλόχερα την ηρεμία και την γαλήνη της.

Έπειτα από λίγα λεπτά σιωπής και εσωτερικής σκέψης ο δάσκαλος απευθύνθηκε και στους τέσσερις.
‘’Η θάλασσα είναι σαν την ζωή, και τα κύματα είναι σαν τα προβλήματα της. Δεν επιλέγουμε τι κύμα θέλουμε να έχουμε απέναντι μας. Η θάλασσα τα κανονίζει αυτά. Εμείς επιλέγουμε μόνο αν θέλουμε να την εξερευνήσουμε και να την χαρούμε ή όχι. Όπως εσύ Γιώργο. Μπορείς να μείνεις αμέτοχος κοιτώντας τους άλλους, γελώντας με τις προσπάθειες τους. Ή, όπως εσύ Δημήτρη. Μπορείς να την αντιμετωπίσεις με αποφασιστικότητα. Δεν είναι ένας δρόμος εύκολος. Το σίγουρο όμως είναι ότι στο τέλος θα την οδηγείς εσύ εκεί που θες και τότε ευτυχία και η αυτοπεποίθηση που θα νιώθεις θα ξεπληρώσουν όλους τους κόπους σου.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι αν το αποφασίσουμε δεν θα πρέπει να το κάνουμε δειλιάζοντας. Όπως εσύ Αντώνη. Γιατί η ορμή της τότε θα είναι τέτοια που θα μας καταπλακώσει και θα παρασύρουμε και άλλους μαζί μας. Το θέμα στην θάλασσα όπως και στην ζωή δεν είναι να μην πέσεις, γιατί σίγουρα θα πέσεις. Το θέμα είναι αν μπορείς να επανακάμψεις. Αν έχεις αντοχή στον πόνο και πόσο γρήγορα μπορείς να σταθείς και πάλι στα πόδια σου’’

Τα λόγια αυτά ακόμα αντηχούσαν στα αυτιά του Δημήτρη. Ήταν ο μόνος από την παρέα που συνέχισε το σέρφινγκ. Σήμερα στεκόταν πάλι στην ίδια παραλία. Ο καιρός δεν ήταν τόσο καλός όμως, και είχε σηκώσει αρκετό κύμα. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Μέτρησε μέχρι το 3 και άρχισε να τρέχει κατά πάνω τους. Πριν το καταλάβει και ο ίδιος είχε βρεθεί αρκετά μέτρα βαθιά στην θάλασσα πάνω στην σανίδα του να δαμάζει τα κύματα το ένα μετά το άλλο.

Ακόμα και για εσένα που με διαβάζεις, να θυμάσαι πως η θάλασσα είναι σαν την ζωή και τα κύματα της είναι σαν τα προβλήματα σου. Σίγουρα θα έχεις βρεθεί πολλές φορές αντιμέτωπος με καταστάσει, ανθρώπους, δουλειές που σε πιέζουν και σε μπλοκάρουν. Αρκετές φορές το μόνο σου βοήθημα θα είναι μια απλή σανίδα. Είναι στο χέρι σου είναι να την αξιοποιήσεις σωστά ή όχι.

Το μόνο που χρειάζεται είναι αποφασιστικότητα. Take a deep breath. Take a step forward!