«Σας μιλάει ο Zodiac.

Ο περίφημος δολοφόνος που έκανε την αστυνομία του Σαν Φρανσίσκο να έχει εφιάλτες. 50 χρόνια και ακόμα ψάχνετε να βρείτε ποιος είμαι. Και αυτό γιατί; Γιατί προσπαθήσατε να μειώσετε την αξία του έργου μου. 37 φόνους και εσείς μου χρεώνετε μόνο 5. Ίσως και να σας βόλευε. Ίσως και να σας βοηθούσε να καταλαγιάσετε τον φόβο στους απλούς πολίτες. Ότι κι αν χρησιμοποιήσετε, σκίτσα, τεχνολογία, DNA, ποτέ δεν θα καταφέρετε να με βρείτε. Και αυτό γιατί πολύ απλά δεν μπορείτε να συλλάβετε το κίνητρο των φόνων μου.

Σας το είχα γράψει και τότε, στο πρώτο μου γράμμα στις 31η Ιουλίου του 1969, μου αρέσει να σκοτώνω ανθρώπους γιατί έχει πολύ πλάκα. Πιο πλάκα από το να σκοτώνεις άγρια ζώα στο δάσος γιατί ο άνθρωπος είναι το πιο επικίνδυνο ζώο από όλα για να το σκοτώσεις. Κάτι μου προκαλεί την πιο διεγερτική εμπειρία. Είναι καλύτερο κι από το να πηγαίνω με γυναίκα. Το καλύτερο είναι ότι όταν πεθάνω θα ξαναγεννηθώ στον παράδεισο και αυτοί που σκότωσα θα γίνουν δούλοι μου. Δεν θα σας δώσω το όνομά μου γιατί θα προσπαθήσετε να καθυστερήσετε τη συλλογή μου από δούλους. 

Και μάζεψα αρκετούς δούλους. Δούλους που πριν τους σκοτώσω μου πρόσφεραν απίστευτη ηδονή. Η συγκίνηση μου, όταν συναντούσα στους αυτοκινητοδρόμους της Καλιφόρνια – ειδικά τα βράδια – ένα αυτοκίνητο σταθμευμένο και διαπίστωνα ότι μέσα υπήρχε ένα ζευγαράκι, ήταν απίστευτη. Πραγματικά, ακόμα θυμάμαι με ευχαρίστηση το τρομοκρατημένο βλέμμα των δύο εφήβων που σκότωσα πρώτη φορά. 20 Δεκεμβρίου 1968. Ήταν κατά τις 11 το βράδυ όταν, περνώντας τυχαία από το δασάκι της Βαλέχο, είδα ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο. Έριξα τους προβολείς μου επάνω του και διαπίστωσα ότι μέσα ήταν ένα ζευγάρι εφήβων (17 χρονών Ντέιβιντ Φάραντεϊ και 16 η Μπέτι Λου Τζένσεν, όπως έμαθα την επόμενη μέρα από τις ειδήσεις). Και τότε ένιωσα κάτι μέσα μου να διεγείρεται. Ένιωσα τον αντρισμό μου να φουσκώνει. Η σκέψη ότι το ρομαντικό ραντεβουδάκι τους θα εξελισσόταν σε εφιάλτη με είχε εξιτάρει. Και να θα το πω χυδαία. Για να σας προκαλέσω ακόμη μία φορά. Η σκέψη ότι θα τους σκότωνα με είχε καυλώσει.

Άνοιξα τους προβολείς και τους έστρεψα κατά πάνω τους. Δεν θυμάμαι πόση ώρα καθόμουν με ανοιχτή τη μηχανή και τους προβολείς στραμμένους πάνω τους. Θα ήταν 5 με 10 λεπτά το πολύ. Δεν ήθελα να έχουν την ευκαιρία να φύγουν. Για αυτό και έκανα και κάποια κόλπα, κλείνοντας τους προβολείς, ή βάζοντας μπροστά τη μηχανή, να κάνω 1-2 μέτρα και να σταματάω, παίζοντας με έτσι με το μυαλό τους, τα νεύρα τους, την ψυχολογία τους. Ήθελα να τους τρομοκρατήσω όσο πιο πολύ γίνεται. Σας είπα, η σκέψη και μόνο του φόβου και του τρόμου που ένιωθαν με έκανε να αισθάνομαι πανίσχυρος και κυρίως μεγάλωνε την ηδονή μου. Και αφού έπαιξα με το μυαλουδάκι τους (τι ωραίο παιχνίδι ομολογουμένως), πήρα το όπλο μου και κατέβηκα από το αυτοκίνητο. Με αργά βήματα και την λίμπιντο να φτάνει στην κορυφή, άνοιξα την πόρτα του Ντέιβιντ και τον πυροβόλησα. Η έκπληξη στα μάτια του, η αγωνία, η ανικανότητα να αντιδράσει με έκανε να βάλω τα γέλια από τη χαρά. Όμως, όχι έπρεπε να μείνω προσηλωμένος στο έργο μου. Αν ήθελα να φτάσω στην ολοκλήρωση. Αν ήθελα να φτάσω στην κορύφωση. Ναι, έχασα λίγο την αυτοκυριαρχία μου. Θύμωσα και νευρίασα όταν είδα την Μπέτι να ανοίγει την πόρτα και να φεύγει. Όμως, όχι δεν θα την άφηνα να μου ξεφύγει. Δεν θα γλίτωνε. Την άφησα λίγο να πιστέψει ότι θα γλιτώσει. Την άφησα να ελπίζει ότι θα ζήσει. Σαν θεατής αρχαίας τραγωδίας ένιωθα. Ήξερα το τέλος σε αντίθεση με τον πρωταγωνίστρια. Ήξερα το τέλος, αλλά δεν μπορούσα να νιώσω συμπόνια για την πρωταγωνίστρια. Ήξερα το τέλος και περίμενα την κάθαρση. Την δική μου κάθαρση που θα με οδηγούσε στην απόλυτη ηδονή. Έτσι, αφού έτρεξε λίγα μέτρα την πυροβόλησα 5 φορές και έμεινα να θαυμάζω τον σχεδόν χορευτικό τρόπο με τον οποίο το κορμί της έπεσε κάτω.

Αχ, τι ωραίες αναμνήσεις. Θα μπορούσα να περιγράφω με τις ώρες τις δολοφονίες που έχω κάνει. Να σας πω τι ένιωθα κάθε φορά που έπαιρνα τη ζωή κάποιου. Ειδικά όταν επρόκειτο για ζευγαράκια, που είχαν ολόκληρη τη ζωή μπροστά τους. Αλλά όχι δεν θα σας προσφέρω αυτή τη χαρά. Να μοιραστείτε μαζί μου ότι πολυτιμότερο έχω. Γιατί αυθαδιάσατε. Γιατί δεν με πήρατε στα σοβαρά. Γιατί πιστέψατε ότι σας κοροϊδεύω. Γιατί θεωρήσατε ότι δεν έχω κάνει όλους αυτούς τους φόνους. Για αυτό και το τελευταίο μου γράμμα ήταν 24 Απριλίου 1978.

Για αυτό και σας γράφω 50 χρόνια μετά. Για να θυμηθείτε την ανικανότητά σας. Για να σας στοιχειώνω αιώνια. Για να σας πω ότι σκότωνα από ευχαρίστηση. Μην περιμένετε να σας πω ότι άκουγα φωνές, ότι μου έλεγαν να σκοτώσω. Μην περιμένετε να σας πω ότι με καθοδηγούσε ο Θεός. Όχι, όσο και να θέλετε να με κατατάξετε στους ψυχοπαθείς, σας διαβεβαιώνω πώς έχω σώας τα φρένα μου. Σκότωνα από ευχαρίστηση. Σκότωνα για την ευχαρίστηση και την ηδονή. Την ηδονή να μπορώ να αποφασίζω ποιος θα ζήσει, ποιος θα πεθάνει. Την ηδονή που μου χάριζε ο τρόμος στα μάτια των θυμάτων μου. Λίγο πριν πάω να συναντήσω τους δούλους μου, σας εύχομαι καλά όνειρα με τις τύψεις σας και κρίμα που δεν σας συνάντησα στον δρόμο μου, να τα λέμε στον Παράδεισο».

http://www.mixanitouxronou.gr/zontiak-o-dolofonos-pou-den-piastike-pote-skotone-zevgarakia-ke-estelne-epistoles-me-grifous-stis-efimerides/