«Βαριέμαι αφάνταστα», είπε η Λάχεσις και νυσταγμένα πέρασε τις άκρες των δαχτύλων της πάνω από τα νήματα, κάνοντάς τα να τρεμοπαίξουν ανήμπορα.
«Όποτε βαριέσαι εσύ, κάποιοι βρίσκουν μπελάδες», δήλωσε με αυστηρότητα η Κλωθώ, δουλεύοντας με ευλάβεια το καινούργιο νήμα που ετοίμαζε.
«Μα κοίτα αυτά τα δύο πόσο κοντά περνάνε, χρόνια τώρα τρέχουν σχεδόν παράλληλα. Λέω να τα διασταυρώσω», συνέχισε δείχνοντας δύο συγκεκριμένα νήματα
«Μα δεν τα βλέπεις πόσο ταλαιπωρημένα είναι; Εξαιτίας σου είναι έτσι. Δεν τα λυπάσαι καθόλου;» τη ρώτησε με αποδοκιμασία, ελπίζοντας να της αλλάξει γνώμη.
«Κάνεις λάθος και το ξέρεις! Η άλλη έκοψε εκείνο το νήμα τότε και τώρα αυτά τα δύο τρέχουν παράλληλα. Κάνε εσύ τη δουλειά σου κι εγώ θα κάνω τη δική μου!», διαμαρτυρήθηκε θιγμένη και με μια αποφασιστική κίνηση έπιασε τα δύο φθαρμένα νήματα.

Κάθε μέρα η ίδια διαδρομή. Κάθε μέρα οι ίδιες κινήσεις. Κάθε μέρα οι ίδιες σκέψεις. Η ζωή της από τότε μια βαρετή επανάληψη. Και ο χρόνος να ξεθωριάζει τις ουλές και μαζί με τις ουλές να ξεθωριάζει λίγο και τις μνήμες. Το ρημάδι το συναίσθημα όμως να μην μπορεί να αλλάξει χρώμα. Να μην μπορεί να ξεπλυθεί, όσα δάκρυα και να έριχνε. Κόπασαν έτσι και τα δάκρυα σιγά σιγά.

Σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι και μια φορά την εβδομάδα, επίσκεψη στον ψυχολόγο. «Εφτά χρόνια τώρα θεατής της ίδιας μου της ζωής», σκέφτηκε και απρόθυμα σηκώθηκε από το κρεβάτι, ενώ έξω η φθινοπωρινή μπόρα έδειχνε να δυναμώνει.

Βγαίνοντας στον βρεγμένο δρόμο, μια ανατριχίλα διαπέρασε τη ραχοκοκκαλιά της. Κάτι μέσα της, της φώναζε να ξαναμπεί στην ασφάλεια του σπιτιού της, αλλά το αγνόησε. Έβγαλε από την τσάντα της ένα αγχολυτικό και χωρίς νερό το ήπιε. Συνηθισμένη πια, ήξερε να αναγνωρίζει τις κρίσεις πανικού από τα πρώτα σημάδια. Άνοιξε αποφασιστικά την μεγάλη καφέ ομπρέλα της και άρχισε να προχωράει προς τη στάση του λεωφορείου, βέβαιη πως σύντομα το χάπι σε συνδυασμό με τη ρουτίνα θα έκαναν τη δουλειά τους. Τίποτα όμως εκείνη την ημέρα δεν θα πατούσε πάνω στα χνάρια και τη θαλπωρή της προβλεψιμότητας.

Μια μεγάλη λακκούβα, λίγα μέτρα πιο κάτω, έγινε η αιτία το παντελόνι της να γεμίσει λασπόνερα. Και όσο εκείνη το τίναζε εκνευρισμένη, το λεωφορείο της την προσπερνούσε αδιάφορα. Θα μπορούσε να πάρει ένα ταξί αντί να περιμένει το επόμενο. Δεν το έκανε όμως. Κάθισε στην στάση υπομονετικά και περίμενε το επόμενο. Ανακούφιση ένιωσε βλέποντας το δεκαπέντε λεπτά μετά να έρχεται και ας ήταν ξέχειλο από κόσμο. Υγρασία, βαριά μυρωδιά από μούχλα, ανθρώπινα χνώτα και άγνωστοι σε μια επιβεβλημένη φυσική επαφή, την έκαναν λίγη ώρα μετά να αμφισβητήσει για ακόμα μια φορά την επιλογή της να πάει, παρά τις αναποδιές, στη δουλειά. Και άξαφνα, μια μόλις στάση πριν τη δική της, ένα δυνατό φρενάρισμα, ένα τράνταγμα, και το δεξί της χέρι πόνεσε τόσο πολύ, που χωρίς να το σκεφτεί καν, πετάχτηκε και βγήκε πάλι στον φρέσκο αέρα. Καλύτερα να περπατούσε. Χρειαζόταν χρόνο κι ας βρεχόταν. Οι μνήμες που το φρενάρισμα είχαν ξυπνήσει πονούσαν πιο πολύ κι από το τραυματισμένο χέρι. Και όσο τα παπούτσια της εναλλάσσονταν πάνω στο βρεγμένο πεζοδρόμιο μηχανικά, φέρνοντας την κάθε φορά όλο και πιο κοντά στην ασφάλεια της δουλειάς της, η βροχή άρχισε να δυναμώνει και πάλι, θυμίζοντας της ότι είχε ξεχάσει την ομπρέλα της στο λεωφορείο. Καταβεβλημένη και βρεγμένη, αναζήτησε πρόχειρο καταφύγιο, όσο ο ουρανός άστραφτε δαιμονισμένος, στο φαρμακείο που βρήκε μπροστά της.

«Μια θερμαντική κρέμα, παρακαλώ», ζήτησε στη νεαρή κοπέλα πίσω από τον πάγκο όταν ένιωσε κάτι να την τραβάει να γυρίσει το κεφάλι της προς την πόρτα. Και τότε τον είδε να μπαίνει βρεγμένος και να τινάζει την καμπαρντίνα του. Για λίγα δευτερόλεπτα ο χρόνος πάγωσε μέσα στο βλέμμα που αντάλλαξαν, ενώ ένα δυνατό μπουμπουνητό έκανε τα τζάμια του φαρμακείου να τρίξουν.

Όλα τα υπόλοιπα, από το βλέμμα αυτό και μετά, έμοιαζαν σαν αλυσιδωτές αντιδράσεις. Τραβάει το αίμα σαν μαγνήτης. Τραβάει η αγάπη σαν σχοινί. Τραβάει ακόμα και «αγνώστους» όταν οι μοίρες σού παίζουν παιχνίδια. Για εκείνη αυτό το σκίρτημα μέσα της εφτά χρόνια μετά, έμοιαζε σαν ηλεκτροσόκ. Για εκείνον αυτό το σκίρτημα μέσα του έκανε την πολύτιμη καρδιά του να τον τρομάξει για πρώτη φορά. Και τους θύμισε τόσο το συναίσθημα την οριστικά χαμένη νιότη τους, που τους ήταν αδύνατο να το αγνοήσουν. Τους ήταν αδύνατο να μην το μπερδέψουν.

Πάνω από δυο ζεστές κούπες καφέ, σε μια καφετέρια δίπλα στο φαρμακείο, αντάλλαξαν τις πρώτες κουβέντες. Αμήχανα μέσα από χαμόγελα και αόριστες συζητήσεις, προσπάθησαν να συστηθούν. Και όσο η στάθμη στις κούπες κατέβαινε και τα τσιγάρα εκείνης πλήθαιναν στο τασάκι, τόσο πιο βέβαιοι ένιωθαν πως αυτή η συνάντηση έμοιαζε καρμική. Μια γυναίκα 42 χρόνων ρημαγμένη και ένας άντρας λίγο πριν τα 50 που δεν είχαν ξανασυναντηθεί ποτέ, μοιράζονταν μια βροχερή μέρα, ένα τραπέζι μιας καφετέριας και πολλά περισσότερα που ακόμα δεν γνώριζαν.

Και όταν ο καφές τελείωσε και έμεινε μόνο το κατακάθι, κι οι δύο από κοινού συμφώνησαν πως αυτή η συνάντηση δεν έπρεπε να λήξει ακόμα. Ξεχύθηκαν έτσι στους βρεγμένους δρόμους της Αθήνας, αμελώντας επιδεικτικά τις υποχρεώσεις τους.

«Είμαι γεμάτη ουλές», του είπε με νόημα, αργά το απόγευμα, την ώρα που της έπιασε το χέρι.
«Είμαι γεμάτος ουλές», της είπε και της έδωσε ένα ξέπνοο φιλί.
«Τις δικές μου τις σιχαίνομαι», δήλωσε ενοχικά κοιτάζοντας τον στα μάτια.
«Τις δικές μου τις ευγνωμονώ», παραδέχτηκε εκείνος και τη χάιδεψε στο μάγουλο.
«Θέλω να στις δείξω», τον παρακάλεσε ικετευτικά στο αυτί και στο πρώτο ξενοδοχείο που συνάντησαν, τρύπωσαν χωρίς δεύτερη σκέψη.

Με κλειστές τις βαριές χειμωνιάτικες κουρτίνες, έβγαλε το λασπωμένο παντελόνι της και το ακούμπησε δίπλα στο κρεβάτι. Μια τεράστια ουλή ξεκινούσε λίγο πάνω από τον αστράγαλο και έφτανε μέχρι ψηλά στον γοφό, ενώ μια δεύτερη ουλή ερχόταν κάθετα στο ύψος της κοιλιάς, χωρίς όμως να συναντιόνται. Στα γόνατα έπεσε μπροστά της και άρχισε να φιλάει σπιθαμή προς σπιθαμή την τεράστια ουλή κάνοντας την να αναστενάξει.
«Μην το κάνεις αυτό», τον παρακάλεσε ενώ χοντρά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, αλλά εκείνος την αγνόησε. Και όσο τα ρούχα έφευγαν και τα σώματα ενώνονταν, εκείνη ένιωθε τις ουλές της να μαλακώνουν, λες κι η δική του τεράστια ουλή στο στέρνο μοιραζόταν την ευγνωμοσύνη.

Λαχανιασμένη ακόμα, σηκώθηκε από το κρεβάτι και άναψε ένα τσιγάρο. Το έστρεψε προς το μέρος του, αλλά αυτός χαμογελαστός το αρνήθηκε ευγενικά. Έξω η βροχή είχε επιτέλους σταματήσει. Με αργά βήματα επέστρεψε στο κρεβάτι και με το ελεύθερο χέρι της χάιδεψε την ουλή του. «Τι ιστορία άραγε να κρύβει;» αναρωτήθηκε, αλλά δεν τόλμησε να ρωτήσει. Και τότε εκείνος από μόνος του άρχισε να μιλάει, λες και είχε διαβάσει τη σκέψη της.

«Με αυτή την ουλή ζω. Είναι το παράσημο μου. Είναι η ελπίδα μου. Είναι η αιώνια ευγνωμοσύνη που νιώθω για κάποιους ανθρώπους που ποτέ δεν θα γνωρίσω. Τέλη Αυγούστου του 2010 ξαναγεννήθηκα. Εφτά χρονών έγινα φέτος… Βλέπεις μια καινούργια καρδιά άρχισε να χτυπάει εδώ μέσα, μια καρδιά δυνατή, μια καρδιά γενναιόδωρη, μια καρδιά που μόλις σε αντίκρισε, για πρώτη φορά από τότε που την απέκτησα και για λόγους που δεν κατανοώ, με τρομάζει και μου χαρίζει συναισθήματα πρωτόγνωρα», είπε χαμογελαστός και εκείνης το τσιγάρο έπεσε από τα χέρια.
«Πότε; Που; Ξέρεις τον δότη; Πες μου τώρα! Ξέρεις τον δότη;» ούρλιαξε ενώ τρέμοντας άρχισε να ντύνεται.
«Τι έπαθες; Όχι δεν ξέρω το δότη. Ξέρω μόνο πως ήταν ένα νεαρό παλικάρι που έφυγε από τροχαίο σε κάποιο επαρχιακό δρόμο. Αυτό, τίποτα άλλο. Θέλησα να μάθω, αλλά οι συγγενείς του δεν επιθυμούσαν κάτι τέτοιο. Που πας; Μην φεύγεις σε παρακαλώ!» της φώναξε, αλλά αυτή είχε ήδη τρέξει έξω από το δωμάτιο.

Μέσα στον ανελκυστήρα όμως το χέρι της δεν πάτησε το κουμπί του ισογείου, πάτησε το κουμπί του τελευταίου ορόφου. Από εκεί εύκολο ήταν να βρει τη σκάλα για την ταράτσα. Με δάκρυα να τρέχουν ασταμάτητα από τα μάτια της, προσέγγισε την άκρη και κοίταξε τον δρόμο από κάτω. Όλα τη χτυπούσαν αλύπητα για ακόμα μια φορά. Το αυτοκίνητο. Το τιμόνι στα χέρια της. Το γέλιο του, ενώ της μιλούσε καθισμένος δίπλα της. Ταξίδευαν προς την πόλη που είχε περάσει στο πανεπιστήμιο. Να αρχίσει μια φοιτητική ζωή που η ίδια είχε στερηθεί, για να τον φέρει στον κόσμο. Ποτέ της δεν τον χρέωσε γιαυτό. Ήταν το παιδί της και ας ήταν και εκείνη σχεδόν παιδί όταν τον γέννησε. Μαζί είχαν μεγαλώσει οι δυο τους. Και τώρα, ετοιμαζόταν να ανοίξει τα φτερά του το κλωσοπουλάκι της και ένιωθε τόσο περήφανη για εκείνον. Πως δεν είχε υπολογίσει σωστά τη στροφή; Τι την είχε αποσπάσει; Γιατί ο δρόμος γλιστρούσε ενώ ήταν στεγνός; Και τα φρένα, γιατί δεν είχαν πιάσει έγκαιρα; «Μαμά!» άκουσε το ουρλιαχτό του, ενώ το αυτοκίνητο έβρισκε πάνω στο δέντρο μετωπικά και ύστερα σκοτάδι και σιωπή. Μια σιωπή που ξεπερνούσε τις δικές της ουλές. Τα δικά της τραύματα μπορεί να ήταν πιο εκτεταμένα, το δικό του όμως ένα και μοναδικό τραύμα ήταν πιο σοβαρό. Ατόφιος έμοιαζε πάνω στο κρεβάτι, όταν φρεσκοχειρουργημένη απαίτησε να τον δει. «Κλινικά νεκρός» της είχαν πει. Εγκεφαλικός θάνατος με καμία πιθανότητα ανάκαμψης, ήρθε σαν καταπέλτης η ενημέρωση των γιατρών λίγες μέρες μετά. Πόνος στο σώμα , πόνος στη ψυχή, πόνος παντού, να μην την αφήνει να αναπνεύσει. Και ενοχή, μια τεράστια ενοχή να στεφανώνει κάθε ανάσα που πήρε η ίδια από τότε και μετά.

Και αποφάσεις. Να πρέπει να πάρει μέσα στο πένθος της αποφάσεις ολομόναχη. Ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, απορούσε που είχε βρει τη δύναμη. Ποιο μαγικό χέρι την είχε βοηθήσει να αποδεχτεί τη δωρεά οργάνων; Ίσως η παρήγορη σκέψη πως αυτό δεν θα ήταν το τέλος του παιδιού της. Ίσως η ανάγκη της να νιώσει πως ο θάνατος του δεν θα ήταν κάτι μάταιο. Έναν όρο έθεσε μόνο τότε. Να μην συναντήσει ποτέ τους λήπτες, ακόμα και αν οι ίδιοι το επιθυμούσαν. Αυτό θα ήταν η δική της τιμωρία. Να που τώρα όμως η ζωή της έπαιζε και πάλι παιχνίδια.

«Ένα βήμα και το μαρτύριο μπορεί να τελειώσει οριστικά. Ένα μικρό βήμα και θα τον ξαναδώ», σκέφτηκε και σκούπισε τα δάκρυα της.

«Πάλι με αναγκάζεις να κόψω νήμα, και αυτό το είχα αφήσει τότε να προχωρήσει», είπε η Άτροπος θυμωμένη στη Λάχεσις και ακόνισε το ψαλίδι της.
«Να διορθώσω προσπαθούσα το τότε λάθος», είπε στεναχωρημένη εκείνη και τραβήχτηκε με το κεφάλι σκυφτό στην άκρη, δίνοντας της χώρο να περάσει.
«Σταμάτα αυτή τη στιγμή!» απαίτησε η Κλωθώ και το νήμα που έγνεθε με περισυλλογή τόση ώρα, άρχισε να ξετυλίγεται δυνατό και λαμπερό και να τρέχει κολλητά στο ταλαιπωρημένο που ετοιμαζόταν να κόψει η Άτροπος.
«Μια καινούργια ζωή!» αναφώνησε χαρούμενη η Λάχεσις και η Άτροπος μάζεψε το ψαλίδι της και τραβήχτηκε με σεβασμό και πάλι στο σκοτάδι της.

Καλό ταξίδι μικρή μου...
“Χωρίζει η μοίρα τους ανθρώπους.
Τ’ αηδόνια αλλάζουνε φωλιά.
Τα μάτια βλέπουν άλλους τόπους.
Μα δεν αλλάζει φως μου η καρδιά.”
Μενέλαος Λουντέμης

 «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα»