Ζωές

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τέσσερις άνθρωποι, τέσσερις ζωές. Άγνωστοι, που τώρα συντροφεύουν ο ένας τον άλλο, πίσω από τις βαριές σιδερένιες πόρτες, μέσα από έναν τοίχο με συρματόπλεγμα που χωρίζει απόλυτα δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Έξω ζουν οι «ελεύθεροι». Μέσα, ζουν αυτοί. Μοιράζονται το ίδιο κελί. Ναι, και οι τέσσερις, μαζί με δύο άτομα ακόμα, έξι στο σύνολο. Κελιά δύο ατόμων είναι απλώς ανήκουστη πολυτέλεια.

Επισκεπτήριο.
Ο Γ., Έλληνας, κάπου στα 40, ψηλός, γεροδεμένος, αρκετά γυμνασμένος. Στα χέρια του έχει μεγάλα τατουάζ. Η ματιά του έντονη σε καρφώνει με πληγωμένη αλαζονεία. Φαίνεται άνθρωπος που γλεντούσε τη ζωή του. Στις δυσκολίες, τον «βλέπεις» να γελά κατάμουτρα στη ζωή και να λέει «δε βαριέσαι αδερφέ». Αυτός είχε την κοπελιά και το μαγαζάκι του, ένα καφέ-μπαρ. Έβγαζε καλά λεφτά. Ανοίχτηκε στην αγορά, μα το χρήμα πάει στο χρήμα. Κάπως έτσι, μεταξύ επιθυμίας για καλή ζωή και «ωχ αδερφέ», ανοίχτηκε στην άλλη αγορά, αυτή που χρειάζεται tattoo για να κρύψει τα σημάδια απ’ τις βελόνες. Δοκίμαζε το εμπόρευμα και το προωθούσε, όπως έκανε με καφέ και ποτά. Στο μεταξύ παντρεύτηκε και έκανε ένα παιδί. Μα ο καιρός έχει γυρίσματα. Τώρα, δε μπορεί να βρίσκεται ούτε στο μαγαζί, ούτε στη γυναίκα του. Στο παιδί λένε «ο μπαμπάς λείπει ταξίδι». Εκείνος σκέφτεται «έλα μωρέ, ’νταξ’ δε βαριέσαι…», έτσι κι αλλιώς σε λίγα χρόνια θα βγει. Τον περιμένει η γυναίκα του και το παιδί, μαζί και η παλιά δουλειά, έτοιμη, στρωμένη από εκεί ακριβώς που την άφησε…

Ο Β. μόλις 24 ετών, Έλληνας. Σώμα αγύμναστο, ελαφρώς καμπουριασμένο, μάτια που ξεχωρίζουν αρκετά από το πρόσωπο. Κλασικός κομπιουτεράς-χακεράς. Λιγόλογος, μεθοδικός. Από την ησυχία του σπιτιού του, εφορμούσε στον παγκόσμιο ιστό εικονικά. Εικονικές παρέες, εικονική πραγματικότητα και από εκεί, πάντα εικονικά, στις τράπεζες. Από την εικονική πέρασε στη σκληρή πραγματικότητα. Πιάστηκε στο δίχτυ του ιστού που ταξίδευε. Την επόμενη φορά, το νιώθει, θα φανεί πιο έξυπνος…

Ο Χ. γύρω στα 28 είναι πολύ αδύνατος, μικροκαμωμένος, αλλά ευκίνητος και ζωηρός. Η ματιά του σάρωνε σβέλτα τους ανθρώπους. Έδειχνε εξοικειωμένος με το χώρο, άλλωστε έχει ήδη βρεθεί άλλες δύο φορές εκεί. Όταν ήταν «έξω», βοηθούσε άλλους να έρθουν, στη χώρα, έναντι γενναίου αντιτίμου. Στο «επάγγελμα» αυτό βέβαια, υπήρχαν και απώλειες στο «εμπόρευμα». Μπρος στον κίνδυνο, μια τρύπα στη βάρκα κι όποιος φτάσει. Γυναίκα δεν είχε, ούτε παιδί να τον περιμένει. Γονείς δε θυμάται. Το «διάλειμμα στη στενή» είναι απαραίτητο για αυτές τις δουλειές. Όταν κάποια δουλειά πάει να χαλάσει, αυτός είναι ο αναλώσιμος. «Παίρνει μερικά χρονάκια» και όταν βγει επιστρέφει στην «οικογένειά του» για να συνεχίσουν το «εμπόριό τους».

Το μάτι για μια στιγμή πέφτει σε έναν τέταρτο. Σιωπηλός, κάθεται σε μια μεριά συλλογισμένος. Τα μάτια του φαίνονται κόκκινα, πρέπει να έκλαιγε ή ίσως να προσπαθούσε να συγκρατήσει τις σκέψεις του για να μην ξεγλιστρήσουν από τα μάτια του πηγές. Αλλοδαπός, από αυτούς που θα λέγαμε πως ήρθαν μετανάστες. Στην εποχή μας θα τον ονομάζαμε πρόσφυγα. Κάποιος, σαν τον συγκάτοικό του, θα τον είχε βοηθήσει να περάσει με την φαμίλια του στη χώρα, τη γυναίκα του και τα επτά παιδιά τους. Ποια δύναμη σπρώχνει άραγε έναν άνδρα με το βάρος τόσων ανθρώπων, να τους ξεριζώσει και να τους φέρει στην Ελλάδα για καλύτερη μοίρα; Χτίστης δούλευε. Με τα χέρια του – όσο αυτά βαστούσαν- και τον ιδρώτα του, έβγαζε το μεροκάματο. Ήταν γύρω στα 45 με 50. Για πόσο ακόμα θα άντεχε αυτή τη δουλειά; Στα μεροκάματα προτιμούσαν τους πιο νέους, όσο μεγάλωνε, αραίωναν κι αυτά. Τα παιδιά όμως έπρεπε να φάνε, να ντυθούν. Χρειάζονταν τετράδια και μολύβια τα πιο μεγάλα. Όμως, μαθαίνουν γράμματα! Θα έχουν καλύτερη μοίρα τα παιδιά –σκέφτεται- χαλάλι τους. Μα με ευχές γεμίζει η ψυχή κι όχι το πιάτο. Τα στόματά τους τον στοιχειώνουν στον ύπνο του, τον καταπίνουν.
Μια συνηθισμένη μέρα ήταν, σαν όλες τις άλλες, όταν σταμάτησαν για λίγο στο γιαπί, να πιουν μια στάλα νερό, να φάνε μια μπουκιά ψωμί. Με τους ίδιους ανθρώπους που μοιράζονταν τον ήλιο και την αρμύρα του ιδρώτα κάθισε όπως κάθε μέρα. Τότε, κάποιος πρότεινε να κάνουν μια «δουλειά», για να «πιάσουν την καλή». Έμεινε για μια στιγμή εκστατικός και ονειρεύτηκε, παπουτσάκια, τετράδια, καινούρια τσάντα για τα παιδιά. Έντυσε με τη φαντασία του τη γυναίκα του με ένα νέο φουστάνι. Έβαλε ένα πιάτο φαγητό παραπάνω. Μπορεί να κατάφερνε να πάρει κι εκείνη τη δασκάλα που χρειαζόταν για να μάθουν καλύτερα τη γλώσσα τα μεγαλύτερα παιδιά του. Μα όχι, ήταν δανεικό το όνειρο. Αυτός δε θα το έκανε, δε θα μπορούσε. Αρνήθηκε.
Μόλις τελείωσε η οικοδομή, βρέθηκε πάλι χωρίς μεροκάματο. Η γυναίκα του με μαεστρία έκοβε κάθε μέρα από μια μπουκιά από όλους, γιατί «δεν το χρειάζονταν». Ενώ εκείνη «δεν πεινούσε και πολύ», της έφταναν δυο-τρεις μπουκιές. Δύσκολο να αντέξεις την ίδια σου την πείνα. Αδύνατο όμως να αντέξεις την πείνα του παιδιού και της γυναίκας σου. Μεροκάματο δεν ερχόταν. Το πήρε απόφαση. Ήξερε που θα έβρισκε «τους άλλους». Πήγε, τα κανόνισε. Θα έμπαιναν σε ένα σπίτι. Ήξεραν πως το θύμα «δεν είχε ανάγκη». Έφυγε τη νύχτα «για δουλειά». Μόνο που το πρωί δε γύρισε. Ήταν όλοι «καινούριοι», πιάστηκαν εύκολα. Τώρα, κοίταζε ίσα στα μάτια το μοναδικό επισκέπτη του:
«Μην επιθυμήσεις ποτέ, αυτό που έχει ο διπλανός σου. Μην ονειρευτείς ποτέ, αυτό που δε μπορείς να φτάσεις. Αν έχεις ψωμί, πες ευχαριστώ και φάε το ψωμί σου. Ας μην έχεις ντομάτα. Μην απλώσεις το χέρι σε ξένο πράγμα.

» Γιατί το δικό μου λάθος, δίκαια το πληρώνω. Έκανα ατιμία, τιμωρούμαι. Μαζί με μένα όμως, τιμωρούνται κι άλλοι. Μαζί με μένα, πληρώνει για το χέρι που άπλωσα, η γυναίκα μου, τα παιδιά μου. Πληρώνουν οι γονείς μου, που έμαθαν πως δε μένω πια με την οικογένειά μου. Δεν αξίζει. Καλύτερα ξερό ψωμί.»

Η φωνή του έσπαγε προσπαθώντας να αποφύγει ένα δάκρυ. Τα μάτια του κοκκίνισαν και πάλι. Μια κοιτούσαν άμεσα, μια χάνονταν σα να βλέπε μέσα από το συνομιλητή του, πίσω από αυτόν, τους δικούς του. Αυτούς που δε μπορούσε να αντικρίσει γιατί το κελί ήταν σε άλλη πόλη και η οικογένεια δεν είχε χρήματα να έρθει ως εκεί. Πόσο περισσότερο να τον καταδικάσεις; Δικασμένος από τον ίδιο του τον εαυτό.

Τόσοι άνθρωποι, τόσες ζωές αλλιώτικες.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook