Ζωή… ετεροχρονισμένα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το φθινόπωρο έχει αρχίσει να κάνει εμφανή την παρουσία του και τα πρώτα καφετιά φύλλα των δέντρων μαρτυρούν αδιάψευστα την έλευσή του. Το εντυπωσιακό πάρκο στο κέντρο της πόλης γεμίζει από κόσμο τα απογεύματα. Παιδικές φωνές “στολίζουν” τον χώρο ανέμελα, άνθρωποι περπατούν, ορισμένοι κάθονται αναπαυτικά στα παγκάκια και απολαμβάνουν την πρώτη δροσιά του Σεπτέμβρη. Η ζωή ανακτά τη συνηθισμένη της ροή, με το πέρας του πάντοτε “ξεσηκωτικού” καλοκαιριού. Η Νίνα στέκεται στην είσοδο του πάρκου και περιμένει με ανυπομονησία. Σε λίγα λεπτά, η λεπτεπίλεπτη φιγούρα της Καίτης κάνει την εμφάνισή της, σπρώχνοντας το μπλε καροτσάκι. “Καίτη μου, αγάπη μου!” αναφωνεί, με τη νεαρή μητέρα να ανταποδίδει τον χαιρετισμό: “καλησπέρα χαζογιαγιά, ελπίζω να μην αργήσαμε”. Σχεδόν αγνοώντας την, σκύβει για να δει μέσα στο καρότσι. Ο μπέμπης χαμογελά ζωηρά στη θέα της γιαγιάς του, ενώ με τις πρώτες της κουβέντες αρχίζει να κουνά ρυθμικά τα μικροσκοπικά χέρια και πόδια του, μέσα στο γαλάζιο φορμάκι. “Ψυχή μου, ζωή μου, ομορφιά μου, ήρθες αγόρι μου;” του λέει με φωνή που πλημμυρίζει από γλυκύτητα, καθώς τον βγάζει από το καρότσι και τον παίρνει στην αγκαλιά της.

Οι δυο γυναίκες κάθονται σε ένα κοντινό παγκάκι και συζητούν για μερικά λεπτά, ενώ η Νίνα δεν σταματά να παίζει με τον πολυαγαπημένο της εγγονό, ο οποίος δείχνει να λατρεύει τη συντροφιά της. “Ο Στέφανος τι κάνει;” “Καλά είναι βρε Νίνα μου, όπως τον ξέρεις, χτυπάει συνεχόμενα δωδεκάωρα στη δουλειά του, γυρίζει πτώμα, με το ζόρι βλέπει το παιδί 2-3 ώρες το βράδυ, πριν κοιμηθούμε”. Το πρόσωπο της Νίνας στιγμιαία “σκοτεινιάζει”, καθώς κοιτά κατάματα τη συνομιλήτριά της. “Καίτη μου, θέλω να σου πω για ακόμα μια φορά πόσο ευγνώμων σου είμαι γι’ αυτό που κάνεις. Και να σου επαναλάβω ότι δεν θέλω να δημιουργήσω καμία φασαρία ανάμεσα σε σένα και τον άντρα σου. Αν νομίζεις ότι θα γίνει θέμα…” Η Καίτη τη διακόπτει αποφασιστικά. “Μην τα ξαναλέμε αυτά, δεν υπάρχει λόγος. Το ότι ο γιος σου έχει τα κολλήματα και τα κόμπλεξ του μαζί σου, ξέρεις ότι με εξοργίζει όσο τίποτε άλλο. Ωστόσο, εφόσον έτσι αποφάσισε να πορευθεί, δεν μπορώ να του αλλάξω γνώμη. Εγώ, όμως, δεν μπορώ να παραβλέψω το ποια είσαι βρε Νίνα, ούτε το πόσα έχεις κάνει για τα παιδιά σου, ούτε και το πόσο σπουδαία στάθηκες απέναντι ακόμα και σε μένα, που με γνωρίζεις πολύ λιγότερο. Είσαι ένας άνθρωπος που εκτιμώ αφάνταστα, είσαι η γιαγιά του μικρού και δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να το ακυρώσει αυτό. Και ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τον λόγο για τον οποίο δεν έρχεσαι στο σπίτι, από τη στιγμή που εγώ η ίδια σε προσκαλώ”. “Αφού τα ξέρεις βρε Καίτη τώρα, τι να πούμε… Θες πάλι να έχουμε φωνές και φασαρίες; Άστο, καλύτερα”.

Η Νίνα τοποθετεί στο καρότσι το λιλιπούτειο μέλος της παρέας, που είχε εν τω μεταξύ αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της. “Εσύ πως είσαι; Με τον Βασίλη όλα καλά; Στη δουλειά πως πάει;” τη ρωτά η Καίτη. “Όλα βαίνουν καλώς, δόξα τω Θεώ, δεν έχω παράπονο. Μόνο που, να, μου λείπει ο Στέφανος πολύ…” Η φωνή της “σπάει” απότομα κι ένας λυγμός διακόπτει τον λόγο της, καθώς τα μάτια της “γεμίζουν”. Δυο χρόνια. Δυο ολόκληρα χρόνια έχει να της μιλήσει και να τη δει ο γιος της, το σπλάχνο της, η ίδια της η ζωή. Με συνοπτικές διαδικασίες την έθεσε εκτός της δικής του πραγματικότητας, την άφησε στο περιθώριο και της απαγόρευσε οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Κι όλα αυτά, επειδή εκείνη τόλμησε να ζήσει, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια. Την τιμωρεί, επειδή είχε το “θράσος” να διεκδικήσει το κομμάτι ζωής που της αναλογούσε, και που το είχε εκούσια ξεχασμένο, για όλο αυτό το διάστημα. Και τι δεν είχε περάσει η Νίνα, για να μεγαλώσει τα δύο της καμάρια. Από μικρά παιδιά είχαν ερωτευτεί με τον πατέρα τους, εκείνη στα δέκα τέσσερα κι εκείνος στα δέκα οκτώ. Στα δέκα έξι της, παντρεύτηκαν κι απέκτησαν οικογένεια, πρώτα την Αλεξάνδρα και την επόμενη χρονιά τον Στέφανο. Παιδί η ίδια ακόμα, κλήθηκε να μεγαλώσει τα παιδιά της, στην ουσία διαπλάστηκε μαζί τους. Κι ήταν τόση η αγάπη και η ευτυχία που ζούσαν οι τέσσερις τους, που πίστευε ότι είχε σταθεί πραγματικά τυχερή στη ζωή της. Μέχρι την ημέρα εκείνη που η μοίρα θέλησε να τη δοκιμάσει σκληρά. Σε ένα φρικιαστικό δυστύχημα στο εργοστάσιο που εργαζόταν, ο Νίκος έχασε ακαριαία τη ζωή του. Ήταν μόλις είκοσι τεσσάρων ετών. Κι εκείνη έμεινε πίσω, στα είκοσι χρόνια της, να πρέπει να “κρατήσει” την οικογένεια, να πρέπει να στηρίξει τα παιδιά και να αναλάβει όλες τις ευθύνες. Αυτό και έκανε, χωρίς δεύτερη σκέψη. Υπήρξε γι’ αυτά μάνα, πατέρας, δασκάλα και φίλη. Δούλευε σχεδόν όλη την ημέρα, για να μην στερηθούν τίποτα η Αλεξάνδρα κι ο Στέφανος, κι ας στερήθηκε η ίδια τη δική της ζωή. Δεν την ένοιαξε ούτε για μια στιγμή. Δεν υπολόγισε τίποτα, μπροστά στην ευημερία των παιδιών. Δεν το αντιμετώπισε ποτέ ως βάρος, μόνο σαν αυτονόητο σκοπό ζωής. Δεν διανοήθηκε ούτε για μισό δευτερόλεπτο να βάλει κάποιον άλλον άντρα στη ζωή τους, παρ’ ότι μπορεί και να την είχε διευκολύνει κάτι τέτοιο, και παρά τις σχετικές παροτρύνσεις που δεχόταν από το περιβάλλον της. Ακόμα και τις στιγμές που η ψυχή και το σώμα της “λύγιζαν” από την κούραση και την απελπισία, δεν έκανε πίσω. Αποφασιστικά, ζόρικα, αλλά με υπεράνθρωπη θέληση και προσπάθεια. Στάθηκε στα πόδια της με αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια, για σχεδόν τριάντα χρόνια. Ολοκλήρωσε την “αποστολή” της επάξια, με δυο παιδιά “ποτισμένα” με ατέρμονη αγάπη, σπουδαγμένα, με συγκροτημένες προσωπικότητες, ανεξάρτητα. Κι όταν εκείνα χάραξαν τις δικές τους, ξεχωριστές πορείες ζωής, ένιωσε ότι μπορούσε πλέον να ζήσει κι αυτή. Να ζήσει κάτι από το χαμένο της όνειρο, έστω κι ετεροχρονισμένα. Στον δρόμο της βρέθηκε τυχαία ο Βασίλης, ένας άνθρωπος που τη λάτρεψε από την πρώτη στιγμή, που της έδωσε για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια όλα εκείνα που την έκαναν να νιώσει ξανά άνθρωπος, γυναίκα. Σχεδόν στα πενήντα της πια, αισθάνεται ότι το σύμπαν της επιστρέφει ένα μικρό μέρος από όσα βάναυσα της είχε στερήσει μέχρι τώρα.

Η Καίτη σκουπίζει με στοργή τα δάκρυα της Νίνας, που βρίσκεται εδώ και ώρα χωμένη στην αγκαλιά της. “Νυχτώνει, σιγά-σιγά. Τι λες, πάμε;” “Εντάξει, χάρηκα που σε είδα, αγάπη μου. Θα τα ξαναπούμε την Τετάρτη, πάλι εδώ. Να μου τους προσέχεις και τους δύο”. “Εντάξει Νίνα, θα σε δω την Τετάρτη, την ίδια ώρα. Καληνύχτα”.

Μια εβδομάδα αργότερα, φτάνει στο πάρκο στην προκαθορισμένη ώρα. Στέκεται στο ίδιο σημείο, αναμένοντας την άφιξη της Καίτης και του μωρού. Το μπλε καρότσι εμφανίζεται από την άκρη του δρόμου. Η Νίνα νιώθει το αίμα της να “παγώνει” και τα μάτια της διαστέλλονται. Μια γνώριμη φιγούρα συνοδεύει και σήμερα τον μπέμπη, αλλά όχι η Καίτη. Τα ποτάμια που εν τω μεταξύ έχουν κυλήσει αβίαστα από τα μάτια της, “καθαρίζουν” την όρασή της και της επιβεβαιώνουν ότι αυτό που αντικρίζει δεν είναι κάποιο όραμα, ή κάποια παραίσθηση. Ο Στέφανος πλησιάζει και την κοιτά αμήχανα. Μεσολαβούν λίγα δευτερόλεπτα σιωπής. Η τρεμάμενη φωνή του, βρίσκει τη δύναμη να βγει από το στόμα. “Εμπρός, λοιπόν! Δεν βλέπεις ότι σε λαχταρά, με το που σε είδε; Δεν θα τον πάρεις αγκαλιά;”

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook