Η Αργυρώ γεννήθηκε σε ένα ορεινό χωριό της Ευρυτανίας. Όλα τα χρόνια της τα θυμάται στο χωριό με τους κρύους και χιονισμένους χειμώνες και τα δροσερά καλοκαίρια. Εκεί μεγάλωσε, εκεί πήγε σχολείο και εκεί ερωτεύτηκε. Αν και για την εποχή που γεννήθηκε ήταν δύσκολο η επιλογή συζύγου να ήταν καθαρά δικιά της, ευτυχώς ήταν από τις τυχερές που παντρεύτηκε από έρωτα και όχι από προξενιό. Ο Στέλιος ήταν 2 χρόνια μεγαλύτερος της αλλά τον ήξερε από πάντα. Σαν παιδιά μεγάλωσαν μαζί με αμοιβαία εκτίμηση. Όταν εκείνος γύρισε από το στρατιωτικό του, η εκτίμηση έγινε έρωτας.

Το χαρτί της απόλυσης συνέπεσε με το ετήσιο πανηγύρι του χωριού. Έφτασε στο κατάμεστο χωριό του μετά από αρκετούς μήνες στην Κρήτη. Η θάλασσα ποτέ δεν τον κέρδισε και ένιωσε ασφάλεια σαν αντίκρισε τα βουνά του τόπου του. Μα πιο πολύ ενθουσιάστηκε όταν αντίκρισε την Αργυρώ που έλαμπε μέσα στα γιορτινά της ρούχα. Άγουρο κορίτσι την άφησε πριν δύο χρόνια περίπου και τώρα ήταν μια ώριμη δεσποινίδα. Δεν έχασε καιρό και αμέσως την πλησίασε. Δεν ήταν και δύσκολο μιας και τις δύο οικογένειες τους έδενε άρρηκτη φιλία. Άλλωστε ήταν κάτι που επιθυμούσαν και οι δύο πλευρές και οι πατεράδες τους τα είχαν μιλήσει καιρό τώρα. Το πανηγύρι θα σηματοδοτούσε και έναν άτυπο λόγο αν η Αργυρώ και ο Στέλιος το ήθελαν.

Όλο το βράδυ οι δύο νέοι χόρεψαν και διασκέδασαν με την ψυχή τους και το χωριό τους καμάρωσε. Ήταν όμορφοι και ταιριαστοί και αυτό δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει κανείς. Ο Στέλιος και η Αργυρώ τις επόμενες μέρες ήταν συνεχώς μαζί και της έλεγε ότι είδε και έζησε στην Κρήτη. Η Αργυρώ μαγεύτηκε από τις περιγραφές της θάλασσας και του ζητούσε ξανά και ξανά να της πει για αυτήν. “Έννοια σου και θα σε πάω να την δει σαν περάσουμε τα στέφανα, θα είναι το γαμήλιο δώρο μου” Η Αργυρώ περίμενε πως και πως να γίνει γυναίκα του και να πάνε το ταξίδι που της έταξε.

Ο γάμος έγινε σύντομα αλλά σημαδεύτηκε από τον θάνατο του πεθερού της, που τον πρόδωσε η καρδιά του λίγες μέρες μετά. Όλη η ευθύνη της οικογένειας του Στέλιου καθώς και το καφενείο που είχαν, έπεσε πάνω του.

Το καφενείο – μπακάλικο ήταν ένα από τα πιο μεγάλα του χωριού και άνοιγε κάθε μέρα από τις πρώτες πρωινές ώρες μέχρι αργά το βράδυ. Η Αργυρώ βολεύτηκε πίσω από τον πάγκο του καφενείου να ετοιμάζει καφέδες και μεζέδες, καθώς ο Στέλιος σέρβιρε τον κόσμο. Η ζωή τους κυλούσε στους ίδιους ρυθμούς και μέσα στα επόμενα χρόνια είχαν προστεθεί και 3 καινούργια μέλη. Οι δύο κόρες και ο γιος τους ολοκλήρωσαν την οικογένεια τους. Δεν είχε παράπονο η Αργυρώ, ο Στέλιος την πρόσεχε και την αγαπούσε και τα παιδιά τους μεγάλωναν καλά. Η Άννα και ο Αλέξης σαν μεγάλωσαν και έφτασαν σε ηλικία γάμου βρήκαν το ταίρι τους από το χωριό. Μονάχα η Ελπίδα βρήκε τον έρωτα στα μάτια του Γιώργου, συμφοιτητή της στην σχολή που είχε περάσει στην Θεσσαλονίκη. Η Ελπίδα και ο Γιώργος παντρεύτηκαν στο χωριό αλλά αμέσως μετά θα έφευγαν για την Κρήτη την γενέτειρα του Γιώργου.

Αχ τι αναμνήσεις έφερε στην Αργυρώ το άκουσμα της λέξης Κρήτης. Θυμήθηκε την θάλασσα και την υπόσχεση του Στέλιου να την πάει. “Με την πρώτη ευκαιρία θα σε πάω στην Κρήτη να δούμε και την Ελπίδα” της είπε αλλά οι υποχρεώσεις δεν τους άφηναν ποτέ.

Τον τελευταίο καιρό η Αργυρώ άρχισε να βήχει και ο βήχας μέρα με την μέρα χειροτέρευε. Η Άννα η κόρη της δεν σήκωνε άλλη αναβολή. Πήγαν στο νοσοκομείο για εξετάσεις και εκεί επιβεβαιώθηκε ο χειρότερος φόβος τους. Καρκίνος του πνεύμονα η διάγνωση, το παθητικό κάπνισμα όλα αυτά τα χρόνια στο καφενείο έκαναν την ζημιά τους. Ο Στέλιος κατέρρευσε και σαν άκουσε την αιτία τα έβαλε με τον εαυτό του. Όλα αυτά τα χρόνια μέσα σε ένα καφενείο η Αργυρώ δεν ευχαριστήθηκε τίποτα και τώρα κινδύνευε να χάσει την ζωή της.

Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και μετά σε χημειοθεραπείες. Έκλεισε το καφενείο και ήταν συνεχώς στο προσκέφαλο της. “Θεέ μου κάνε την καλά και δεν σου ζητάω τίποτα άλλο” Έλεγε και ξανά έλεγε κάθε μέρα στην προσευχή του. Η Αργυρώ μετά την τελευταία χημειοθεραπεία καταβεβλημένη όλο αυτό το διάστημα, χάιδευε τον Στέλιο που κοιμόταν δίπλα της. “ Ξύπνησες Αργυρώ μου; Είσαι καλά; Άντε να συνέλθεις και να σε πάω εκείνο το ταξίδι στην θάλασσα που σου έχω υποσχεθεί.”

Θες η θέληση της Αργυρώς να βρεθεί στην θάλασσα, θες οι προσευχές του Στέλιου, εκείνα τα Χριστούγεννα τους βρήκε και τους δύο υγιείς στην Κρήτη. Η Ελπίδα είχε μόλις γεννήσει το πρώτο τους εγγόνι και ήταν όλοι πανευτυχής. Σαν ξημέρωσε το πρωί των Χριστουγέννων ο Στέλιος πήρε την Αργυρώ και παρόλο το κρύο βρέθηκαν στην παραλία. Την πήρε στην αγκαλιά του και της είπε τρυφερά να του χαρίσει έναν χορό δίπλα στα κύματα. Άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια της τον χρωστούσε.