Κοιμάσαι. Τι ωραία και καλά! Ξαφνικά μες στον ύπνο σου ακούς το κουδούνι –την τύχη μου μέσα!-. Λες «αν δεν ανοίξω, θα χτυπήσει μια δυο φορές και θα φύγει». Όχι βέβαια. Χτυπάνε ασταμάτητα.
Νομίζεις ότι θα σου ανοίξει το κεφάλι απ’ το θόρυβο κι αγανακτισμένη, σηκώνεσαι ν’ ανοίξεις την πόρτα, με σκοπό ν’ ανοίξεις και το κεφάλι του απ’ έξω.

Μέχρι την πόρτα –όπως είναι φυσικό-, δε βλέπεις μπροστά σου. Ξαφνικά, το πόδι σου πατάει πάνω σε κάτι άσπρο και μες στον ύπνο σου προσπαθείς να βρεις από κάπου να πιαστείς για να μην σκάσεις κάτω σαν καρπούζι. Για κακή σου τύχη, πέφτεις πάνω στην πόρτα. Σηκώνεις το άσπρο, φονικό όπλο εν μέρει, χαρτάκι, βγάζεις το σύρτη και πριν προλάβεις να δεις απ’ το ματάκι ποιος είναι, ακούς τη φωνή του χειρότερου εφιάλτη σου.
«Καλημέρα σας. Η κυρία Ελένη είμαι από κάτω!». Καταραμένη Ελένη!
Με κομμένη την ανάσα ανοίγεις την πόρτα. Αυτό που αντικρίζεις δεν έχει προηγούμενο. Μια κυρία, που πρέπει να έχει ξεπεράσει τα 100, να φοράει μια ροζουλί σατέν ρόμπα, ενώ το τεράστιο κεφάλι της μοιάζει με πορτατίφ απ’ τα εκατομμύρια κόκκινα ρόλει.
«Καλημέρα κορίτσι μου. Σε ξύπνησα;».
Δεν προλαβαίνω ν’ απαντήσω και το μάτι της εστιάζει στο χαρτάκι. «Α, βλέπω πήρες το γράμμα μου!».
Τι σκατά; Μετά από ποια ηλικία επηρεάζεται η όραση;
«Σου έχω χτυπήσει επανειλημμένως το κουδούνι, διότι θέλω να σου πω για ένα μεγάλο πρόβλημα που έχω στο σπίτι μου και προέρχεται απ’ το δικό σου!». Χαμόγελο!
Κάτσε. Πρόβλημα που προέρχεται απ’ το σπίτι σου. Κοιτάς το ρολόι. 9 το πρωί. Η χαζοχαρούμενη κυρία συνεχίζει και σε κοιτάει. Περιμένει απάντηση. Εδώ. Στην πόρτα μπροστά. Χωρίς καφέ. Ναι καλά.
«Εντάξει κυρία Ελένη, θα μιλήσουμε αύριο για το πρόβλημά σας γιατί τώρα έχω μια υποχρέωση!».
Μάταιη προσπάθεια. Με θράσος, ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα στο σπίτι σου. Στρογγυλοκάθεται στην αγαπημένη σου πολυθρόνα στο χολ και σε κοιτάει. Είναι να μην σκιαχτείς πρωί πρωί;
«Άκουσε να δεις κορίτσι μου. Το ταβάνι του σπιτιού μου έχει μουχλιάσει και στάζει νερά. Γι’ αυτή τη ζημιά, φταίει το μπαλκόνι σου. Πρέπει να αλλάξεις όλα τα πλακάκια στο μπαλκόνι, να κάνεις μια μόνωση και να ξεβουλώσεις τις αποχετεύσεις, διαφορετικά θα έχουμε πρόβλημα!».
Ναι, σωστά! Διότι σου περίσσευε ένα χιλιάρικο κι αναρωτιόσουν πως σκατά να το χαλάσεις. Ε, να η απάντηση. Μια ολική ανακαίνιση στο μπαλκόνι!
«Ε, κοιτάξτε κυρία Ελένη. Κατανοώ το μέγεθος της ζημιάς, αλλά αυτή τη στιγμή δε μπορώ ν’ ανταπεξέλθω οικονομικά σ’ αυτό! Εξάλλου, αποκλείεται να προέρχεται η ζημιά απ’ το σπίτι μου, διότι εγώ μετακόμισα πέρσι εδώ. Το σπίτι ήταν κλειστό 14 χρόνια. Είναι παλιό όπως και να το κάνουμε!».
Σωστή επιχειρηματολογία και χωρίς καφέ! Εύγε!
«Φταίνε τα σκυλιά σας και το γεγονός ότι πλένετε το μπαλκόνι κάθε μέρα!». Συνεχίζει. «Πλένω το μπαλκόνι γιατί έχει 40ο C έξω και αφήστε ήσυχα τα σκυλιά μου σας παρακαλώ!».
Συνέχιζε ακάθεκτη. Εκεί καθισμένη στην αγαπημένη σου πολυθρόνα. Να φωνάζει και να ουρλιάζει πως δεν είναι δική της υποχρέωση, αλλά δική σου, και πως αν δε γίνουν οι επισκευές θ’ αναγκαστεί να κινηθεί νομικά.
Άνθρωπος είσαι. Πόσα ν’ αντέξεις! Ρίχνεις ένα δολοφονικό βλέμμα. Κορδώνεσαι.

«Εγώ δε θα φτιάξω τίποτα, διότι δε φταίω σε τίποτα. Μιλήστε με τη σπιτονοικοκυρά μου, κι αφήστε με ήσυχη. Αν αναφέρετε ξανά τα σκυλιά μου, θ’ αρχίσω κι εγώ να μιλάω για το εγγονάκι σας που κάθε πρωί –στις 8!- βγαίνει στο μπαλκόνι κι ουρλιάζει. Τώρα, αφού το ξεκαθαρίσαμε πολιτισμένα, θα ήθελα να φύγετε απ’ το σπίτι μου γιατί έχουμε και δουλειές!».
Χαμόγελο.
Έκλεισε το στόμα και με αργά βήματα βγήκε έξω.
«Θα ξανάρθω!». Κλείνεις με δύναμη την πόρτα. «Δε θ’ ανοίξω!».
Δίνεις συγχαρητήρια στον εαυτό σου και πας ξανά για ύπνο!