Ο Δημήτρης και η Φρόσω είχαν βγει για πρώτη φορά ύστερα από τέσσερις μήνες. Οι υποχρεώσεις τους είχαν αυξηθεί από τότε που γεννήθηκε ο γιος τους, ενώ και η δουλειά του Δημήτρη δεν του επέτρεπε εμμέσως πλην σαφώς να διασκεδάζει τα βράδια.
Υποτίθεται ότι θα έρχονταν στο μπαρ. Υποτίθεται ότι θα περνούσαν όλη τη νύχτα χωρίς έγνοιες. Θα έπιναν. Θα χόρευαν, ίσως. Θα είχαν γενικά μερικές ώρες δικές τους, με την Φρόσω να φοράει επιτέλους κάτι καλύτερο από μια φόρμα.
Και το συγκεκριμένο μπαρ ήταν το ιδανικό. Ωραία μουσική, ανόθευτα -λέμε τώρα- ποτά. Κατάμεστο κάθε βράδυ, σχεδόν. Εξυπηρέτηση σε χρόνο μηδέν.
Αλλά η Φρόσω ήταν συνέχεια στην τσίτα. Το μωρό να κοιμόταν; Το μωρό να ησύχαζε όταν του τραγουδούσε το Μαράκι –η babysitter; Η κούνια μήπως δεν ήταν η κατάλληλη για να κοιμηθεί το βράδυ; Τα φώτα του παιδικού δωματίου ήταν σβηστά;
Ο Δημήτρης στριφογύριζε στο χέρι του το ποτήρι με το ουίσκι και κοιτούσε αδιάφορα. Το μπαρ είχε χαμηλό φωτισμό και μύριζε αλκοόλ και τσιγάρο. Ο κόσμος γύρω τους, έφηβοι ως επί το πλείστον, κουνιόταν στους ρυθμούς της μουσικής και κατέβαζαν τα σφηνάκια με το κιλό. Ο DJ «έπαιζε» με το λάπτοπ, μιξάροντας τα τραγούδια, δημιουργώντας ένα καταπληκτικό συνονθύλευμα ηχητικών εφέ που άλλαζαν ριζικά και αναμειγνύονταν μεταξύ τους. Ο μπάρμαν γέμιζε τα ποτήρια, κάνοντας πιρουέτες, σαν χορευτής από ταινία.
Και η Φρόσω κοιτούσε το παλιό ρολόι της -από το Γυμνάσιο το είχε-, ροζ με τη Hello Kitty στο κέντρο του καντράν να κοιτάζει κι αυτή το ρολόι της. Ήταν τόσο όμορφα ντυμένη, με το ανοιχτόχρωμο φόρεμά της και το ελαφρύ της βάψιμο, που ο Δημήτρης στενοχωριόταν που δεν τη χαλάρωνε ούτε η μαργαρίτα της.
Ήπιε λίγο ακόμα από το αρκετά νερωμένο ουίσκι του και είπε: «Αν θες να φύγουμε, πες το. Απλά… πες το».
Η Φρόσω τον κοίταξε. Ήταν φιλόλογος, δούλευε ιδιαίτερα με παιδιά. Ήθελε να εργαστεί σε σχολείο, αλλά οι συνθήκες δεν την ευνόησαν και έμεινε με τα ιδιαίτερα σε σπίτια μαθητών. Έλεγε ότι ήταν καλά, αλλά φαινόταν πως κάτι έλειπε. Μια γεμάτη τάξη, θρανία, ένας πίνακας. «Όχι, όχι», είπε τώρα. Έξυσε ελαφρώς το ποτήρι της. «Περνάμε καλά». Αναστέναξε.
«Φρόσω, δε γίνεται να περάσουμε όλη τη νύχτα έτσι. Ήρθαμε εδώ να ξεσκάσουμε. Εσύ, πιο πολύ».
Η Φρόσω κοίταξε ξανά την ώρα. Πρώτη φορά μαμά, είχε πολύ άγχος. Ήταν λογικό, μέχρι ενός σημείου, όμως. Έπειτα, γύρισε προς το Δημήτρη. «Απλά σκέφτομαι…»
«Αυτό είναι το πρόβλημα, Φρόσω. Σκέφτεσαι. Δεν ήρθαμε εδώ για να σκεφτόμαστε. Το Μαράκι είναι με τον μικρό. Την εμπιστευόμαστε. Δεν έχεις κάτι να φοβάσαι».
Η Φρόσω έτριψε τα χέρια της. Και μετά το λαιμό της.
Ο Δημήτρης ένιωθε το κεφάλι του να πονάει –η δυνατή μουσική είχε πάψει από ώρα να τον διασκεδάζει. Κατέβασε όσο ουίσκι είχε μείνει. «Πάω στην τουαλέτα. Όταν επιστρέψω, θα πληρώσουμε και θα φύγουμε. Δεν μπορώ άλλο».
Η Φρόσω δεν μίλησε. Αλλά τον κοιτούσε, καθώς απομακρυνόταν, έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
Πέρασε με τα χίλια ζόρια από τον κόσμο και έφτασε στην πόρτα που οδηγούσε στις αντρικές τουαλέτες. Η φασαρία περιορίστηκε. Πήγε στους νιπτήρες για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Στάθηκε δίπλα από έναν κουστουμαρισμένο σαραντάρη. Πήρε μια δυο ανάσες και άνοιξε τη βρύση. Έριξε μπόλικο κρύο νερό. Το άφησε να επιδράσει πάνω του και μετά το σκούπισε.
Στον καθρέφτη το είδωλό του παρουσίαζε έναν τύπο κοντά στα τριάντα πέντε, που περισσότερο θύμιζε τρόφιμο κλινικής παρά θαμώνα ενός μπαρ. Ούτε το ωραίο γαλάζιο πουκάμισό του, ούτε το μαύρο τζιν του, τίποτα δεν βοηθούσε την εικόνα του.
Κοίταξε τον τύπο δίπλα του. Φορούσε κι αυτός βέρα. «Είναι απίστευτο, έτσι;» ξεκίνησε ο Δημήτρης. Ήθελε κάπου να τα πει. «Ήρθα εδώ με τη γυναίκα μου, να ηρεμήσουμε λιγάκι, να δει λίγο και αυτή πώς περνούσαμε μια φορά και έναν καιρό, πριν κάνουμε παιδί. Τόσα ξενύχτια, τόσες φορές που πετάχτηκε αυτή ή εγώ για να δούμε τι θέλει το μωρό μας. Και εκείνη τι κάνει; Κλαίγεται και αγχώνεται, λες και δεν έχουμε αφήσει τη babysitter να το προσέχει».
Ο τύπος δεν μίλησε. Έφτιαχνε τη γραβάτα του. Είχε γκριζαρισμένους κροτάφους και φαινόταν φρεσκοξυρισμένος. Το κοστούμι του ήταν ακριβό, σίγουρα.
«Μπορείς να το φανταστείς;» συνέχισε ο Δημήτρης. «Δουλεύω σα σκυλί, τρέχω να φτάσω σπίτι, με το που με παίρνει τηλέφωνο. Στη δουλειά το αφεντικό κοντεύει να με ξαποστείλει. Και δεν μπορώ να διασκεδάσω; Λίγο; Ούτε λίγο;»
Ο άντρας έριξε κι αυτός νερό στο πρόσωπό του.
«Δεν ξέρω τι λες κι εσύ, ρε φίλε, αλλά δεν θα την παλέψω για πολύ ακόμα». Ο Δημήτρης ξεκούμπωσε κι άλλο ένα κουμπί από το πουκάμισό του.
Ο άντρας τον κοίταξε. «Αυτή είναι η πιο βαρετή ιστορία που έχω ακούσει», είπε.
Ο Δημήτρης το βούλωσε αμέσως.
«Δεν με ενδιαφέρει η ιστορία της ζωής σου. Φίλε. Δεν με νοιάζει». Πέταξε το κουβάρι των χαρτιών που σκούπισε τα χέρια και το πρόσωπό του στον κάδο. «Από πού να αρχίσω; Από το ότι δουλεύεις σε μια δουλειά που προφανώς δεν σ’ αρέσει; Από το ότι έχεις παντρευτεί μια όμορφη γυναίκα που είναι πιο αγχώδης από ό,τι θα ήθελες; Από το ότι κάνατε ένα παιδί και κάνετε σαν κακομαθημένα δεκάχρονα που δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα;»
Ο Δημήτρης τον κοιτούσε αποσβολωμένος.
Ο άντρας στράφηκε προς αυτόν, με αγριεμένο βλέμμα. «Θες να κάνεις κάτι χρήσιμο απόψε; Για όλους;»
Ο Δημήτρης ένευσε.
«Πήγαινε με τη γυναίκα σου σε ένα ξενοδοχείο και κάνε της έρωτα. Κάνε της πράγματα που ποτέ δεν θα φανταζόταν ότι θα μπορούσες να της κάνεις. Κάνε την να δει πώς είναι η ζωή».
Ο Δημήτρης δεν μίλησε.
«Τώρα!» διέταξε ο άλλος. «Φύγε. Φύγε».

Ο Δημήτρης υπάκουσε.

Εκείνο το βράδυ τέλειωσε πράγματι σε ένα ξενοδοχείο. Ο Δημήτρης και η Φρόσω έκαναν έρωτα με τους πιο ευφάνταστους τρόπους που σκέφτηκαν. Όταν έπεσαν ιδρωμένοι και λαχανιασμένοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου χαμογελούσαν και φιλιόντουσαν και αποκοιμήθηκαν για πρώτη φορά έπειτα από καιρό για πάνω από οχτώ ώρες.
Το πρωί, μετά το ντους -όπου συνεχίστηκε και εκεί το μεταμεσονύχτιο πάρτι-, πήραν πρωινό στο μπαρ του ξενοδοχείου. Συζητούσαν και ήταν ευδιάθετοι, ενώ η Φρόσω έδειχνε να έχει ξεχάσει το μωρό. Βέβαια, ο Δημήτρης είχε φροντίσει να μάθει πώς ήταν τα πράγματα στο σπίτι –ήταν μια χαρά, είπε το Μαράκι. Ευτυχώς, σκέφτηκε.
«Κοίτα τι γίνεται, ρε φίλε», είπε κάποιος πελάτης στο φίλο του.
Ο Δημήτρης και η Φρόσω κοίταξαν προς την τηλεόραση.
Ο Δημήτρης γούρλωσε τα μάτια του.
Είδε τον τύπο από χθες το βράδυ να οδηγείται με χειροπέδες σε ένα περιπολικό. Είδε το μπαρ, γεμάτο αστυνομικούς. Τους πελάτες να παρακολουθούν άναυδοι. Μετά είδε αίματα σε μια από τις αντρικές τουαλέτες.
«Ο Χριστός και η Παναγία», είπε η Φρόσω. «Εκεί δεν ήμασταν;»
Ο Δημήτρης δεν απάντησε.
Στην τηλεόραση, ο ρεπόρτερ ανέφερε: «… Ο υπαστυνόμος Νικόπουλος, γνωστός για τις συλλήψεις του Χασάπη του Σούπερ Μάρκετ και του Αναγνώστη του TheBluez.gr, μαζί με συναδέλφους του, έφτασαν άμεσα στον τόπο του εγκλήματος και έπιασαν τον δράστη, καθώς εκείνος έπινε το ποτό του. Την αστυνομία κάλεσε πελάτης του μπαρ που είδε το πτώμα και έτρεξε να το πει στον μπάρμαν. Ο δράστης παραδέχτηκε ότι αυτός σκότωσε τη γυναίκα – τη γυναίκα του, επειδή, όπως είπε στον Νικόπουλο, “κατάντησε τη ζωή τους βαρετή”».
Ο Δημήτρης δεν μίλησε άλλο με τη Φρόσω, μέχρι να φτάσουν στο σπίτι.