Κάθισε στο τραπέζι της, που ήταν καλυμμένο με ένα βαθύ μπλε βελούδινο ύφασμα. Ανακάτεψε την τράπουλά της και περίμενε τον επόμενο πελάτη της.
Οι βιβλιοθήκες γύρω της ήταν γεμάτες σκόνη, είχε πάρα πολύ καιρό να καθαρίσει εδώ μέσα. Στην πραγματικότητα δεν την ενδιέφερε καν να καθαρίσει.
Ο ήχος των καρτών ταρώ, είχε γίνει συνήθεια για τα αυτιά της, κάτι σαν τελετουργία.
Το κουδουνάκι της εξώπορτας έκανε εκείνο το χαρακτηριστικό ντριν, η πελάτισσα της είχε μόλις φτάσει. Έβγαλε το παλτό της γρήγορα το κρέμασε στον καλόγερο δεξιά, έκατσε άρον άρον στην καρέκλα απέναντί της και την κοίταζε λες και θα της ανακοίνωνε το τέλος του κόσμου.
-Πες μου Άρια, έκανα τόσο δρόμο για να έρθω, πες μου τι θα συμβεί;
-Ηρεμήστε κυρία Ευτέρπη, πρέπει να ηρεμήσετε πρώτα, σας έχω ξαναπεί πως δεν μπορώ να ερμηνεύσω τον θάνατο, ακόμη κι αν τον δω, απαγορεύεται να επέμβω.
-Παλιοκόριτσο, οι άλλες μου λένε πως μπορώ να γλιτώσω από τον θάνατο, αρκεί να προσφέρω έναν άλλο άνθρωπο στη θέση του, είπε και βρόντηξε το χέρι της στο τραπέζι.
-Κυρία Ευτέρπη τι λέτε; Εγώ δεν ανακατεύομαι σε τέτοια πράγματα, αυτά είναι ανώτερη σκοτεινή μαγεία.Όχι, όχι, δε θέλω καμία ανάμειξη σε αυτό.
Η Ευτέρπη είχε κοκκινίσει ολόκληρη, οι φλέβες στο πρόσωπό της είχαν πρηστεί και νόμιζες πως θα εκραγεί. Ξαφνικά τα μάτια της άσπρισαν και το κεφάλι της έσκασε με δύναμη στο τραπέζι.
Η Άρια τινάχτηκε προς τα πίσω, την κοιτούσε αποσβολωμένη. Ξαφνικά το δωμάτιο πάγωσε και μια ομίχλη θόλωσε το τοπίο.
Η Ευτέρπη σήκωσε το κεφάλι της απότομα και έβγαλε μια απόκοσμη φωνή από μέσα της.
-Άρια, παιδί μου.
-Κυρία Ευτέρπη, είστε καλά;
-Άρια, δε με αναγνωρίζεις;
-Κυρία Ευτέρπη τι λέτε;
-Άρια, είμαι ο πατέρας σου, εγώ σε δημιούργησα και σε βλέπω εδώ σαν κατώτερο ον να διαβάζεις το μέλλον.
-Ο πατέρας μου ζει και είναι στο σπίτι μου και με περιμένει για φαγητό, δε ξέρω τι φάρσα είναι αυτή κυρία Ευτέρπη, αλλά δεν πρόκειται να εμπλακώ σε νεκρομαντεία.
-Το σώμα της Ευτέρπης άρχισε να βρυχάται, κόκκινοι καπνοί το τύλιξαν από παντού, η μυρωδιά του θειαφιού πότισε τον χώρο και η Άρια άρχισε να χάνει το χρώμα της.
Η Ευτέρπη άρχισε να μεταμορφώνεται σε νεαρό μελαχρινό γεροδεμένο με δύο σπασμένα μαύρα φτερά στις πλάτες του, τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και πετούσαν σπίθες.
-Είμαι ο πατέρας σου, γρύλισε και η Άρια νόμιζε ότι η καρδιά της θα σταματήσει. Τότε το μυαλό της την μετέφερε νοερά στα βράδια που η μητέρα της έκλαιγε κρυφά στο μπάνιο και έκανε κρυφά την προσευχή της και ζητούσε συγχώρεση από τον Θεό.
Θυμήθηκε τις κατάρες της γιαγιάς της όταν, λίγο πριν πεθάνει, της φώναζε με όλη την ψυχή της “Είσαι παιδί του διαβόλου!”. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της γιαγιάς της και η Άρια νόμιζε πως η γιαγιά είχε τρελαθεί από την άνοια. Θυμάται τον πατέρα της να νιώθει άβολα κάθε φορά που πήγαιναν για εξετάσεις. Τόσες αναμνήσεις ξαφνικά ξεπηδούσαν στο μυαλό της σαν φλόγες που ήθελαν να την κάψουν.
Εκείνος την πλησίασε κι άλλο, νόμιζε πως η καρδιά της θα εκραγεί.
-Είσαι παιδί μου, της είπε ψιθυριστά στο αυτί της, μου ανήκεις και θα εκπληρώσεις το θέλημά μου. Όπως εγώ σου χάρισα τόσο γενναιόδωρα τη δύναμή σου, έτσι κι εσύ θα μου το ανταποδώσεις, κάνοντας το θέλημά μου.
-Και ποιο είναι το θέλημά σου; είπε με τρεμάμενη φωνή
-Θα συλλέγεις τι ψυχές που πρέπει να έρθουν στην κόλαση, όπως η Ευτέρπη.
-Μα δεν έκανε κάτι κακό, απλές ανοησίες λέει.
-Αρκετά! φώναξε και ένιωσε να τρέμει όλο το κτίριο από την οργή του. Αυτό το κρίνω εγώ, έχουν κάνει συμφωνία μαζί μου και έχουν παραδώσει την ψυχή τους, δουλειά σου είναι να τις παραλαμβάνεις και να τις στέλνεις στην κόλαση.
-Δεν θέλω να κάνω τίποτα από όλα αυτά, δεν είμαι κόρη σου, είμαι απλά μια χαρτορίχτρα και τίποτα παραπάνω. Οι γονείς μου είναι άνθρωποι, ΆΝΘΡΩΠΟΙ! φώναξε με όλη την ψυχή της.
-Τότε θα υποστείς τις συνέπειες.
Αυτά ήταν τελευταία του λόγια και ύστερα εξαφανίστηκε, αφήνοντας το σώμα της Ευτέρπης κατακρεουργημένο. Έμοιαζε σαν να είχε δεχθεί εκατοντάδες μαχαιριές. Μία λίμνη αίματος είχε σχηματιστεί γύρω από τα πόδια της.
Ο πονοκέφαλος επέστρεψε πάλι και άρχισε να τις σφυροκοπά τα μηνίγγια. Η άλλη της προσωπικότητα άρχισε να της ψιθυρίζει μέσα στο κεφάλι της και οι ψίθυροί της ένιωθε πως της έκοβαν τον εγκέφαλο.
-Κάλεσε την αστυνομία, ξέρεις πως εσύ το έκανες.
-Όχι δεν ήμουν εγώ, ήταν εκείνος ο Εωσφόρος.
-Ξέρεις πως δεν είναι αλήθεια αυτό Άρια, εσύ το έκανες.
Τα λόγια της αντηχούσαν τόσο βαριά μέσα στο κεφάλι της, ήθελε απλά να περάσει ο πονοκέφαλος.
Βλέπετε η Άρια ήταν ταυτόχρονα και ο Εωσφόρος και η Νίνα και η Γιώτα, είχε πολλές προσωπικότητες καθώς έπασχε από διάσχιση προσωπικοτήτων. Η μία της προσωπικότητα ήθελε να καλέσει την αστυνομία και η άλλη ήθελε να συνεχίσει να κατακρεουργεί το πτώμα της Ευτέρπης.
Άρχισε να στριφογυρνά τα μάτια της γρήγορα, σκούπισε το μαχαίρι που κρατούσε και οι σταγόνες του αίματος της Ευτέρπης έπεφταν αργά και βασανιστικά στο λευκό μαρμάρινο πάτωμα. Παραμέρισε το πτώμα της, άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού, πέταξε τα πανωφόρια της στον διπλανό κάδο και άρχισε να γελά σατανικά.
-Πλέον είμαι η Μαύρη Χήρα!
Αν την παρατηρούσες εκείνη τη στιγμή, θα ορκιζόσουν πως ίσως και να ήταν ο Εωσφόρος, μα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια βασανισμένη ψυχή με άπειρες προσωπικότητες, που τις δημιούργησε για να ξεφύγει από την άγρια πραγματικότητα που ζούσε όσο ήταν παιδί και θύμα συνεχόμενων βιασμών.
Τα τακούνια της ηχούσαν σαν γκιλοτίνες μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, έψαχνε το επόμενο θύμα της και ήξερε πού να το βρει. Η ομίχλη σκέπασε και τα τελευταία της ίχνη…
Βασιλική Γκόγκα
