Την Μαρίζα την γνώρισα στο Παγκράτι, έξω από το μεγάλο σουπερμάρκετ στη Σπύρου Μερκούρη. Ήταν πρόπερσι, κοντά στον δεκαπενταύγουστο, ένα μεσημέρι που η πόλη έβραζε κυριολεκτικά. Φορούσε ένα κόκκινο, λεπτό φόρεμα, με μεγάλο άνοιγμα μπροστά και κλωτσούσε με δύναμη μια πεσμένη σακούλα. “Γαμ@@σαι! Σοβαρά τώρα!”, φώναζε σε έξαλλη κατάσταση “Γα@@σαι!”.
Πλησίασα με περιέργεια να δω σε ποιον μιλούσε με αυτόν τον απαράδεκτο τρόπο, αλλά δεν είδα κανέναν. “Στο σύμπαν απευθύνομαι!”, γύρισε και μου είπε φανερά οργισμένη. Γέλασα χωρίς να το θέλω.
Ήταν όμορφη, πάρα τα λίγα επιπλέον κιλά και το καταϊδρωμένο πρόσωπο. Προσφέρθηκα να σηκώσω τη σακούλα, αλλά δε φάνηκε να το εκτιμά ιδιαίτερα. “Άσ’ την κάτω!”, μου είπε κάπως αυταρχικά. “Σκίστηκε, δεν το βλέπεις;”. Κάτι μέσα μου, μου έλεγε να τα παρατήσω και να εξαφανιστώ. Αλλά τι τα θες… φαίνεται πως η μοίρα μου ήταν προδιαγεγραμμένη. Δε μπόρεσα να φύγω μακριά. Αντίθετα έσπευσα να φέρω καινούργια σακούλα και να μαζέψω τις πατάτες που είχαν σκορπιστεί. “Ψεύτικες τις κάνουν…”, σχολίασα κάπως χαζά κρατώντας την σκισμένη σακούλα, “μόνο να ακριβαίνουν τις τιμές ξέρουν!”. Αυτή τη φορά συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι.
Περπατήσαμε μαζί λίγο πιο κάτω, μέχρι το διαμέρισμά της. Με ευχαρίστησε με ένα νεύμα κι εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα της πολυκατοικίας. Για μένα όμως ήταν ήδη αργά. Δε μπορούσα να τη βγάλω απ’ το μυαλό μου. Τα μακριά πόδια που ξεπρόβαλλαν από το βαθύ σκίσιμο, τα γεμάτα χειλάκια που τα δάγκωνε εκνευρισμένη… Είχα τελειώσει φίλε μου! Θες η ζέστη που αποσυντονίζει τον άνθρωπο; Θες το γεγονός ότι ένιωθα τρομερή μοναξιά; Η εικόνα της πάντως εμφανιζόταν φάντης μπαστούνι όπου κι αν πήγαινα. Κι αναπόφευκτα την συνάντησα ξανά. Πώς αλλιώς, αφού έμενα παραδίπλα και φρόντιζα να περνάω 15 φορές τη μέρα κάτω από το σπίτι της… Αυτή τη φορά ήταν την ώρα που έβγαινε. Δεν ήταν όμως μόνη. Την συνόδευε ένας κατάμαυρος μολοσσός με κοφτερά δόντια που μου γρύλιζε αγριεμένα.
“Γειά!”, έκανα, “με θυμάσαι; Είμαι ο… που γνωριστήκαμε προχτές…”.
“Α ναι…”, έκανε αδιάφορα, χωρίς να επιχειρήσει να καθησυχάσει το καταραμένο σκυλί.
Τις επόμενες εβδομάδες τις πέρασα διαβάζοντας εγχειρίδια εκπαίδευσης σκύλων και συγχρόνως φροντίζοντας να γίνω η σκιά της Μαρίζας. Ώσπου στο τέλος τα κατάφερα. Θρίαμβος! Το Μαριζάκι δέχτηκε να πάμε για καφέ! Είχα τρελαθεί απ’ τη χαρά μου και παρόλο που δεν ήμασταν μόνοι μας – ναι, ο σατανικός Ρούφους ήρθε μαζί – πέρασα τέλεια! Η Μαρίζα αποδείχτηκε πιο γλυκιά και τρυφερή από όσο μπορούσα να ονειρευτώ ποτέ!
Είχε σπουδάσει στη φιλοσοφική κι εργαζόταν ως δημοσιογράφος σε 2 σάιτ και μια εφημερίδα. Δήλωνε σχεδόν ευχαριστημένη από την δουλειά της, την ανησυχούσε όμως το μέλλον. Βρισκόμασταν σχεδόν σε παρόμοια κατάσταση. Κι εγώ πτυχιούχος γυμναστικής Ακαδημίας, δούλευα σε 2 γυμναστήρια συγχρόνως, αλλά η ανασφάλεια για το μέλλον πολλές φορές με κυρίευε.
Είχε υπέροχο χιούμορ, γελούσαμε συνέχεια. Μέχρι που η συζήτηση έφτασε στο σκυλάκι της κι εκεί μου δήλωσε απερίφραστα πως χώριζε με όποιον δεν συμπαθούσε τον Ρούφους.
“Είναι απίστευτο τι άνθρωποι υπάρχουν!”, έκανε αναστενάζοντας. “Είσαι ο πρώτος που δεν με ρώτησε γιατί στο καλό έχω αυτό τον σκύλο. Αν είναι δυνατόν να μην συμπαθούν τόσο γλυκό ζωάκι! Τον βρήκα στα σκουπίδια ξέρεις. Κάποιο κτήνος τον πέταξε κλεισμένο σε ένα κουτί…”.
Όλο το διάστημα του ραντεβού μας, το σκυλί είχε κουλουριαστεί στα πόδια της κι έδειχνε να κοιμάται. Αναρωτήθηκα μήπως τον είχα αδικήσει, μέχρι που η Μαρίζα σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Και τότε μαντέψτε! Το φονικό όπλο νο 3, τινάχθηκε ξαφνικά και μάγκωσε το αριστερό πόδι μου με τα ατσάλινα σαγόνια του. Όχι, δε με δάγκωσε, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα ούρλιαζα και θα τον κλωτσούσα. Απλώς με κρατούσε εκεί, καθηλωμένο, γρυλίζοντας και κοιτάζοντάς με στα μάτια. Είχα παγώσει και δεν είχα ιδέα τι σήμαινε αυτό, αν θα με άφηνε ή θα μου έκοβε το πόδι στα δύο. Ευτυχώς εκείνη την ώρα πλησίασε η σερβιτόρα κι ο Ρούφους μεταμορφώθηκε σε ένα χαριτωμένο σκυλάκι.
“Μα τι γλύκας είσαι ‘συ!”, η σερβιτόρα τον χάιδευε τρυφερά κι αυτός χαριεντιζόταν ευχαριστημένος. Έτσι τους βρήκε η Μαρίζα επιστρέφοντας. Κατάλαβα πως αν επιχειρούσα να πω την αλήθεια θα έχανα, έτσι συμφώνησα με σφιγμένα δόντια ότι ο Ρούφους ήταν μια γλύκα.
Ήξερα όμως πως η μάχη μόλις είχε αρχίσει κι ο αγώνας θα ήταν σκληρός. Πλέον καταλάβει πως εγώ κι εκείνος ήμασταν 2 νεαρά κυρίαρχα αρσενικά που αγωνίζονταν για το ίδιο έπαθλο. Την καρδιά της Μαρίζας.
Τις επόμενες εβδομάδες τα πράγματα πήγαιναν ολοένα και καλύτερα. Βγαίναμε σχεδόν κάθε βράδυ κι η Μαρίζα με κέρδιζε. Είχα την βεβαιότητα ότι κι εγώ δεν της ήμουν αδιάφορος. Κοκκίνιζε ελαφρά όταν τα βλέμματά μας συναντιόνταν και πια με άφηνε να της κρατάω το χέρι. Την πρώτη φορά που φιληθήκαμε, ένιωσα πεταλούδες στο στομάχι κι όταν πια σχεδόν 2 μήνες μετά κοιμήθηκαμε μαζί, ήμουν βέβαιος πως είχα βρει το κορίτσι των ονείρων μου.
Εν τω μεταξύ, στο διάστημα αυτό ο Ρούφους έλειπε συχνά. Η Μαρίζα έτυχε να έχει πολύ δουλειά κι ο αδελφός της φιλοξενούσε το σκυλί στο εξοχικό του. Τα πήγαιναν καλά οι δύο τους, πράγμα που ενίσχυε την αντίληψή μου πως ο τύπος μόνο με μένα είχε πρόβλημα.
Και ω θεοί των εραστών που τους κυνηγάνε οι σκύλοι της κοπέλας τους, ο Ρούφους επέστρεψε και μαζί του το δικό μου μαρτύριο… Τα πράγματα πλέον ήταν πολύ σοβαρότερα για δύο λόγους. Πρώτον γιατί πια κοιμόμουν στο σπίτι της Μαρίζας τις περισσότερες νύχτες και δεύτερον γιατί ο Ρούφους μέσα σε 2 μήνες είχε παχύνει κατά 10 κιλά κι ήταν πλέον πιο δυνατός και μεγαλόσωμος. “Μμμμ… η εξοχή του έκανε καλό!”, σχολίασε η Μαρίζα χαιδεύοντάς τον κι ορκίζομαι παιδιά, θέλω να με πιστέψετε, τον είδα να χαμογελάει κακιασμένα και να κοιτάζει προς το μέρος μου! Κι εγένετο… κόλασις!
Το πρώτο κιόλας βράδυ που επιχείρησα να κοιμηθώ με το κορίτσι μου, πήδηξε στο κρεβάτι ανάμεσά μας και δεν το κουνούσε ρούπι. Λύσσαξα από τα νεύρα μου. Έλα όμως που το Μαριζάκι το βρήκε χαριτωμένο… “Ο γλυκούλης μου! Πόσο πρέπει να του έλειψα! Δε σε πειράζει ε;” γύρισε σε μένα. Τι να πω ο δόλιος! Έκανα την καρδιά μου κόμπο, γύρισα πλευρό κι αποκοιμήθηκα.
Κι η κατάσταση δυστυχώς παγιώθηκε. Ο άτιμος Ρούφους έπαιζε άσχημο παιγνίδι. Πότε κλαψούριζε, πότε έπαιρνε ένα περίλυπο ύφος που ράγιζε καρδιές, η ουσία είναι ότι στο κρεβάτι ήμασταν πια τρεις…
Εδώ να κάνω μια παρένθεση και να πω ότι αγαπώ τα ζώα. Είχα για χρόνια σκύλο, ένα κοκόνι, την Μελίτα, που την λάτρευα. Τόση ήταν η αγάπη μου για κείνη, που παρόλο που την έχασα δύο χρόνια πριν, δεν πέταξα ποτέ τα παιχνιδάκια της. Τα φυλάω ακόμη στην ντουλάπα, σε ένα κουτί μαζί με άπειρες φωτογραφίες από την κοινή μας ζωή.
Όμως θέλω να με πιστέψετε, ο Ρούφους ήταν ένα παμπόνηρο και χειριστικό άτομο που με αντιπαθούσε ολοφάνερα! Όσο περνούσε ο καιρός, αποδεχόμουν την ήττα μου. Το τέλειο κορίτσι μου δεν θα το είχα ποτέ ολοκληρωτικά. Ήμουν χαμένος εξαρχής…
Ώσπου ένα βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα μισοκοιμισμένος κι άκουσα εκείνη να κλαίει με αναφιλητά. Έπιανα μόνο σκόρπιες λέξεις. Ο Ρούφους, πάρκο, φόλα.
Δεν χρειαζόταν παραπάνω. Από τη στιγμή που τινάχτηκα πάνω, άρπαξα το κουτάκι με τα φάρμακα της Μελίτας, μέχρι την ώρα που καβάλησα το μηχανάκι μου κι έφτασα στο σπίτι της Μαρίζας, δεν πέρασαν πάρα 4 λεπτά.
Το θέαμα που αντίκρυσα, έκανε την καρδιά μου να σπαράξει. Ο Ρούφους πεσμένος στο χωλ, έβγαζε σάλια κι ανέπνεε με δυσκολία. Ήταν φανερό ότι μετρούσε στιγμές. “Έλειπα ώρες…” μου εξήγησε η Μαρίζα. “Ήμουν στο πάρτι γενεθλίων της Βανέσσας. Γύρισα πριν καμιά ώρα και τον κατέβασα στο πάρκο απέναντι για μια μικρή βόλτα. Κάτι πρέπει να έφαγε. Του έδωσα σόδα και έκανε εμετό…”.
Δεν έχασα χρόνο. Όχι να το παινευτώ, αλλά σε κάτι τέτοια είμαι ψύχραιμος κι αποτελεσματικός. Άρπαξα τον καημένο τον Ρούφους από το σβέρκο και του έκανα μια ένεση ατροπίνης που κουβαλούσα μαζί μου.
“Και τώρα θα περιμένουμε…”, είπα στην αγαπημένη μου που με κοιτούσε με ευγνωμοσύνη. Ο Ρούφους ήταν δυνατό σκυλί κι έδωσε σκληρή μάχη όλη τη νύχτα. Εμείς δίπλα του δεν κλείσαμε μάτι. Τον σκουπίζαμε, του βάζαμε κρύες κομπρέσες, του δίναμε κουράγιο. Γύρω στα ξημερώματα, η αναπνοή του επανήλθε πολύ πιο ζωηρή. Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και οι δύο.
Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό, ότι παρά τις παραξενιές του τον είχα αγαπήσει. Λίγες μέρες μετά, ο Ρούφους ήταν εντελώς καλά. Είχαμε περάσει μια υπέροχη βραδιά με την Μαρίζα, σινεμά κι έπειτα φαγητό και γυρίσαμε στο σπίτι της. Εγώ δηλαδή επέμενα να κοιμηθούμε στο δικό μου, όμως εκείνη ήταν ανένδοτη. Δε θα άφηνε τόσο σύντομα τον Ρούφους μόνο του. Τι να κάνω, αναγκάστηκα να συμφωνήσω σε άλλη μια βραδιά όπου αντί για το κορίτσι μου θα αγκάλιαζα τη μουσούδα του σκύλου της. Όμως κάτι είχε αλλάξει… Ο Ρούφους για πρώτη φορά δεν γρύλισε μόλις μπήκα στο σπίτι. Κι όταν ξαπλώσαμε στο κρεβάτι, γύρισε υπάκουα και ξάπλωσε στο κρεβατάκι του στην άλλη άκρη του σπιτιού.
Και τότε κάτι έλαμψε μέσα μου! Είχα καταλάβει! Ο Ρούφους δε με μισούσε! Φοβόταν μήπως εγώ δεν τον αγαπήσω αρκετά και χάσει το μοναδικό ον στον κόσμο που αγαπούσε δίχως όρια. Τώρα πια που ήταν σίγουρος ότι τον λατρεύουμε και οι δύο, είχε ηρεμήσει.
Τους επόμενους μήνες, εγώ κι εκείνος κάναμε μια καινούργια αρχή. Πλέον όταν είμαστε σπίτι ξέρει ότι ο αρχηγός είμαι εγώ. Όταν λείπω όμως, έχει πολλή δουλειά να κάνει. Πρέπει να προσέχει τη Μαρίζα που όσο πλησιάζει η ημερομηνία της γέννας, βαραίνει όλο και περισσότερο.
Όσο για μένα, σε λίγο καιρό τελειώνω την εκπαίδευση και ήδη ψάχνω για το χώρο που θα στεγάσει την “Σχολή Εκπαίδευσης Σκύλων Ρούφους”. Κάτι μου λέει ότι θα γίνω καλός εκπαιδευτής. Εξάλλου πήρα το καλύτερο μάθημα από την πιο αθώα ψυχή. Σημασία έχει ν’ αγαπάς!
Σοφία Σεν

One response to “Οι αντίζηλοι”
Τέλειο! Πολύ συγκινητική ιστορία! Δε ξέρω πόσο χρονών είσαι, αλλά ένα μεγάλο μπράβο!!!