Κοιτούσε αποσβολωμένος τη στοίβα που βρισκόταν μπροστά του, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τα όσα μόλις είχε διαβάσει. Του στάθηκε αδύνατον, δεν το χωρούσε το μυαλό του. Σωριάστηκε στην καρέκλα του παλιού γραφείου για να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του.
Με την Έλλη γνωρίστηκαν δύο μήνες πριν, στο πάρκο έξω από την εταιρεία που εργαζόταν ο ίδιος. Είχε κατέβει να κάνει το μεσημεριανό του διάλειμμα, διαβάζοντας την εφημερίδα του. Εκείνη τη μέρα όμως αντί να χαλαρώσει, ένιωθε μόνο εκνευρισμό και θλίψη. Ακόμα ένας θάνατος κάτω από αδιευκρύνιστες συνθήκες, ο τρίτος τους τελευταίους έξι μήνες. Τρεις νέοι άντρες είχαν χάσει τη ζωή τους, ο Άλαν, ο Τζέρεμι και τώρα ο Τζίμι. Η αστυνομία δεν είχε καταφέρει να προσδιορίσει τα ακριβή αίτια θανάτου. Στην πραγματικότητα κανείς δεν θα είχε συνδέσει τους τρεις θανάτους, εάν δεν υπήρχαν οι κάρτες. Δίπλα σε κάθε σωρό είχαν βρεθεί τρείς πανομοιότυπες κάρτες που έγραφαν «ένας βλάκας λιγότερος». Το άρθρο ανέφερε πως δεν είχε βρεθεί κανένα στοιχείο που να συνέδεε τους τρεις άντρες, εκτός φυσικά από τις κάρτες, και η υπόθεση θα έμπαινε στο αρχείο. Είχε απορροφηθεί τόσο, που δεν την πρόσεξε όταν κάθισε στο παγκάκι δίπλα του μέχρι που του μίλησε.
-Κύριε συγγνώμη, με όλο το θάρρος, είστε καλά; Φαίνεστε πολύ σκυθρωπός και έχετε χλωμιάσει.
Το ύφος του μάλλον ήταν όντως άθλιο, έφταιγε βέβαια και το βεβαρημένο πρόγραμμα στη δουλειά και τώρα αυτές οι ειδήσεις. Γύρισε και είδε μια νεαρή κοπέλα δίπλα του, κρατούσε ένα σημειωματάριο και έναν στυλό, λογικά έγραφε κάτι πριν του μιλήσει.
-Ναι, ναι όλα καλά, απλά να διάβαζα για τους νεαρούς που πέθαναν και η αστυνομία αντί να εξιχνιάσει την υπόθεση, σκοπεύει απλά να τη βάλει στο αρχείο.
-Ναι, σας καταλαβαίνω απόλυτα κι εγώ τα ίδια σκεφτόμουν σήμερα το πρωί. Ίσως η αστυνομία μας να είναι πιο ανίκανη απ’ όσο θα θέλαμε. τον κοιτούσε με κατανόηση. Με λένε Έλλη, χάρηκα.
-Πωλ, επίσης και συγγνώμη που σας χάλασα τη διάθεση.
-Δεν υπάρχει λόγος να ζητάτε συγγνώμη, δεν ήταν η καλύτερη ούτως ή άλλως, ας αφήσουμε όμως τις αρνητικές σκέψεις Πωλ. Να τολμήσω να σας προτείνω μια βόλτα στο πάρκο μήπως φτιάξει η διάθεση και των δυο μας;
Είχε ακόμα μισή ώρα τη διάθεσή του οπότε την ακολούθησε σε έναν περίπατο. Ήταν πρόσχαρη κοπέλα και πράγματι τον έκανε να ξεχαστεί. Μικροβιολόγος ήταν και είχε αναλάβει το εργαστήριο του πατέρα της μετά τον αιφνίδιο θάνατό του από ανακοπή πριν από έξι μήνες. Αυτό ήταν άλλωστε το όνειρό του, αυτός ήταν ο λόγος που την είχε πιέσει να σπουδάσει μικροβιολογία. Η ίδια αγαπούσε περισσότερο τα θεωρητικά μαθήματα, της άρεσε να γράφει, ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας. Ο πατέρας της από την άλλη δε συμφωνούσε, τα θεωρούσε σαχλαμάρες όλα αυτά και κάπως έτσι βρέθηκε κι αυτή στο πάρκο να κάνει ένα διάλειμμα από τη δουλειά. Ερχόταν καθημερινά στο πάρκο και κρατούσε σημειώσεις για όσα της έκαναν εντύπωση, παρατηρούσε τους ανθρώπους γύρω της. Το βράδυ στο σπίτι, του αποκάλυψε πως έπλαθε και έγραφε ιστορίες. Ήταν κάτι σαν ημερολόγιο με μια δόση φαντασίας. Ζούσε για λίγο το χαμένο της όνειρο που δεν κατάφερε να ακολουθήσει. Πού ξέρεις, ίσως για σήμερα να γινόταν αυτός η έμπνευσή της. Ήταν ευχάριστη βόλτα και ανανέωσαν το ραντεβού τους για την επόμενη μέρα.
Την εβδομάδα που ακολούθησε, ο περίπατος στο πάρκο είχε γίνει η καθημερινή τους ρουτίνα. Συζητούσαν για όλα τα θέματα που τους απασχολούσαν και περνούσαν πραγματικά όμορφα. Κάπως έτσι αποφάσισαν να επεκτείνουν τις συναντήσεις τους και σε άλλες εξόδους και δεν άργησαν να γίνουν ζευγάρι. Το σπίτι της βρισκόταν κοντά στις δουλειές και των δυο οπότε συναντιόνταν εκεί. Ζούσε μόνη της στο πατρικό της, αφού η μητέρα της είχε αποφασίσει να μετακομίσει τον εξοχικό τους μετά το θάνατο του συζύγου της. Ήταν μεγάλο και άνετο σπίτι και την πρώτη εβδομάδα που έγιναν ζευγάρι, του έδωσε τα δεύτερα κλειδιά. Ξαφνιάστηκε, όμως του εξήγησε πως ήθελε να νιώθει άνετα, σαν στο σπίτι του. Το μόνο που του ζήτησε, ήταν να μη μπαίνει στο πρώην γραφείο του πατέρα της, ήταν ένας πολύ προσωπικός χώρος και οι αναμνήσεις πολύ νωπές ακόμα. Η ίδια απομονωνόταν εκεί όταν ήθελε να τον θυμηθεί και εκεί έγραφε τις ιστορίες της, ήταν το δικό της καταφύγιο.
Οι επόμενες εβδομάδες κυλούσαν υπέροχα, βόλτες στο πάρκο τα μεσημέρια, πικ νικ το σαββατοκύριακο και βραδιές γεμάτες πάθος. Τον ρωτούσε τη γνώμη του για τις ιστορίες που έγραφε, άλλωστε τώρα που ένιωθε ερωτευμένη, στις περισσότερες πρωταγωνιστούσε κι ο ίδιος σε αυτές. Ήταν η έμπνευσή της, του έλεγε γελώντας. Είχε γράψει για τη γνωριμία τους, για το πρώτο τους φιλί, για τη πρώτη φορά που κοιμήθηκαν αγκαλιά. Παρότι τα είχε ζήσει και ο ίδιος, του άρεσε η αφήγησή της, ίσως είχε δίκιο τελικά που ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας. Την είχε προτρέψει να του δείξει και τις άλλες ιστορίες, αυτές που είχε γράψει πριν γνωριστούν, όμως πάντα το απέφευγε. Δεν ήταν αρκετά καλές και ντρεπόταν, όπως έλεγε. Τον τελευταίο καιρό ούτε τις καινούριες του έδειχνε. Όταν τη ρώτησε σχετικά, του εξήγησε ότι στην πραγματικότητα ήταν μόνο μια, αλλά ήθελε να τη διαβάσει όταν θα τις εκτύπωνε όλες μαζί. Θα ήταν κάτι σαν προσωπικό άλμπουμ, δώρο για τα γενέθλιά του που πλησίαζαν.
Μια μέρα πριν τα γενέθλιά του, τον πήρε ανήσυχη τηλέφωνο το πρωί, έπρεπε να ακυρώσουν τη καθιερωμένη μεσημεριανή τους συνάντηση. Θα πήγαινε εκτάκτως στο εξοχικό γιατί κάτι είχε συμβεί στη μητέρα της, δεν ήξερε ούτε η ίδια λεπτομέρειες ακόμα, όμως θα τον έπαιρνε μόλις είχε νέα. Υποσχέθηκε να είναι πίσω την επόμενη για τα γενέθλιά του όπως είχαν κανονίσει. Αν δεν του ήταν κόπος μετά τη δουλειά μόνο να περνούσε από το σπίτι της να ποτίσει τα λουλούδια που είχαν φυτέψει στο μπαλκόνι. Του είχε αφήσει σουπίτσα στο ψυγείο για να μη χρειαστεί να μαγειρέψει ο ίδιος.
Μόλις σχόλασε πέρασε από το σπίτι της, η κοιλιά του γουργούριζε, όμως αποφάσισε να ποτίσει πρώτα τα λουλούδια και θα έτρωγε μετά τη σουπίτσα της αγαπημένης του.
Τελειώνοντας με το πότισμα και κατευθυνόμενος προς την κουζίνα, το βλέμμα του έπεσε στη πόρτα του γραφείου. Δεν είχε μπει ποτέ μέσα, όπως του ζητήθηκε, τώρα όμως υπέθεσε πως μέσα εκεί βρισκόταν και το δώρο του. Η μάχη της συνείδησης με τη περιέργεια δεν κράτησε για πολύ, νίκησε η περιέργεια.
Το παλιό γραφείο μύριζε σκόνη και όπως ανακάλυψε, ο μόνος φωτισμός που λειτουργούσε, ήταν ένα παλιό πορτατίφ. Πάνω στο δρύινο έπιπλο όμως, στην κορυφή μιας στοίβας, υπήρχε πράγματι ένα διήγημα με τίτλο ‘Πωλ’. Το ξεφύλλιζε λαίμαργα περιμένοντας την τελευταία ιστορία. Ήταν όλες εκεί, οι στιγμές τους όπως τις είχε ξαναδιαβάσει, οι βόλτες και οι αναμνήσεις τους. Επιτέλους έφτασε στην τελευταία, το δώρο γενεθλίων του.
«Ο Πωλ, ο Πωλ αποδείχτηκε ακόμα ένας βλάκας όπως όλοι οι προηγούμενοι, όπως ήταν και ο πατέρας μου. Με το λειψό του μυαλό πιστεύει ότι ζούμε τον έρωτά μας και είμαστε ευτυχισμένοι. Έτσι τη φαντάζεται την ευτυχία ο βλάκας, απλά και μόνο επειδή του χαμογελάω. Είναι όμως επικίνδυνη η βλακεία, για όλους εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε βλάκες. Ο πατέρας μου με τις ηλίθιες πεποιθήσεις του κατάφερε να μου στερήσει το μέλλον μου για παράδειγμα. Θα μπορούσα να φέρω πολλά παραδείγματα ακόμα, όμως δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι, άλλωστε τα έχω αναλύσει σε προηγούμενα έργα μου. Τον Πωλ τον συμπάθησα λίγο παραπάνω γι’ αυτό επέλεξα τη σουπίτσα. Δεν θα πονέσει και πιθανώς να προλάβει να ταΐσει τον γάτο του όταν γυρίσει στο σπίτι, κρίμα είναι το ζωντανό.»
Δεν άντεχε να διαβάσει περισσότερα και σωριάστηκε στη καρέκλα. Τότε παρατήρησε για πρώτη φορά τα υπόλοιπα βιβλία της στοίβας και τους τίτλους Τζίμη, Τζέρεμι, Άλαν, Μπαμπάς.
Ώρες μετά έβγαινε από το αστυνομικό τμήμα με τα δάκρυα να του καίνε τα μάτια. Μαζί με τη κατάθεσή του, είχε παραδώσει τα έργα της αγαπημένης του και τη σουπίτσα. Το όνειρό της θα πραγματοποιούνταν επιτέλους. Θα γινόταν πραγματικά μια διάσημη συγγραφέας.
kolokufoula
