Ύψωσε το χέρι του και αμέσως το κατέβασε με φόρα επάνω στο πρόσωπό της. Απότομα, με δύναμη, με οργή. Μια στιγμή, μόνο μια στιγμή χρειάστηκε. Ένα μόνο χαστούκι. Θα τον ευγνωμονεί αιώνια γι’ αυτό το χαστούκι… Οξύμωρο; Τρελό; Για εκείνη όχι.
Γιατί αυτό το χαστούκι την αφύπνισε! Ήταν το κερασάκι στην τούρτα, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και όλα αυτά τα κλισέ, ναι. Όμως πάνω απ’ όλα ήταν αυτό που χρειαζόταν για να δει την ζωή της μέχρι εκείνη την ημέρα. Ήταν αυτό που χρειαζόταν για να φανταστεί πως θα ήταν η ζωή της από εκεί και πέρα. Αλλά ήταν κυρίως αυτό που χρειαζόταν για να σκεφτεί πως θα ήθελε να είναι η ζωή της. Και σίγουρα δεν ήθελε να συνεχίσει την ζωή που ζούσε. Είχε ανεχτεί πολλά, πάρα πολλά, αυτό όμως όχι! Και δεν ήξερε τελικά τι ήταν πιο θλιβερό, όλα αυτά που ανεχόταν ως εκείνη την ημέρα ή το ότι χρειάστηκε ένα χαστούκι για να πάρει την ζωή της στα χέρια της.

Ο Στράτος ήταν ο εφηβικός της έρωτας. Και ο μόνος. Πριν καλά καλά το καταλάβει, είχε μείνει έγκυος και είχε βρεθεί παντρεμένη μαζί του. Παράτησαν και οι δύο το λύκειο και ξεκίνησαν την κοινή τους ζωή. Εκείνος δούλευε σε δύο δουλειές, εκείνη στο σπίτι μεγάλωνε τα παιδιά τους. Γιατί η μία εγκυμοσύνη ερχόταν μετά την άλλη. Κι έτσι η Ελπίδα πριν κλείσει τα είκοσί της χρόνια ήταν κιόλας μάνα τριών παιδιών. Ο έρωτας έσβησε γρήγορα και χάθηκαν και οι δύο μέσα στα προβλήματα οικονομικά και οικογενειακά, στην αφόρητη κούραση και την απόλυτη έλλειψη επικοινωνίας. Εκείνος ήταν πάντα οξύθυμος. Το ήξερε η Ελπίδα και το είχε αποδεχτεί. Όμως με τα χρόνια ο Στράτος γινόταν όλο και χειρότερος… Φώναζε πολύ, σ’ εκείνη και στα παιδιά τους, χρησιμοποιούσε βρισιές που την έκαναν να κοκκινίζει από ντροπή, την μείωνε, της ποδοπατούσε την αξιοπρέπεια, την έκανε να σιχαίνεται τον εαυτό της και να αισθάνεται παντελώς άχρηστη. Κι αυτή η ζήλια του! Ζήλια άρρωστη, ανυπόφορη.

Είχε νιώσει πολλές φορές πως δεν άντεχε να ζει έτσι άλλο πια, όμως αμέσως έδιωχνε τη σκέψη και δεν επέτρεπε στον εαυτό της να φανταστεί ένα καλύτερο μέλλον. Πώς να τολμούσε; Ήταν απόλυτα εξαρτημένη από εκείνον. Μπορεί ο έρωτας να είχε χαθεί όμως τον αγαπούσε. Μόνο που δεν είχε καταλάβει πως αγαπούσε το αγόρι που γνώρισε κάποτε κι όχι αυτόν τον άγνωστο που είχε τώρα μπροστά της. Κι ύστερα ήταν και τα πρακτικά. Είχε τρία παιδιά, δεν είχε δουλέψει ποτέ στη ζωή της, δεν ήξερε να κάνει τίποτα πέρα από το να είναι μάνα και νοικοκυρά, δεν είχε έσοδα δικά της και κανέναν να την βοηθήσει, να της σταθεί. Μια μάνα μόνο, χήρα και ταλαιπωρημένη. Φίλες φυσικά και δεν της είχε επιτρέψει να έχει και που να τις βρει δηλαδή, θαμμένη μέσα στο σπίτι, αγκαλιά με την σφουγγαρίστρα και τις κατσαρόλες. Κανένα στήριγμα. Ούτε καν για να μιλήσει και να ξαλαφρώσει την ψυχούλα της, πόσο μάλλον για να βοηθηθεί ώστε να αλλάξει την ζωή της. Και τα παιδιά της; Πώς θα το πάρουν τα παιδιά της; Κι ο κόσμος τι θα πει; Όχι, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.

Εκείνη τη μέρα τα παιδιά ήταν στο σχολείο. Η Ελπίδα μαγείρευε το αγαπημένο του φαγητό. Κοτόπουλο κοκκινιστό. Ήταν πολύ προσεκτική για να το πετύχει, γιατί τελευταία ο Στράτος θύμωνε και με την μαγειρική της. Τη μια έβρισκε το φαγητό αλμυρό, την άλλη ανάλατο, την άλλη πολύ ξεροψημένο, δεν μπορούσε να τον βρει πουθενά. Φώναζε και της έλεγε ότι είναι εντελώς άχρηστη πια, που εκείνος σκοτώνεται όλη τη μέρα στη δουλειά για να μην τους λείψει τίποτα κι εκείνη δεν είναι άξια πια ούτε ένα φαγητό της προκοπής να του μαγειρέψει και όλο τον αφήνει νηστικό. Έλεγε κι άλλα πολλά, όμως η Ελπίδα δεν άντεχε να τα επαναλαμβάνει μέσα στο μυαλό της και έθαβε τις σκέψεις. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο φαγητό. Έριξε μέσα και τις πατάτες και σκέπασε την κατσαρόλα. Ωχ! Όχι! Την τελευταία φορά της είχε πει ότι τις πατάτες τις θέλει τηγανητές. Δεν του αρέσουν λέει μέσα στην κατσαρόλα γιατί μαδάνε και του χαλάνε την σάλτσα κι εκείνος θέλει να βουτάει πολύ ψωμί μέσα στην σάλτσα χωρίς ψίχουλα πατάτας. Και μόλις η Ελπίδα είχε βάλει τις τελευταίες της πατάτες μέσα στην κατσαρόλα. Τι να κάνει; Να τις βγάλει γρήγορα από την κατσαρόλα και να πεταχτεί να πάρει άλλες; Κι αν το μάθει θα βρει πάλι αφορμή για καβγά, αφού πηγαίνουν πάντα μαζί και ψωνίζουν ότι χρειάζεται. Θα λέει πάλι πως γυρεύει λόγους για να γυρίζει. Δεν τις γλίτωνε πάλι τις φωνές. Και δεν άντεχε άλλες φωνές… Δεν άντεχε άλλο να βλέπει τα παιδιά της φοβισμένα. Ο μικρός της πάλι τη νύχτα έβρεξε το κρεβάτι του. Μα τι να κάνει; Άρπαξε γρήγορα τα κλειδιά της και τα λιγοστά κέρματα που της άφηνε στο σπίτι και φόρεσε τα παπούτσια της. Θα έκανε γρήγορα.

Μόλις άνοιξε την πόρτα τον είδε μπροστά της και της κόπηκε η ανάσα. Ψελλίζοντας τον ρώτησε γιατί γύρισε στο σπίτι τέτοια ώρα. Εκείνος φυσικά έγινε έξαλλος. Επειδή δεν είναι υποχρεωμένος να της δώσει λογαριασμό για το πότε θα γυρίσει στο σπίτι του, επειδή αυτός δουλεύει σαν το σκυλί κι εκείνη ξεπορτίζει κάθε τρεις και λίγο, επειδή ποιος ξέρει που θα πήγαινε πάλι… Τον άκουγε απογοητευμένη για ακόμη μια φορά χωρίς να μιλά. Τι νόημα είχε άλλωστε. Αυτό τον εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο. Κάποια στιγμή του εξήγησε και τότε τον φούντωσε κι άλλο. Επειδή αυτός λιώνει στην οικοδομή για να τους ταΐζει κι αυτή πετάει το φαγητό τους, επειδή ποιος ξέρει που είχε το μυαλό της πάλι. Τότε δεν άντεξε κι εκείνη. Ύψωσε την φωνή και του είπε τα παράπονα της. Όχι πολλά, ένα – δύο πρόλαβε μόνο. Γιατί τότε ήρθε εκείνο το χαστούκι. Το πρώτο. Και το τελευταίο.

Τόσα χρόνια της ασκούσε βία. Βία λεκτική, βία ψυχολογική. Σωματική όμως ποτέ! Εντάξει, του είχαν ξεφύγει μερικές σπρωξιές και κάτι σκουντήγματα, αλλά κι αυτά ή Ελπίδα τα κατάπινε μαζί με όλα τα υπόλοιπα. Αυτό το χαστούκι όμως… Αυτό το χαστούκι! Της άνοιξε τα μάτια, την ταρακούνησε, την ζωντάνεψε. Σε μια μόνο στιγμή πήρε τις πιο σημαντικές αποφάσεις της ζωής της. Σε μια μόνο στιγμή συνειδητοποίησε τι ζούσε. Δεν μίλησε, δεν αντέδρασε. Έμεινε εκεί με το μάγουλό της να καίει και τον άκουγε να την κατηγορεί που τον έφτασε σ’ αυτό το σημείο.

Όταν χτύπησε την πόρτα πίσω του ίσιωσε το κορμί της. Τίναξε πίσω τα μαλλιά της, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε. Πολύ γρήγορα συγκέντρωσε όλα τα απαραίτητα των παιδιών της και τα δικά της. Όλη τους η ζωή σε μια γωνία. Τα μετέφερε τρέχοντας στο σπίτι της μάνας της, δύο τετράγωνα παρακάτω. Έκανε δύο βόλτες για να τα καταφέρει και πάλι ήταν ασήκωτα. Όμως εκείνη την ώρα μπορούσε να σηκώσει τόνους στις πλάτες της. Στη μάνα της δεν εξήγησε πολλά, μόνο τα βασικά και η γυναίκα το δέχτηκε χωρίς ερωτήσεις. Ίσως ανακουφίστηκε κιόλας. Ύστερα έτρεξε στο αστυνομικό τμήμα. Τον κατήγγειλε. Αμέσως μετά πήγε και πήρε τα παιδιά της από το σχολείο. Τους μίλησε. Δεν τους είπε τίποτα κακό για τον πατέρα τους, όχι ποτέ. Δεν ήθελε να δηλητηριάσει κι άλλο την ψυχούλα τους. Μόνο τους είπε ότι από εδώ και πέρα θα μένουν στο σπίτι της γιαγιάς γιατί η μαμά και ο μπαμπάς δεν θα είναι πια ζευγάρι. Δεν αντέδρασαν. Ίσως κι εκείνα να ανακουφίστηκαν. Κοίτα να δεις που καμιά φορά τα πράγματα είναι πιο απλά απ’ όσο τα φανταζόμαστε!

Λίγους μήνες μετά η Ελπίδα είχε μεταμορφωθεί. Δούλευε και κέρδιζε μόνη της τα λεφτά της. Ναι! Είχε αναλάβει την καθαριότητα σε αρκετά σπίτια. Ήταν τόσο καλή στο νοικοκυριό, που από στόμα σε στόμα πολύ γρήγορα απέκτησε σταθερό πελατολόγιο. Δούλευε από το ξημέρωμα. Το μεσημέρι η μάνα της έπαιρνε τα παιδιά από το σχολείο και λίγο πριν το απόγευμα γύριζε κι εκείνη στο σπίτι. Τα βοηθούσε όσο μπορούσε με τα μαθήματά τους και το βράδυ τα καληνύχτιζε και έφευγε για το δικό της σχολείο! Είχε ξεκινήσει στο νυχτερινό, ήθελε να τελειώσει το λύκειο. Ήταν τόσο περήφανη γι’ αυτή της την απόφαση! Και τα κατάφερε! Κι ύστερα μπήκε στην σχολή που είχε ονειρευτεί. Και την τελείωσε και αμέσως βρήκε δουλειά σ’ ένα νοσοκομείο. Ήταν πια νοσηλεύτρια και αγαπούσε τόσο πολύ να φροντίζει τους ανθρώπους που το χρειάζονταν.

Κι ο Στράτος; Ο Στράτος μετά από μια νύχτα στο κρατητήριο και πολλές συστάσεις από την αστυνομία άλλαξε στάση. Του έφυγε η μαγκιά που λένε! Την ικέτευε να γυρίσει πίσω, της υποσχόταν τον ουρανό με τ’ άστρα, της μιλούσε γλυκά, φερόταν καλά στα παιδιά. Αυτό το τελευταίο ήταν και το μόνο που ένοιαζε την Ελπίδα. Όλα τα άλλα έβρισκαν τοίχο. Ήταν απόλυτα αποφασισμένη, δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή να γυρίσει. Έτσι σιγά σιγά με τα χρόνια το πήρε κι εκείνος απόφαση και έπαψε να την ενοχλεί.

Λίγα χρόνια μετά μεγάλωνε τρία ήρεμα παιδιά, όσο καλύτερα μπορούσε, με την πολύτιμη βοήθεια της μάνας της. Είχε μια δουλειά που αγαπούσε, η οποία μαζί με την μικρή σύνταξη της μάνας της τους κάλυπταν όλες τις βασικές ανάγκες. Είχε ένα πτυχίο που καμάρωνε τόσο γι’ αυτό. Είχε δυο φίλες που νοιάζονταν για εκείνη πραγματικά και μπορούσε να τις εμπιστευτεί. Μα κυρίως είχε γαλήνη στην ζωή της, είχε ελευθερία, είχε αξιοπρέπεια, είχε δύναμη και ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπό της! Σ’ αυτό το πρόσωπο που κάποτε έπρεπε να σημαδευτεί από ένα χαστούκι για να ξεκινήσει να ζει και να καταλάβει πως η ζωή είχε πολλές χαρές για εκείνη ακόμα. Για να τολμήσει να ονειρευτεί. Για να καταλάβει το νόημα του ονόματός της…
Γιατί ναι, πάντα υπάρχει Ελπίδα!