Άλλη μια βραδιά, σ’ αυτό το ίδιο εστιατόριο, με την ίδια βαρετή παρέα. Με το πιρούνι του σκάλιζε αδιάφορα το περιεχόμενο του πιάτου του ενώ το μυαλό του ταξίδευε.
«Ε Μάρκο μου, τι λες κι εσύ, θα πάμε για ποτό μετά με τα παιδιά;» η Ελένη τον σκούντησε ελαφρά για να του αποσπάσει την προσοχή.
«Ορίστε; Μπα, όχι, είμαι ήδη αρκετά κουρασμένος. Έχω και πρωινό ξύπνημα. Πήγαινε εσύ αν θέλεις.»
Το τελευταίο πράγμα που του χρειαζόταν ήταν να συνεχιστεί αυτή η ανυπόφορη βραδιά. Τα «παιδιά” είχαν ήδη εξαντλήσει την ανοχή του, δεν ήθελε άλλη επαφή μαζί τους. Ο Κώστας και η Στέλλα. Δύο αφόρητα εκνευριστικοί τύποι που το μόνο θέμα συζήτησης που αναμασούν είναι το χρήμα. Δεν ταίριαξε ποτέ μαζί τους. Ο μόνος λόγος που ανέχεται την παρουσία τους είναι γιατί δεν αντέχει την γκρίνια της Ελένης. Μια φορά την εβδομάδα απαραιτήτως. Πόσα πράγματα όμως είχε μάθει να ανέχεται τα τελευταία χρόνια…

Χαιρέτησε βιαστικά κι έφυγε. Βγαίνοντας στον καθαρό αέρα πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης. Γλυκιά καλοκαιρινή νύχτα. Ήταν πολύ νωρίς ακόμη και η πόλη ήταν γεμάτη κόσμο. Περπάτησε ως το αυτοκίνητο με ένα αίσθημα ελευθερίας που πολύ του άρεσε. Το είχε ανάγκη τον τελευταίο καιρό. Η Ελένη τον έπνιγε. Αυτός ο γάμος ήταν καταδικασμένος από την αρχή έτσι κι αλλιώς. Ένας γάμος που στηρίζεται επάνω σε ένα ψέμα τι άλλο θα μπορούσε να είναι…

Καθώς πλησίαζε στο αυτοκίνητο έψαχνε να βρει τα κλειδιά του. Περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι και τα χέρια να ψάχνουν με μανία στις τσέπες. Δεν την πρόσεξε και σχεδόν έπεσε επάνω της, την στιγμή που εκείνη χάζευε χαλαρή μια βιτρίνα με ένα γαλάζιο φόρεμα.
«Ωχ, συγνώμη! Δεν…εε…» και τότε σήκωσε το βλέμμα και είδε…

Είδε τα μάτια που είχε αγαπήσει πιο πολύ στην ζωή του όλη, δυο γαλάζιες θάλασσες γεμάτες φως. Είδε τον μεγαλύτερο έρωτα που μπορεί να νιώσει άνθρωπος. Είδε νύχτες πλημμυρισμένες από πάθος, μέρες γεμάτες γέλια, στιγμές απόλυτης ευτυχίας. Είδε όρκους αγάπης. Είδε τα όνειρά του, τα όνειρά τους. Είδε τον πιο δυνατό πόνο που είχε νιώσει ποτέ στη ζωή του. Είδε την απελπισία που σκότωσε κάθε του επιθυμία για ζωή, για χαρά, για οποιαδήποτε απόλαυση.

«Αφροδίτη;» πόσα χρόνια είχε να ξεστομίσει αυτό το όνομα.
«Μάρκο! Απίστευτο!» το χαμόγελό της σαν να έφερε τον ήλιο μες τη νύχτα.
«Τι κάνεις εσύ εδώ; Πώς…» τα είχε ακόμη χαμένα.
«Ήρθα για λίγες μέρες, ήταν ο γάμος της αδελφής μου χτες. Αύριο φεύγω.»
«Ζεις ακόμη στο Λονδίνο;» η αγωνία ήταν εμφανής στη φωνή του.
«Ναι. Δεν έχουν αλλάξει και πολλά στη ζωή μου…» είπε με νόημα.
«Είσαι καλά;»
«Καλά είμαι. Εσύ;» τα μάτια της είχαν μια θλίψη.
Δεν απάντησε. Χαμογέλασε μελαγχολικά. Δεν ήταν καλά και δεν ήθελε να της πει ψέματα.
«Η οικογένεια; Πόσα παιδιά έχεις τώρα;» έκανε την άνετη, σα να μην κατάλαβε.
«Κανένα Αφροδίτη.» είπε κοιτάζοντας τις θάλασσες να σκοτεινιάζουν.
«Μα… Πώς; Αφού τότε…» τα έχασε.
«Μεγάλη κουβέντα και θέλει χρόνο.»
«Εγώ έχω χρόνο τώρα.» είπε δειλά.
«Τότε που έπρεπε δεν μου έδωσες τον χρόνο που σου ζήτησα…» του βγήκε αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτεί.
«Μάρκο…»
Με το χέρι του της έκανε νόημα να σταματήσει κι εκείνη υπάκουσε. Την κοίταξε για λίγο σκεπτικός. Αχ πόσα είχαν αλλάξει από την τελευταία φορά που την είδε. Θαρρείς και ήταν κάποιος άλλος τότε. Ήξερε πώς μια συνάντηση μαζί της ήταν επικίνδυνη, όμως δεν τον ένοιαζε πια! Δεν επέτρεψε στον εαυτό του να σκεφτεί πολλά.
«Πάμε!» είπε και την τράβηξε απαλά από το χέρι νιώθοντας έναν ηλεκτρισμό σε όλο του το κορμί.

Έσβησε τη μηχανή του αυτοκινήτου πάνω από την αγαπημένη τους παραλία. Γύρισε προς το μέρος της και την έπιασε να χαμογελά μελαγχολικά.
«Γιατί έπρεπε να έρθουμε ειδικά εδώ βρε Μάρκο;» είπε με παράπονο.
«Δεν ξέρω… Ειλικρινά. Δεν σκέφτηκα πολλά. Θέλεις να φύγουμε;»
«Όχι, εντάξει.» πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να διώξει τις αναμνήσεις που την πλημμύριζαν από αυτό το μέρος.
«Για πες μου λοιπόν, πώς είναι η ζωή σου;» προσποιήθηκε την άνετη ξανά.
Εκείνος την κοίταξε για λίγα λεπτά χωρίς να μιλάει. Πανέμορφη όπως πάντα. Σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα από τότε που χανόταν στις θάλασσες των ματιών της. Τότε που την κρατούσε στην αγκαλιά του και ένιωθε πως κρατά τον κόσμο όλο. Δεν πίστευε ότι θα την έβλεπε ποτέ ξανά. Κι ύστερα θυμήθηκε την τελευταία φορά που την είδε. Θυμήθηκε τον πόνο που ένιωσε την επόμενη μέρα που την αναζήτησε και δεν την βρήκε. Θυμήθηκε την ημέρα που άδειασε το μέσα του και ξεκίνησε να ζει μ’ αυτό το κενό ως τώρα. Έσφιξε τα δόντια και το βλέμμα του τώρα είχε αγριέψει. Ξαφνικά μεταμορφώθηκε. Όχι, δεν μπορούσε άλλο να πνίγει όλα αυτά που κρατούσε μέσα του τόσα χρόνια. Όχι δεν μπορούσε να κάνει τον άνετο και τον ψύχραιμο.
«Η ζωή μου… Αλήθεια, για πες μου Αφροδίτη, πώς την φαντάζεσαι τη ζωή μου; Πώς την είχες σχεδιάσει τότε που αποφάσισες για μένα χωρίς να με ρωτήσεις;»
«Μάρκο μη…» τον κοίταζε ικετευτικά στα μάτια.
«Γιατί Αφροδίτη; Πόσα χρόνια έχουν περάσει; Πέντε; Δέκα; Τι σημασία έχει; Έτσι κι αλλιώς εγώ δεν έχω αίσθηση του χρόνου πια. Απλά σπρώχνω τις μέρες να περνούν, να φεύγουν.» είχε δυναμώσει την ένταση της φωνής του.
«Νομίζεις πως για μένα ήταν εύκολο; Πώς όλα αυτά τα χρόνια ήταν εύκολα; Επτά χρόνια και δύο μήνες έχουν περάσει Μάρκο. Γιατί εγώ τα μετράω… Γιατί μέσα σ’ αυτά τα χρόνια πέρασα μέσα από την κόλαση. Κι όταν έχεις γευτεί τον παράδεισο η κόλαση είναι ακόμα χειρότερη! Γι’ αυτό μη μου λες εμένα για την απόφασή μου! Την πλήρωσα και την πληρώνω ακόμα! Όμως τότε δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Δεν μπορούσα να χτίσω την ευτυχία μας πάνω στη δυστυχία άλλων! Δεν μπορούσα…» και η δική της προσπάθεια για να φαίνεται άνετη είχε ναυαγήσει.
Οι θάλασσες τώρα ήταν φουρτουνιασμένες. Λυγμοί της έκοβαν την ανάσα και δεν έβγαιναν οι λέξεις.
«Κι έτσι επέλεξες την δική μας δυστυχία…» τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα και πόνο.

Ο Μάρκος και η Αφροδίτη ήταν συμφοιτητές. Από το πρώτο έτος ξεκίνησαν να κάνουν στενή παρέα. Ο Μάρκος ήταν ερωτευμένος μαζί της από την πρώτη στιγμή, όμως δεν τόλμησε ποτέ να το εκφράσει καθώς εκείνη ήταν δεσμευμένη. Με τα χρόνια έμαθε καλά να κρύβει το μυστικό του και να στέκεται δίπλα της σαν φίλος. Οι επιτυχίες του στις γυναίκες τον βοηθούσαν να ξεχνιέται. Λίγο μετά την αποφοίτησή τους γνώρισε την Ελένη. Για εκείνον ήταν μια ακόμη προσπάθεια για να βγάλει από το μυαλό του την Αφροδίτη. Για εκείνη ήταν πολλά παραπάνω. Αυτό έδειξαν στην πορεία οι πράξεις της…

Η σχέση τους μετρούσε λίγους μήνες όταν η Αφροδίτη ανακοίνωσε στον Μάρκο πως αποφάσισε να χωρίσει από την μακρόχρονη σχέση της. Χωρίς να προλάβει να σκεφτεί και πολλά το ίδιο κιόλας βράδυ ο Μάρκος χώρισε την Ελένη. Λίγες μέρες μετά η Αφροδίτη ζήτησε από τον Μάρκο να συναντηθούν. Σε μια παραλία. Όταν εκείνος έφτασε την βρήκε εκεί. Το σκοτάδι δεν τον εμπόδισε να την αναγνωρίσει. Καθόταν σε μια ξαπλώστρα και στο χέρι της κρατούσε ένα κουτάκι μπύρα. Πήρε βαθιά ανάσα. Την πλησίασε. Κάθισε δίπλα της και πήρε τη μπύρα από τα χέρια της. Ήπιε δυο γουλιές κοιτάζοντας τη θάλασσα. Σκοτεινή αλλά ήρεμη. Ύστερα γύρισε το βλέμμα του σ’ εκείνη.
«Λοιπόν, θα μου πεις τι…» πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του τα χείλη της του έκλεισαν το στόμα. Έντονα, παθιασμένα, ορμητικά! Μετά το πρώτο σοκ ανταποκρίθηκε κι εκείνος στο φιλί της σφίγγοντάς την επάνω στο κορμί του. Τότε εκείνη σταμάτησε απότομα και τον κοίταξε στα μάτια.
«Προσπάθησα πολύ, μα δεν μπορώ να το αποκοιμίσω. Δεν γίνεται να κρύβομαι άλλο!» του ψιθύρισε κι εκείνος δεν πίστευε ότι άκουγε αυτά τα λόγια από το δικό της στόμα.
Κάπως έτσι ξεκίνησε μια σχέση γεμάτη πάθος. Ένας έρωτας που για χρόνια καταπιεζόταν, και επιτέλους είχε βρει το έδαφος για να καρποφορήσει. Και πραγματικά ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Ταίριαζαν σε όλα και αυτό το ήξεραν τόσα χρόνια μέσα από τη φιλία τους, όμως σαν ζευγάρι ήταν διαφορετικά. Όλα κυλούσαν αρμονικά, απόλυτα φυσικά, σαν να είχαν επιτέλους πάρει τον δρόμο που έπρεπε…

Τρεις μήνες πρόλαβαν. Τρεις μόνο μήνες που τους σημάδεψαν για μια ζωή. Εκείνο το πρωί η Αφροδίτη ξαφνιάστηκε όταν είδε μπροστά της την Ελένη. Φαινόταν ταλαιπωρημένη, άυπνη και ανήσυχη. Μετά από λίγα λεπτά συζήτησης μαζί της, η Αφροδίτη ήταν πολύ χειρότερα από εκείνη. Γύρισε στο σπίτι της σχεδόν παραπατώντας. Αισθανόταν ράκος. Μπήκε γρήγορα κάτω από το ντουζ και άφησε το νερό να τρέχει επάνω της για ώρα πολλή. Λες και έτσι θα ξέπλενε τον πόνο που την είχε κυριεύσει. Ύστερα τυλίχτηκε με το μπουρνούζι της και κάθισε επάνω στο κρεβάτι μουδιασμένη. Τα λόγια της Ελένης γύριζαν μέσα στο μυαλό της ξανά και ξανά.

«Είμαι έγκυος. Από τον Μάρκο. Ήδη τριών μηνών. Η μάνα μου το ανακάλυψε. Δεν της έχω πει πως χώρισα με τον Μάρκο. Ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός, θα με σκοτώσει αν μάθει πως θα φέρω στον κόσμο ένα παιδί χωρίς πατέρα. Τι θα κάνω;»

Κουλουριάστηκε αγκαλιάζοντας τα γόνατά της και έκλαψε δυνατά, με λυγμούς που τράνταζαν το κορμί της. Έμεινε έτσι ως αργά τη νύχτα. Δεν απάντησε σε καμία από τις αμέτρητες κλήσεις του Μάρκου. Ούτε το κουδούνι που την τρόμαξε μέσα στην ησυχία της νύχτας δεν την έκανε να κουνηθεί από την θέση της. Μόνο όταν άκουσε τις γροθιές του Μάρκου να χτυπούν αγριεμένα την πόρτα φωνάζοντας το όνομά της, μόνο τότε σηκώθηκε και πλησίασε.
«Μάρκο φύγε!» κατάφερε να φωνάξει μέσα από τους λυγμούς της χωρίς να ανοίξει.
Τότε εκείνος συνέχισε να χτυπάει ακόμα πιο μανιασμένα. Αναγκάστηκε να του ανοίξει. Όρμησε μέσα στο σπίτι σαν τρελός, όμως μόλις την αντίκρισε πάγωσε.
«Τι έγινε κορίτσι μου;» ψέλλισε και για απάντηση πήρε ένα βουβό κλάμα. Έτρεξε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Εκείνη προσπάθησε να αντισταθεί αλλά αμέσως κατάλαβε πως ήταν μάταιο κι έτσι παραδόθηκε και χάθηκε μέσα στην αγκαλιά που λάτρευε κλαίγοντας δυνατά.
«Τι έπαθες αγάπη μου; Ποιος σε πείραξε; Εγώ είμαι εδώ! Μην ανησυχείς για τίποτα. Όλα εγώ θα τα λύσω, μη φοβάσαι! Ηρέμησε καρδιά μου. Ηρέμησε…» έλεγε χαϊδεύοντας απαλά τα μαλλιά της, αλλά όσο εκείνος προσπαθούσε να την καθησυχάσει, τόσο το κλάμα της δυνάμωνε.

Εκείνη η νύχτα ήταν η τελευταία που πέρασαν μαζί. Η Αφροδίτη είπε στον Μάρκο για την συνάντησή της με την Ελένη. Του δήλωσε ότι θα φύγει για το Λονδίνο για εκείνο το μεταπτυχιακό που ονειρευόταν και πως εκείνος έπρεπε να παντρευτεί την Ελένη και να μεγαλώσουν το παιδί τους μαζί. Εκείνος γέλασε με αυτό το σενάριο στην αρχή κι έπειτα εξοργίστηκε. Εκείνη όμως ήταν κατηγορηματική. Η ίδια μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα της και κουβαλούσε πολλές πληγές στην ψυχή της εξαιτίας αυτού. Δεν μπορούσε λοιπόν τώρα να γίνει η αιτία για να συμβεί το ίδιο σε ένα άλλο παιδί. Χώρια που όλοι ήξεραν πάνω κάτω τι περνούσε η Ελένη από τον πατέρα της. Ποιος ξέρει τι θα γινόταν αν μάθαινε για την εγκυμοσύνη. Ο Μάρκος δεν μπορούσε να δεχτεί αυτά που άκουγε. Δεν γινόταν να ζήσει χωρίς εκείνη, πόσο μάλλον να ζήσει με την Ελένη. Περπατούσε πάνω κάτω, σαν θηρίο στο κλουβί. Έσφιξε τις γροθιές του και τις χτύπησε με δύναμη επάνω στο τραπέζι κάνοντας όλα τα αντικείμενα να αναπηδήσουν κι εκείνη να τιναχτεί ξαφνιασμένη.
«Δως μου μια μέρα περιθώριο και θα τα λύσω όλα!» είπε αποφασισμένα κι έφυγε με φόρα.
Έφτασε ως την πόρτα κι ύστερα ξαναγύρισε, την έσφιξε στην αγκαλιά του και της έδωσε το πιο δυνατό, το πιο παθιασμένο φιλί, σα να ήξερε πώς ήταν το τελευταίο.

Όταν την άλλη μέρα την αναζήτησε δεν την βρήκε. Είχε αδειάσει το σπίτι της και από την μητέρα της έμαθε πως έφυγε άρον άρον για το Λονδίνο. Ο Μάρκος έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Τις επόμενες μέρες ήταν ένας ζωντανός νεκρός. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, δεν μιλούσε σε κανέναν. Είχε κλειστεί στο σπίτι ολομόναχος με τις σκέψεις του να τον κατατρώνε, να του ξεσκίζουν τις σάρκες σαν άγρια ζώα. Προσπάθησε να την καταλάβει, να την δικαιολογήσει, να την συγχωρήσει που αποφάσισε μόνη της και για εκείνον και δεν του άφησε κανένα περιθώριο. Που έτσι απλά χάθηκε από τη ζωή του παίρνοντας μαζί της την ανάσα του και τώρα πνιγόταν. Όλη την υπόλοιπη ζωή του ασφυκτιούσε… Την λάτρευε και την μισούσε ταυτόχρονα για αυτό που έκανε. Και πονούσε. Πονούσε πολύ. Σκέφτηκε αμέτρητες φορές να πάει να την βρει κι ύστερα το μετάνιωνε και μετά καταριόταν τον εαυτό του που δεν το έκανε ποτέ. Είχε παραιτηθεί από όλα, είχε παραλύσει, ήταν ανίκανος για οποιαδήποτε απόφαση.

Λίγο καιρό μετά τον πλησίασε η Ελένη. Βρήκε έναν άλλον Μάρκο. Ένα άβουλο πλάσμα, αδιάφορο για ότι κι αν συνέβαινε γύρω του. Ούτε που κατάλαβε πότε παντρεύτηκαν, πως βρέθηκαν να ζουν στο ίδιο σπίτι, πως λίγο μετά τον γάμο του ανακοίνωσε ότι είχε χάσει το παιδί που περίμενε… Δεν ρώτησε ποτέ πολλά, δεν ασχολήθηκε κι αυτό διευκόλυνε την Ελένη τόσο πολύ. Δεν χρειάστηκε ούτε τις ψεύτικες εξετάσεις να του δείξει. Τα χρόνια περνούσαν και ο Μάρκος συνέχιζε να ζει κοντά της εντελώς συμβατικά. Δεν της έλεγε σε τίποτα «όχι” αλλά ούτε και «ναι”. Δούλευε πολύ και φρόντιζε να λείπει πολλές ώρες από το σπίτι. Στο μόνο που ήταν ανένδοτος και είχε ασκήσει βέτο, ήταν η απόκτηση ενός παιδιού. Η Ελένη μη μπορώντας να κάνει αλλιώς το δέχτηκε. Της αρκούσε που της παρείχε τα πάντα, κι αν ήταν και λίγο παγωμένος κι αδιάφορος απέναντί της, δεν έγινε και τίποτα. Τουλάχιστον είχε γλιτώσει από τον πατέρα της που την καταπίεζε από παιδί. Τώρα είχε όση ελευθερία ήθελε πάντα. Κι ο Μάρκος ήταν το εισιτήριο της για να το πετύχει. Εντάξει, στην αρχή ήταν πολύ ερωτευμένη μαζί του, πληγώθηκε πολύ όταν την χώρισε, αλλά τον κυνήγησε με κάθε μέσο γιατί ήταν η ευκαιρία της να ξεφύγει από την ζωή που δεν άντεχε άλλο πια. Και θα έκανε τα πάντα γι’ αυτό. Και έκανε τα πάντα γι’ αυτό.

«Λοιπόν κατάλαβες τώρα τι κατάφερες με την φυγή σου τότε; Το τίποτα! Το απόλυτο τίποτα! Κενό! Κενό στην ψυχή και των δυο μας! Δεν υπήρξε ποτέ καμία εγκυμοσύνη, κανένα παιδί για να το κάνεις δυστυχισμένο, καμία απροστάτευτη Ελένη. Κι αν δεν είχες εξαφανιστεί τότε, αν περίμενες, θα το είχες μάθει, θα είχαν λυθεί όλα, θα ήταν όλα αλλιώς…» από τα μάτια του έβγαιναν φλόγες που την έκαιγαν ζωντανή.
«Κι εσύ πώς… Πώς έζησες μαζί της μετά από αυτό; Γιατί δεν έψαξες να με βρεις; Γιατί δεν προσπάθησες;» τα είχε χαμένα.
«Πώς έζησα; Ποιος σου είπε ότι έζησα; Ποιος σου είπε ότι ζω; Οι νεκροί δεν προσπαθούν για τίποτα Αφροδίτη. Κι εμένα μέσα μου νεκρώθηκαν τα πάντα την ημέρα που με εγκατέλειψες!»

Έτσι τους βρήκε το ξημέρωμα. Να ανταλλάζουν κατηγορίες και να ρίχνουν τις ευθύνες ο ένας στον άλλον. Στην παραλία είχε ξεκινήσει να μαζεύεται κόσμος, έπρεπε να φύγουν. Έτσι κι αλλιώς δεν έβγαζε πουθενά η κουβέντα τους.
«Λυπάμαι. Πολύ! Για όλα.» ψιθύρισε η Αφροδίτη με το βλέμμα χαμηλωμένο μόλις σταμάτησε το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι της κι έπειτα κατέβηκε απρόθυμα.
Ο Μάρκος δεν μίλησε. Έσφιξε το τιμόνι με όλη του τη δύναμη και πάτησε δυνατά το γκάζι.

Δεν κατάλαβε πως βρέθηκε στο γραφείο του. Το κινητό του είχε κλείσει από μπαταρία αλλά δεν τον ένοιαζε. Το σταθερό τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα, αλλά το αγνόησε. Έβαλε μια κούπα καφέ και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Σαν υπνωτισμένος. Βουβός, ανέκφραστος. Και τότε ξαφνικά πέταξε με δύναμη την κούπα στον απέναντι τοίχο και την κομμάτιασε. Κάπως έτσι ξεκίνησε το ξέσπασμά του. Ένα ξέσπασμα που έπνιγε όλα αυτά τα χρόνια. Έβγαλε μια δυνατή κραυγή και αναποδογύρισε το γραφείο. Έδωσε μια δυνατή κλωτσιά στην καρέκλα κι έπεσε στα γόνατα σφίγγοντας τις γροθιές του. Οι σκέψεις τον χτυπούσαν σαν σφυριές κατακέφαλα. Πώς τα έκαναν έτσι; Είχαν την ευτυχία και την άφησαν να χαθεί. Εκείνη έκανε το λάθος κι έφυγε έτσι, όμως κι εκείνος τι ήταν; Ένας δειλός! Πάντα μαζί της ήταν δειλός. Δειλός γιατί τόσα χρόνια ήταν κρυφά ερωτευμένος μαζί της χωρίς να την διεκδικήσει, ως που εκείνη τελικά έκανε το βήμα για να ξεκινήσει η σχέση τους. Δειλός γιατί όταν εκείνη έφυγε δεν την κυνήγησε. Αλλά κυρίως, δειλός γιατί τώρα που την ξαναβρήκε, ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να την σφίξει στην αγκαλιά του, εκείνος την έβαλε απέναντι και την κατηγορούσε. Υπερίσχυσε ο θυμός, σαν άμυνα, για να μην βγουν τα άλλα. Και την άφησε να φύγει. Ξανά! Κι εκείνος θα μείνει πάλι πίσω να συνεχίσει να μη νιώθει, να μην ονειρεύεται, να μην απολαμβάνει, να μη ζει. Όχι! Σηκώθηκε απότομα, άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και χτύπησε την πόρτα πίσω του.

Φτάνοντας στο αεροδρόμιο κοίταξε το ρολόι του. Είχε φτάσει αρκετά νωρίς. Στάθηκε δίπλα από τον έλεγχο και την αναζήτησε ανάμεσα στους επιβάτες. Σχεδόν κρατούσε την ανάσα του καθώς τα μάτια του την έψαχναν γεμάτα αγωνία. Κοίταξε προσεκτικά ένα ένα όλα τα πρόσωπα. Απογοητευμένος διαπίστωσε πως δεν την ήταν εκεί. Υπήρχε χρόνος, θα περίμενε ως το τέλος, ακόμα ερχόταν επιβάτες. Είχε ανοίξει η πύλη, ο κόσμος επιβιβαζόταν στο αεροπλάνο, εκείνη πουθενά. Ευχόταν να την δει να τρέχει να προλάβει έστω την τελευταία στιγμή. Είχε αρχίσει να χάνει τις ελπίδες του. Σκεφτόταν πως μπορεί να του ξέφυγε και να μην την είδε όταν περνούσε από τον έλεγχο, ακόμα κι αν αυτό ήταν αδύνατο. Ή πως μπορεί να έκανε λάθος και να μην ήταν αυτή η πτήση της και να είχε φύγει νωρίτερα με κάποια άλλη. Έσκυψε το κεφάλι και ξεφύσηξε σφίγγοντας τα χείλη. Είχε πιστέψει πως θα τα κατάφερνε. Κι όμως τελικά την έχασε για άλλη μια φορά. Σέρνοντας τα βήματά του κάθισε σε μια άδεια θέση κι έσκυψε το κεφάλι μέσα στις παλάμες του. Αισθάνθηκε ότι κάποιος κάθισε δίπλα του κι ένιωσε έναν εκνευρισμό. Τόσες άδειες θέσεις υπήρχαν, ήταν ανάγκη να καθίσει εκεί;

«Πίστεψες πως θα σε άφηνα για δεύτερη φορά;»
Σήκωσε το κεφάλι του απότομα. Είδε τις θάλασσες που λάτρευε, γαλάζιες, φωτεινές, ηλιόλουστες ξανά. Η καρδιά του κόντεψε να σπάσει! Την άρπαξε στην αγκαλιά του και την σήκωσε ψηλά.
«Ποτέ ξανά!»
«Ποτέ!»