Ναι είναι θεσμός. Είναι αυτό που σηματοδοτεί την έναρξη της ενηλικίωσης και της ανεξαρτησίας. Είναι αυτό που σου δίνει μια γεύση από την φοιτητική ζωή που ε-ε-έρχεται!! Είναι αυτό που το περιμένεις για χρόνια και θα το θυμάσαι για μια ζωή! Είναι η Πενταημερήηηη!!!!! (Και καθόλου δεν σε νοιάζει που λέγεται πενθήμερη!)

Από την ημέρα που ξεκινά το σχολικό έτος της τρίτης λυκείου, έχεις αρχίσει να μετράς μία-μία τις μέρες, κάθε μέρα (217 και σήμερα, 216 και σήμερα κτλ), κάνεις σχέδια, γράφεις την λίστα με τα πράγματα που θα πάρεις μαζί σου, γράφεις την λίστα με τα πράγματα που θέλεις να ψωνίσεις από εκεί, το συζητάς με την παρέα σου και ονειρεύεστε όλοι μαζί, βγάζετε συνθήματα και τραγούδια (οοοο-οοοο-οοομορφη ΞΕσσαλονίκη…), φτιάχνετε πανό (ανορθόγραφο!), παραγγέλνετε ειδικές μπλούζες, κανονίζετε με ποιους θα είστε στην καμπίνα και στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, τσακώνεστε και λίγο γιατί «τι να κάνουμε τώρα, τρία άτομα μας είπαν για το δωμάτιο, κάποιος θα μείνει απ έξω!». (Μετά βέβαια συνειδητοποιείς ότι τσάμπα οι καβγάδες γιατί στο ίδιο δωμάτιο θα κοιμηθείτε δεκατρία άτομα τελικά!).
Και περνάει ο καιρός και φτάνει η πολυπόθητη Πενταημερήηηη!!!!!

Πρώτο βράδυ στο πλοίο χαμός! Αλωνίζεις στους διαδρόμους, από καμπίνα σε καμπίνα, κουτσομπολιό, γέλια και χορός μέχρι τελικής πτώσης στη ντίσκο του πλοίου. Φυσικά για ύπνο δεν συζητάμε, «τι, για να κοιμόμαστε ήρθαμε;»
Και φτάνει το πλοίο στον Πειραιά και αλλού πατάς κι αλλού βρίσκεσαι από την νύστα, αλλά εντάξει λίγο ακόμα αντέχεις, πάμε όλοι μαζί παιδιά οοοο-οοοο-οοομορφη ΞΕσσαλονίκηηηη!!! Και ξεκινά το λεωφορείο και είναι αυτός ο οδηγός σκυλί μαύρο και σας έχει μουρλάνει από Τερλέγκα σε Καρρά και τούμπαλιν, είναι και το κούνα κούνα που σε κάνει να μην μπορείς να κρατήσεις το βλέφαρο ανοιχτό, αλλά δεν τολμάς και να κοιμηθείς γιατί βλέπεις και όσους το τόλμησαν που έγιναν φωτογραφίες με ζωγραφισμένες μούρες και προφυλακτικά στο στόμα, και δεν το θες αυτό, οπότε το παλεύεις, και πάμε πάλι οοοο-οοοο-οοομορφη ΞΕσσαλονίκηηηη!!!!

Και φτάνει το λεωφορείο στην οοοο-οοοο-οοομορφη ΞΕσσαλονικηηηη και ζωντανεύετε λίγο γιατί είστε και πειραχτήρια (και λίγο βλαμμένα) και κάνετε τα γνωστά αστεία που έκαναν τότε όλες οι πενταήμερες της Κρήτης με τα «γροθοπιτάκια» και όλα τα αυτοσχέδια παράγωγα της λέξης «γρόθος», γιατί τότε έμαθες ότι δεν ξέρουν τι σημαίνει εκτός των συνόρων της Λεβεντογέννας και το έχετε βρει ξεκαρδιστικό (χαχα ναι ναι πολύ γελάσαμε, λέμε τώρα).

Και φτάνεις στο ξενοδοχείο που το περιμένετε πως και πως, και το ξενοδοχείο είναι της Αρχιεπισκοπής, ούτε ξέρεις πόσα χιλιόμετρα έξω από την πόλη, και μέσα κυκλοφορούν ρασοφόροι, που σας έχουν σούζα, όχι φωνές, όχι μουσικές, όχι φασαρία… Και τότε δίνεις τα θερμά σου στο δεκαπενταμελές, στους καθηγητές, και στο πρακτορείο που σας έστειλε εκεί! Τελικά ευτυχώς το ξενέρωμα κράτησε λίγο γιατί όταν θέλεις παντού περνάς καλά (άτιμα νιάτα!!). Κι εκείνο το 204 ακόμα θα βρωμάει ρακές και τσιγαρίλες σίγουρα!

Βραδινή έξοδος συνοδευόμενη από το απαραίτητο ξεσάλωμα, χοροί πάνω στα τραπέζια και τα λοιπά. Βέβαια φήμες λένε ότι υπήρξαν και κάτι ψοφίμια, ονόματα δεν λέμε, που κοιμήθηκαν μέσα στο κλαμπ, έχοντας γείρει ελαφρώς στο πλάι, αλλά αυτούς κάνεις ότι δεν τους ξέρεις και όταν περάσουν τα χρόνια να θυμηθείς να μην κουμπαριάσεις μαζί τους γιατί είναι ξενέρωτοι! (Ενώ εσύ είσαι πάρτι άνιμαλ και στα τριανταφεύγα σου θα χτυπιέσαι στα κλαμπ και θα αντέχεις ξενύχτια νο λίμιτς… Να το θυμάσαι αυτό..!!)

Και είναι κι εκείνες οι επισκέψεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους που βαριεεεέσαι και δεν βλέπεις την ώρα να τελειώνει για να πας για ψώνια στο κέντρο της πόλης. Και επιτέλους έρχεται η ώρα, και ξεκινάς να ψάχνεις την Εγνατία περπατώντας στην Τσιμισκή γιατί ένας καθηγητής (που σπούδασε στην πόλη και την γνωρίζει σαν την παλάμη του χεριού του) σας πρότεινε να πάτε στην Εγνατία για ψώνια, η οποία είναι ΚΑΘΕΤΟΣ της Τσιμισκή. (λίγους μήνες μετά όπου εσύ πια σπουδάζεις εκεί, καταλαβαίνεις πόσο τραγική πληροφορία ήταν αυτή!) Και περπατάς, περπατάς, περπατάς… Και δεν φτάνει που δεν βλέπεις πουθενά την Εγνατία, είναι κι αυτή η Τσιμισκή που δεν τελειώνει πουθενά!! Κι ευτυχώς παίρνεις τηλέφωνο μια φίλη Θεσσαλονικιά που σας ξεστραβώνει και σας λέει ότι η Εγνατία είναι ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ της Τσιμισκή κι έρχεται και σας παίρνει απ’ το χεράκι και σας καθοδηγεί καημένα ταλαίπωρα. Μόνο που δεν έχετε άλλες αντοχές και καταλήγετε να ψωνίζετε από το Ζάρα, λες και δεν είχατε και στο Ηράκλειο!

Κι έχεις και δυο φίλους που τότε τους ήρθε η ιδέα να κάνουν ανταύγειες στο μαλλί και αναλαμβάνεις χρέη κομμώτριας και τους αφήνεις κανένα δίωρο με τα αλουμινόχαρτα στο κεφάλι και μόνο ανταύγειες που δεν ήταν αυτές, γιατί τα σαΐνια είχαν πάρει σκούρα βαφή!

Και οι άλλες μέρες ήταν γεμάτες βόλτες και τρέλες και φάρσες στο ξενοδοχείο και γέλια και όμορφες στιγμές που έγιναν υπέροχες αναμνήσεις.
Και η κούραση και η αϋπνία έγιναν συνήθεια και δεν σταματάς πουθενά γιατί Πενταημερήηηη είναι αυτή! Ως και μέσα στο λεωφορείο έχει στηθεί ολόκληρη ορχήστρα με μπουζούκια και τουμπερλέκια και οι χοροί δεν σταματούν ποτέ και πουθενά! Εμ στα δεκαεφτά έτσι είναι!!

Και ήρθε η ώρα της επιστροφής… Και έρχεται και η μελαγχολία… Και η κολλητή σου σου σκουπίζει τα δάκρυα και σου θυμίζει ότι σε λίγο καιρό θα είστε πάλι εκεί φοιτήτριες, γιατί αυτά τα σχέδια έχετε κάνει. Και αφού αγκαλιάζεται όλη η παρέα και αποχαιρετά το λιμάνι του Πειραιά που απομακρύνεται, έπειτα μαζεύεται σε μια καμπίνα και πνίγει τον πόνο της στα τρίγωνα Πανοράματος μιας φίλης που τα θυσίασε για παρηγοριά, κι ας είχε πάρει ταξί για να πάει ως το Πανόραμα να τα βρει, κι ας πήγε στη μάνα της τα άδεια κουτιά! Αυτή είναι φίλη ρε!

Και κάπως έτσι τελείωσε η Πενταημερήηηη που πάντα θα θυμάσαι με χαμόγελο και με νοσταλγία. Και ευγνωμονείς την τύχη σου γιατί, λίγο που ήταν πιο αθώα η εποχή, λίγο που η παρέα σου ήταν καλά παιδιά, οι τρέλες περιορίστηκαν σε ήρεμα και αθώα αστεία και δεν έχουν σχέση με τα τέρατα που ακούς σήμερα!

Και ρίχνεις μια ματιά στο ημερολόγιο και συνειδητοποιείς ότι όλα αυτά έγιναν τέτοια περίοδο… 15 χρόνια πριν…!!! 15;;;; Ναι 15!!!