Μπραν, Τρανσυλβανία
Φεβρουάριος 1897 μ.Χ.
Τέσσερις άντρες κυκλοφορούσαν στους δρόμους του Μπραν. Αγνοούσαν το αφιλόξενο σκοτεινό τοπίο και το χιόνι που έπεφτε από το απόγευμα και πάγωνε την ατμόσφαιρα και τους ίδιους. Είχαν ντυθεί με βαριά πανωφόρια και είχαν αρματωθεί με κλεμμένα στρατιωτικά, πυροβόλα όπλα. Οι δύο εξ αυτών δεν ήταν ντόπιοι, αλλά είχαν την εκπαίδευση που χρειαζόταν το Μπραν. Ωστόσο, δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά για τους κατοίκους του χωριού, με εξαίρεση την οικογένεια που τους πλήρωνε για να προσέχουν -οι ίδιοι και άλλοι δύο συνάδελφοί τους, που είχαν μείνει στο σπίτι της οικογένειας- τα μέλη και την περιουσία της. Είχαν φύγει από τον στρατό της χώρας τους με το που τους παρουσιάστηκε μια καλύτερη ευκαιρία, δηλαδή ένας εργοδότης που πλήρωνε περισσότερα και που τους παρείχε μια αξιοπρεπή στέγη και όχι τις σκηνές, τις παράγκες ή τα σάπια διαμερίσματα που παραχωρούσε ο στρατός στους άντρες που τον υπηρετούσαν. Είχαν έρθει εδώ, σε αυτό το μικρό μέρος και είχαν την ησυχία τους. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν πλέον ήταν να φυλάνε νυχθημερόν τον εργοδότη και τους συγγενείς του, αρχικά, και την κινητή και ακίνητη περιουσία του μετέπειτα. Μικροπράγματα, αν σκεφτεί κανείς ότι στον στρατό διακινδύνευαν την ζωή τους όλη την ώρα, για ψίχουλα. Εδώ επικρατούσε ηρεμία και γαλήνη. Οι απειλές ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες. Οι ντόπιοι ήταν κάτι αγρότες που κατά βάση κοιτούσαν τη δουλειά τους. Δεν είχαν εχθρικές βλέψεις αναμεταξύ τους, ενώ προς τους ξένους ήταν σχετικά φιλικοί. Οπότε οι πρώην στρατιώτες είχαν ένα εύκολο έργο να φέρουν εις πέρας.
Όλα αυτά, όμως, μέχρι να μάθουν ότι, όσο έλειπαν με τους εργοδότες τους, κάτι είχε συμβεί στο Μπραν. Κάποιοι είχαν χαθεί και ο κόσμος ήταν αναστατωμένος. Αυτή τη στιγμή, υπήρχαν δύο ερημωμένα σπίτια, ενώ και τα ζωντανά των εν λόγω αγνοουμένων είχαν επίσης εξαφανιστεί.
Υπό άλλες συνθήκες, οι πρώην στρατιώτες δεν θα έδιναν μεγάλη σημασία, πέραν από το να αυξήσουν τη φύλαξη των εργοδοτών τους. Αλλά εκείνοι είχαν δώσει συγκεκριμένες εντολές. Οι τέσσερις σωματοφύλακές τους θα περιπολούσαν μαζί με δύο ντόπιους ανά δίωρες βάρδιες, πλήρως εξοπλισμένοι. Οποιαδήποτε ύποπτη παρουσία κυκλοφορούσε στο Μπραν, δηλαδή οποιοσδήποτε άντρας ή οποιαδήποτε γυναίκα δεν ήταν ντόπιος ή ντόπια, θα συλλαμβανόταν πάραυτα και θα οδηγούνταν σε έναν στάβλο, όπου θα έμενε εκεί ως το την επόμενη μέρα, οπότε και θα ανακρινόταν.
Οι σωματοφύλακες είχαν συμφωνήσει, αλλά διαφώνησαν με μια άλλη συμφωνία που είχαν κάνει οι εργοδότες τους με κάποιους από τους ντόπιους. Όμως, δεν είχαν εισακουστεί και πλέον, οι δύο που έμεναν πίσω, στην οικία των εργοδοτών, έπρεπε να φυλάνε και τους συγκεκριμένους φιλοξενούμενους ντόπιους με τις δικές τους οικογένειες. Περισσότερη αγγαρεία, δηλαδή.
Αλλά, όταν το σκέφτηκαν καλύτερα, αποφάσισαν πως εντέλει δεν υπήρχε ιδιαίτερο πρόβλημα. Θα ήταν για μία νύχτα μόνο. Γιατί την επόμενη, οι εργοδότες, οι άρρενες ντόπιοι που έμεναν μαζί τους και οι σωματοφύλακες θα αναλάμβαναν να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση με τις εξαφανίσεις και την υπαίτια αυτών. Διότι υπήρχε μια ύποπτη γυναίκα, που όλοι την αποκαλούσαν Κόμισσα. Υπήρχε αυτή και ένα μέρος απ’ όπου μπορούσαν να ξεκινήσουν τις έρευνές τους.
Προς το παρόν, όμως, είχαν κολλήσει με αυτούς τους δύο ντόπιους, που έτρεμαν σε κάθε βήμα που έκαναν και που οι σωματοφύλακες όφειλαν να τους κρατήσουν ζωντανούς. Αγγαρεία. Αλλά σαφώς προτιμότερη από τη διάλυση πλήθους που εξεγειρόταν επειδή δεν ήθελε η χώρα του να είναι μέρος μιας μεγάλης αυτοκρατορίας. Ή από το να καθαρίζουν τις τουαλέτες της μονάδας.
Οι δύο κάτοικοι του Μπραν, που είχαν αναλάβει την συνοδεία στην τωρινή περιπολία, άφηναν τους ξένους να προπορεύονται. Άλλωστε, εκείνοι είχαν υπάρξει στρατιώτες και επιπλέον ήξεραν τους δρόμους του χωριού, μετά από σχεδόν δέκα χρόνια υπηρεσίας εδώ. Επίσης, αν και αυτό δεν θα το έλεγαν στους ξένους, φοβούνταν για το τι μπορεί να συναντούσαν. Οι φήμες που κυκλοφορούσαν από παλιά, αλλά και όσα ειπώθηκαν σήμερα, είχαν εντείνει τον τρόμο τους. Είχαν συμφωνήσει, βέβαια, να αντιμετωπίσουν την απειλή που έβλαπτε το Μπραν, όμως το να κυκλοφορούν τώρα, μες στην νύχτα… Μόνο τέσσερα άτομα… Δε βοηθούσε και πολύ στο να αναθαρρήσουν.
Ακόμα, οι άλλοι ήξεραν από όπλα και μάχες. Βασικά, αυτό αρκούσε για τους δύο ντόπιους.
Η περίπολος συνέχισε για μια ώρα ακόμα. Έκαναν κύκλους, αναζητώντας οτιδήποτε ύποπτο. Κοιτούσαν τα σπίτια, τους δρόμους, τις περιουσίες των κατοίκων του Μπραν. Την εκκλησία. Τον Καφενέ. Παντού επικρατούσε ησυχία. Καμιά κίνηση μέσα (όσο φαινόταν) ή έξω από τα κτίσματα. Είχαν τα όπλα έτοιμα, αν και, όπως το έβλεπαν οι σωματοφύλακες, δεν θα γινόταν τίποτα. Απλά θα έχαναν τον χρόνο και τον ύπνο τους, έχοντας για παρέα δύο άσχετους, οι οποίοι θα χρειάζονταν μονάχα για αναγνώριση αυτού ή αυτής που ίσως έβρισκαν. Γιατί όσον αφορά οποιαδήποτε ένοπλη σύγκρουση… Απίθανο να κατάφερναν κάτι. Μάλλον θα έτρεχαν με την ουρά στα σκέλια. Και που κυνηγούσαν ζώα; Τι μ’ αυτό; Δεν γίνεσαι στρατιώτης σκοτώνοντας ελάφια ή αγριογούρουνα ή πουλιά.
Οι τέσσερις άντρες προχωρούσαν αμίλητοι, σκεπτόμενοι διαφορετικά πράγματα και καταστάσεις. Έτοιμοι, θεωρητικά, για να επέμβουν αν παρουσιαζόταν κάποια άγνωστη απειλή.
Αλλά δεν θα γινόταν τίποτα.
Αυτό πίστευαν οι δύο πρώην στρατιωτικοί.
Νωρίτερα, την ίδια μέρα
Η ώρα είχε πάει δέκα το πρωί όταν οι πρώτες πόρτες άνοιξαν δειλά-δειλά. Άντρες με προτεταμένα όπλα εμφανίστηκαν και κάλυψαν με το βλέμμα τους την περιοχή γύρω από το σπιτικό τους, τη στιγμή που πίσω τους περίμεναν οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι συγγενείς τους ή και τα παιδιά τους, κρατώντας από ένα σταυρό και ελπίζοντας να έχει τελειώσει το κακό της προηγούμενης νύχτας.
Η ανάσα των κατοίκων έβγαινε ζεστή, για να μετατραπεί αμέσως μετά σε παγωμένη σκόνη. Ο καιρός είχε αλλάξει ξανά, απ’ ό,τι φαινόταν. Το χιόνι έπεφτε στο χωριό σε νιφάδες, σαν μικρές σφαίρες φτιαγμένες από μαλλί προβάτου. Ο δρόμος, όπως και οι σκεπές των κτιρίων, είχε παγιδευτεί κάτω από τη λευκή, συμπαγή λάσπη.
Οι άντρες αντάλλαξαν ματιές και κούνησαν το κεφάλι ο ένας στον άλλο, ρωτώντας και ταυτόχρονα απαντώντας στην ίδια ερώτηση: Πέρασε ο κίνδυνος; Ναι. Αυτό υπέθεταν, δηλαδή, αν έκριναν από την ησυχία που επικρατούσε. Ήταν και πάλι ασφαλείς. Τουλάχιστον, μέχρι να νυχτώσει.
Τα όπλα, όμως, δεν κατέβηκαν, ούτε τοποθετήθηκαν ξανά στην θέση τους. Πρώτα, έπρεπε να γίνουν οι απαραίτητες έρευνες στα χωράφια και στα ζωντανά που είχαν οι κάτοικοι. Αν μη τι άλλο, ήξεραν πως δεν είχαν χαθεί μόνο οι Μπενγκέσκου, αλλά και τα σκυλιά, οι κότες, τα λίγα αιγοπρόβατα και τα άλογά τους. Από την κάθε οικογένεια, λοιπόν, ένας άντρας και ο μεγαλύτερος γιος του (αν είχε) προχώρησαν με την κουκούλα να καλύπτει το κεφάλι και τα όπλα τους δεσμευμένα στις γροθιές τους. Το έδαφος δυσκόλευε την πορεία τους, μα εκείνοι δεν είχαν σκοπό να σταματήσουν. Έκαναν μικρά και αργά βήματα, με το κάθε πόδι να υψώνεται με κόπο και να κατεβαίνει σαν να έπεφτε από την κορυφή του καμπαναριού της εκκλησίας. Ή από τον πιο ψηλό πύργο του κάστρου, σκέφτηκαν μερικοί.
Όσο γίνονταν οι έρευνες, πίσω στα σπίτια οι εναπομείναντες συγγενείς είχαν κλείσει τις πόρτες και είχαν μαζευτεί όλοι σε ένα δωμάτιο, αγκαλιασμένοι και με μερικά κεριά να φωτίζουν το χώρο και να τους παρέχουν λίγη ζεστασιά. Ανέμεναν με αγωνία να επιστρέψουν οι άνθρωποί τους σώοι και τα σκυλιά να παραμείνουν ήρεμα. Δεν μιλούσαν. Οι μόνοι ήχοι προέρχονταν από τα παιδιά που προσπαθούσαν να κουνηθούν, να ξεφύγουν από έναν χώρο που ασφυκτιούσε από κόσμο -ειδικά στα σπίτια που είχαν πάνω από δύο παιδιά και μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους- και να παίξουν. Επίσης, από τα μωρά που είτε τρέφονταν από την μητέρα τους, είτε έκλαιγαν μέχρι να ταϊστούν και να κοιμηθούν ξανά.
Ο χρόνος περνούσε, όλοι το ήξεραν, και αυτοί που ήταν έξω και όσοι είχαν μείνει στην ασφάλεια των κατοικιών, αλλά την ίδια στιγμή τους φαινόταν λες και είχε επηρεαστεί και αυτός από την κρύα ατμόσφαιρα. Στο νου αρκετών έμοιαζε με τραυματισμένο ελάφι που προχωράει με δυσκολία, αναζητώντας απεγνωσμένα καταφύγιο ή άλλα ελάφια.
Όταν το ρολόι στην εκκλησία σήμανε μισή ώρα μετά τις δέκα, οι περισσότεροι από τους κατοίκους του Μπραν γνώριζαν λίγο-πολύ όσα είχαν διαπιστώσει και την προηγούμενη μέρα: πως τα ζωντανά τους ήταν ασφαλή και πως δεν υπήρχαν ίχνη από άλλα ζώα. Άρα, ό,τι και να είχε συμβεί δεν είχε επηρεάσει τις έστω και μικρές περιουσίες τους, ούτε τους ίδιους. Οπότε δεν συνέτρεχε και λόγος ανησυχίας.
«Έτσι δεν είναι, πάτερ;» ρώτησε η Στεφανία Βλαντιμιρέσκου, που, μετά από άδεια των γονιών της, είχε σπεύσει να πει τα νέα στον πατέρα Στεφάν και στην Ντανιέλα. Κάθονταν και οι τρεις στην κουζίνα του σπιτιού, με το τσάι να αχνίζει και να ευωδιάζει. Η κοπέλα κοιτούσε μια τον ιερέα και μια την σύζυγό του, σαν να περίμενε να της εκπληρώσουν την πιο μύχια επιθυμία της.
«Ναι. Έτσι φαίνεται. Ο Θεός μάς προστάτευσε» απάντησε η Ντανιέλα, αντί του Στεφάν. Το χαμόγελό της, σε σχέση με αυτά που είπε, θα φαινόταν παράταιρο σε κάποιον άλλο, πιο υποψιασμένο, όμως η Στεφανία ήθελε -ή, πιο σωστά, είχε ανάγκη– να πιστέψει πως δεν θα ζούσε για όλη την υπόλοιπη μέρα μες τον τρόμο.
Δεν έτρεφαν αυταπάτες. Όπως και όλοι όσοι είχαν ζήσει για πάνω από τριάντα χρόνια στο Μπραν. Η αναστάτωση των σκυλιών δεν ήταν τυχαία. Το ότι συνέβαινε μόνο βράδυ ήταν εξίσου ύποπτο. Η εξαφάνιση των Μπενγκέσκου συνέβαλε κι αυτή στην ιστορία που είχε ξεκινήσει να εκτυλίσσεται στον τόπο τους.
«Στεφανία» είπε ο ιερέας «μπορείς να πεις σε όλους ότι θέλω να βρεθούμε στον ναό;»
«Ναι, πάτερ, θα πάω».
«Πες τους να έρθουν στις δώδεκα».
«Εντάξει». Κινήθηκε προς την πόρτα, αλλά σταμάτησε. «Πάντως, χαίρομαι που είμαστε καλά. Είναι τόσο ωραίο».
Δεν της απάντησαν λεκτικά, παρά κατένευσαν.
Όταν έφυγε η μικρή, ο Στεφάν είδε την Ντανιέλα να έχει καρφώσει την ματιά της στην εικόνα του αγίου Φανουρίου, που είχαν κρεμάσει στον ένα τοίχο, δίπλα από την εικόνα με τον Μυστικό Δείπνο. Την άφησε να συλλογιστεί καλά αυτό που θα έλεγε στη συνέχεια, ενώ ο ίδιος αναρωτιόταν τι θα μπορούσε να πει όχι μόνο στην ίδια του τη σύζυγο, αλλά και στον κόσμο που θα ήθελε από αυτόν έναν λόγο παρηγοριάς, στήριξης και, πάνω απ’ όλα, ελπίδας. Γιατί αυτά θα περίμεναν από τον εκπρόσωπο του Θεού, να είναι εκεί, δίπλα τους, για να τους καθοδηγήσει.
Πώς να ξεκινούσε την ομιλία του άραγε; Ο Θεός θα είναι δίπλα μας. Δεν θα μας αφήσει μόνους σε αυτή τη δύσκολη στιγμή. Θα μας δώσει τη δύναμη να αντιμετωπίσουμε το Κακό που…
«Στεφάν;» διέκοψε τον ειρμό των σκέψεών του η Ντανιέλα.
… Μην ανησυχείτε, αγαπητοί μου και αγαπητές μου. Έχουμε τις ευλογίες Του. Είμαστε χριστιανοί, προσευχόμαστε σε Αυτόν. Μας ακούει, να μην αμφιβάλλετε ως προς αυτό. Είναι εδώ, μαζί μας. Πάντα κοντά στους πιστούς και τις πιστές Του. Δεν εγκαταλείπει το ποίμνιό Του. Το Μπραν…
«Είναι ακόμα όλοι εδώ; Στο σπίτι τους; Μήπως επέστρεψαν και οι Μπενγκέσκου;»
… Το Μπραν… δεν θα… χαθεί.
«Στεφάν;»
Την κοίταξε. Είδε στο βλέμμα της την αδυναμία που κατέβαλλε το σώμα και την ψυχή της. Άλλωστε, τα ένιωθε και ο ίδιος. Από τη στιγμή που άκουσε τα σκυλιά να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, πριν πολλές ώρες. Από τότε που είδε τον Λούκα και τον γιο του και όλους τους άλλους να τρέχουν μες στο σκοτάδι. Και, κυρίως, από την ώρα που, λίγο πριν κοιμηθεί, δεν έλαβε (πάλι) κανενός είδους απάντηση από τον Κύριο στις προσευχές του.
Αλλά θα έχω απάντηση. Όλοι θα έχουμε. Ο Κύριος απαντάει. Αργά ή γρήγορα, θα μάθουμε.
«Τι νομίζεις;» ρώτησε η Ντανιέλα με βραχνιασμένη φωνή. «Ήταν όλοι ασφαλείς χθες;»
Ελπίδα. Παρηγοριά. Ακόμα και αν ξέρει βαθιά μέσα του ο άνθρωπος πως κάτι άσχημο θα έχει συμβεί, έχει την ικανότητα να απομακρύνει αυτή τη σκέψη, να μειώσει την αξία και την επίδρασή της σε αυτόν.
«Το ελπίζω, Ντανιέλα» απάντησε ο Στεφάν. «Το ελπίζω».
Στις έντεκα και δέκα, κοντά στα σαράντα λεπτά από τη στιγμή που το χωριό άρχισε να αποκτά ξανά ζωντάνια, τον κεντρικό δρόμο του Μπραν διέσχισαν δύο άμαξες. Τα άλογα προχωρούσαν στο χιόνι με άνεση, ενώ οι άντρες που τα χειρίζονταν, τέσσερις Ούγγροι πρώην ουσάροι και νυν σωματοφύλακες, είχαν μια βλοσυρή έκφραση στο πρόσωπό τους που φανέρωνε τις προθέσεις τους προς οποιονδήποτε πιθανό εχθρό. Δίπλα τους είχαν στερεώσει ένα τουφέκι Μάνλιντσερ, ενώ στην ζώνη τους είχαν ένα πιστόλι Γκάσερ και το σπαθί τους.
Στο εσωτερικό της πρώτης άμαξας, επενέβαιναν τα μέλη της οικογένειας του Βέλκαν Τσομπάνου, δηλαδή η γυναίκα του, οι δίδυμες κόρες του και οι γονείς του, ενώ στη δεύτερη είχαν τοποθετήσει τις αποσκευές τους. Η οικογένεια επέστρεφε από το πατρικό σπίτι της Εμιλιάνα Τσομπάνου στο Μπρασώφ, όπου είχαν πάει για να επισκεφτούν την μητέρα της, η υγεία της οποίας είχε κλονιστεί από τον θάνατο του συζύγου της. Έμειναν για τριάντα μέρες, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα ψυχοφθόρες για όλους, με τα παιδιά, την Λία και την Αντελίνα, να επηρεάζονται πιο πολύ, καθώς έβλεπαν την μητέρα και την γιαγιά τους να σωριάζονται σε μια καρέκλα ή να ξαπλώνουν και να κλαίνε και να είναι δυστυχισμένες, τη στιγμή που η μητέρα του Βέλκαν, η Ιούλια, προσπαθούσε να παρηγορήσει την Εμιλιάνα και τις μικρές, αλλά και να πενθήσει κι αυτή. Από την άλλη, ο ίδιος ο Βέλκαν και ο πατέρας του, ο Ντράχοσλαβ, ήταν δίπλα στις γυναίκες μεν, αλλά κράτησαν και τις αποστάσεις τους, «γιατί αυτό κάνουν οι άντρες», όπως έλεγε ο Ντράχοσλαβ. «Συμπάσχουν, χωρίς να παρασυρθούν. Οι υπερβολές είναι για τις γυναίκες». Ο Βέλκαν, έχοντας «μαθητεύσει» για τέσσερις δεκαετίες κοντά στον πατέρα του, είχε υιοθετήσει σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις του.
Η επιστροφή στο Μπραν ήταν για όλους τους η αλλαγή που χρειάζονταν: η Ιούλια, η Εμιλιάνα και οι μικρές θα ησύχαζαν, αφού δεν θα κατοικούσαν πλέον σε ένα σπίτι που θα τους θύμιζε συνεχώς τον νεκρό, ενώ ο Βέλκαν και ο Ντράχοσλαβ θα ήλεγχαν από κοντά τα κτήματα και την περιουσία τους συνολικά. Όσο έλειπαν είχαν αφήσει τον Σεραφείμ Καρατζιάλε να επιβλέπει τους εργάτες και να προσέχει μην μπει κανένας στο σπίτι. Του είχαν εμπιστοσύνη, «αλλά», σύμφωνα με τον πρεσβύτερο Τσομπάνου, «ο καθένας πρέπει να κάνει ο ίδιος κουμάντο στο κτήμα του».
Καθώς οι άμαξες περνούσαν από τον κεντρικό δρόμο, η δεκάχρονη Λία παραμέρισε την κουρτίνα του παραθύρου και κοίταξε έξω. Είδε λίγους ανθρώπους να στέκουν ή να περπατάνε γρήγορα, σαν να έπαιζαν και να βιάζονταν να κρυφτούν. Κάποιοι, κυρίως άντρες, κρατούσαν από ένα όπλο, ενώ οι γυναίκες κρατούσαν κοντά στο σώμα τους τα παιδιά τους.
«Μαμά, γιατί κάνουν έτσι;» ρώτησε η Λία.
Η Εμιλιάνα έριξε απλώς μια ματιά. Το μόνο που είδε ήταν μερικές κινούμενες σκιές, χωρίς εμφανή χαρακτηριστικά. «Δεν ξέρω, καρδιά μου» απάντησε και έσφιξε το πανωφόρι της γύρω από τους ώμους της. Αν την έβλεπε κάποιος για πρώτη φορά χωρίς το μαντήλι που στεφάνωνε την κόμη της, θα πρόσεχε αμέσως τις γκρίζες τρίχες των ξανθών μαλλιών της και το πρόωρα γερασμένο πρόσωπό της, και θα έλεγε ότι πρέπει να ήταν κοντά στα πενήντα, ενώ η Εμιλιάνα ήταν τριάντα εφτά χρονών. Μαύροι κύκλοι υπήρχαν κάτω από τα γαλάζια μάτια της, τη στιγμή που η μπλούζα, η μακριά φούστα και το γιλέκο της φαίνονταν πολυκαιρισμένα.
Η Αντελίνα έσπευσε κι αυτή να δει. Έσπρωξε την αδερφή της, η οποία διαμαρτυρήθηκε.
«Κορίτσια» είπε ο Ντράχοσλαβ. «Ηρεμήστε. Τώρα». Παρέμενε ακόμα ένας δυνατός άντρας, με τον ίδιο αυταρχικό χαρακτήρα που είχε χτίσει από παιδί. Ασχολιόταν μόνο με όσα «έχουν σημασία», δηλαδή την ασφάλεια των μελών της οικογένειας και την προστασία της περιουσίας «από τον άντρα του σπιτιού». Συνήθως, φορούσε φαρδύ παντελόνι, μαύρη ζώνη, λευκό πουκάμισο, μαύρο γιλέκο και μπότες, ενώ στο κεφάλι είχε το αγαπημένο του μαύρο τσόχινο καπέλο σε σχήμα κώνου. Τα ρούχα του ήταν κατά βάση ατημέλητα, αφού ο ίδιος ο Ντράχοσλαβ θεωρούσε πως οποιαδήποτε περαιτέρω περιποίησή τους θα ήταν περιττή, αν όχι «γυναικεία».
«Μα, παππού, δεν μ’ αφήνει να δω» είπε η Αντελίνα.
«Δεν υπάρχει κάτι να δείτε, μικρή. Σωπάστε».
Η Αντελίνα απευθύνθηκε στον πατέρα της «Μπαμπά, πες στην Λία να μ’ αφήσει κι εμένα. Θέλω να δω».
Ο Βέλκαν γύρισε θυμωμένος προς τα κορίτσια. Είπε «Λία, κάνε στην άκρη. Και μην ακούσω άλλη λέξη από τις δυο σας μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι».
Οι κόρες του τον υπάκουσαν. Γιατί ήξεραν τι θα γινόταν αν τον εκνεύριζαν κι άλλο.
«Τις κακομαθαίνεις, Βέλκαν. Δεν πρέπει να τους κάνεις όλα τα χατίρια. Σίγουρα, όχι τα ανούσια» σχολίασε ο Ντράχοσλαβ. Περίμενε από την Εμιλιάνα να παρέμβει, να πάρει το μέρος των κοριτσιών, αλλά εκείνη δεν μίλησε.
«Το έχω υπόψη μου, πατέρα».
«Αλήθεια, γιε μου; Μακάρι. Μακάρι».
Κανείς δεν σταμάτησε τις άμαξες, ούτε χαιρέτισε τους Ούγγρους ή τις μικρές Τσομπάνου που κοιτούσαν με περιέργεια από το παράθυρο. Άφησαν τα άλογα να πορευθούν, κατ’ ουσίαν αδιαφορώντας γι’ αυτά ή για τους επιβάτες που κρύβονταν στο εσωτερικό της μιας άμαξας. Το αυτό ίσχυε και για τον Βέλκαν και τους συγγενείς του, αλλά για διαφορετικούς λόγους.
Στο μεταξύ, η Στεφανία είχε πάει με την οικογένειά της στην εκκλησία, για να την προετοιμάσουν για την επικείμενη συνάντηση. Καθάρισαν το χώρο, έφτιαξαν τις καρέκλες και άναψαν μερικά κεριά, για να υπάρχει μια υποτυπώδης ζεστασιά. Φυσικά, δεν παρέλειψαν να προσευχηθούν στους αγίους και στον Θεό, ζητώντας τη βοήθειά τους.
Για την νεαρή κόρη του Λούκα και της Κορνέλια Βλαντιμιρέσκου, ήταν απορίας άξιο που ο Μεγαλοδύναμος, η Παναγία και οι άγιοι δεν ανταποκρίνονταν την ίδια στιγμή που κάποιος προσευχόταν σε αυτούς. Της φαινόταν και λίγο αγενές, αλλά αυτό είχε πάψει να το λέει. Μόνο το σκεφτόταν ενίοτε. Γιατί, όταν το είχε αναφέρει στον πατέρα Στεφάν, εκείνος της είχε πει ότι ήταν αμαρτία να σκέφτεται έτσι. «Αλλά είναι κατανοητή αμαρτία» σχολίασε μετά. «Είσαι παιδί, είναι λογικό να σκέφτεσαι με αυτό τον τρόπο. Να ξέρεις, καλή μου Στεφανία, πως ο Θεός πάντα απαντάει. Πάντα. Όχι όπως απαντάω εγώ σε εσένα τώρα, αλλά με τον δικό Του τρόπο, όποτε κρίνει ότι έχει έρθει η κατάλληλη στιγμή».
Η Στεφανία δεν το είχε πει στον ιερέα, ούτε τότε, ούτε άλλη φορά, αλλά και πάλι θεωρούσε πως θα έπρεπε ο Θεός να απαντάει αμέσως στο κάλεσμα των πιστών Του. Δεν είναι ευγενικό να μην μιλάς στον άλλο ενώ ζητάει κάτι από εσένα, σκεφτόταν κάπου-κάπου.
Πόσω μάλλον τώρα, που κάτι συμβαίνει στο Μπραν. Τώρα χρειαζόμαστε απαντήσεις. Η κοπέλα κοίταξε την μητέρα και τον αδερφό της, που είχαν γονατίσει μπροστά στην εικόνα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου. Μετά, γύρισε προς τον πατέρα της που έστεκε κοντά στην κλειστή πόρτα του ναού, με το τουφέκι του περασμένο στον ώμο, τα χέρια σφιγμένα σε μία γροθιά και τα μάτια κλειστά, σαν να ήταν μαθητής που συγκεντρωνόταν για να απαντήσει στο δάσκαλό του. Η Στεφανία ένιωθε καλά που οι δικοί της και όλοι οι κάτοικοι του Μπραν και τα ζωντανά τους δεν είχαν πάθει κάτι από… ό,τι συνέβη την προηγούμενη νύχτα.
Όλοι; Είναι όλοι καλά;
Τότε, στο μυαλό της ήρθαν η Μαριάννα και η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου και το σπίτι τους, όπως και τα λιγοστά ζωάκια που τους είχε αφήσει αμανάτι ο αποθανών Μιχαήλ. Η Στεφανία κάθισε σε μια καρέκλα, νιώθοντας μια παράλογη κάψα να απλώνεται στο στήθος της. Όλοι τους αγνοούνταν. Το σπίτι ήταν έρημο. Εκείνο το ωραίο και γερό κάρο, εξαφανισμένο. Τι είχε συμβεί, κανείς δεν ήξερε να πει με σιγουριά. Είχε ακούσει, βέβαια, κάποιους συνωμοτικούς ψιθύρους, κυρίως από τους γονείς της, τα ξημερώματα, που εκείνοι νόμιζαν ότι η Στεφανία και ο αδερφός της, ο Σάντου, επιτέλους είχαν κοιμηθεί.
Το κάστρο. Η πυργοδέσποινά του, την οποία είχαν αποκαλέσει Κόμισσα, σαν να ήταν αυτό το όνομα και το επώνυμό της. Και το αίμα, μια «παλιά κατάρα που δεν θα έσβηνε ποτέ». Έτσι είχε πει ο Λούκα και η Κορνέλια είχε ψελλίσει «Μην λες τέτοια. Σε παρακαλώ. Δεν αντέχω στη σκέψη πως μπορεί εκείνη η μάγισσα να κυνηγήσει κάποιον από εμάς. Και ειδικά, τα παιδιά».
Η Κόμισσα που ζούσε στο κάστρο από παλιά ήταν «μάγισσα». Η Στεφανία, κρυμμένη στο διάδρομο που συνέδεε το καθιστικό και τα υπνοδωμάτια, είχε αναρωτηθεί αν οι γονείς της σοβαρολογούσαν. Όμως, αργότερα το πρωί, καθώς περιφερόταν από πόρτα σε πόρτα για να πει σε όλες τις οικογένειες για την συνάντηση στην εκκλησία, άκουσε και άλλους να μιλάνε για αυτή την κατάρα του Μπραν.
Άραγε, τι να πιστεύει ο πατήρ Στεφάν γι’ αυτή την ιστορία;
Μετά, ξανά η ίδια ερώτηση: Είναι όλοι καλά;
Πλέον, δεν μπορούσε να το πει αυτό. Γιατί, εκτός από τις Μπενγκέσκου, δεν είχαν ανοίξει την πόρτα ούτε οι Μολντοβάνου. Όσο κι αν είχε επιμείνει, όσο κι αν φώναζε και να χτυπούσε, δεν είχε δει ή ακούσει ούτε τον Νάντρου, ούτε την Ροζάλια, ούτε τον Αρσένιε.
Κοίταξε προς το τέμπλο του ναού. Πάνω από το βήμα της Ωραίας Πύλης, μέσα σε ένα τριγωνικό σχήμα υπήρχε ζωγραφισμένο ένα μάτι, ενώ γύρω του είχαν σχεδιαστεί κίτρινες γραμμές, σαν ηλιοφώτιστες ράβδοι. Έπειτα, είδε τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
Ανάσανε και σκούπισε το μέτωπό της από τον ιδρώτα της, ενώ έσαξε και το μαντήλι της που είχε μουσκευτεί.
Είναι… όλοι… καλά;
Περίμενε.
Καμιά κίνηση.
Καμιά φωνή.
Καμιά απάντηση.
Όσο οι Βλαντιμιρέσκου ήταν στον ναό και η Στεφανία προβληματιζόταν για τις οικογένειες των Μπενγκέσκου και Μολντοβάνου, αλλά και για την πίστη της, οι άμαξες των Τσομπάνου έφτασαν στο μοναδικό σπίτι του χωριού που είχε πρώτο όροφο, κήπο με περίφραξη και δύο σκυλιά για φύλακες, και ήταν φτιαγμένο με σκυρόδεμα –εξαιρουμένης της εκκλησίας, που είχε ανακαινιστεί πριν μερικά χρόνια. Οι δύο από τους τέσσερις Ούγγρους πήραν τα κλειδιά και το τουφέκι και μπήκαν στον περιβάλλοντα χώρο του οικήματος και κατευθύνθηκαν προς την πόρτα. Τα αγαπημένα σκυλιά του Ντράχοσλαβ έσπευσαν να τους μυρίσουν και, αφού τους αναγνώρισαν, να τους καλωσορίσουν, όμως οι άντρες τα παραμέρισαν. Μπήκαν στο σπίτι και το έψαξαν όλο, για να σιγουρευτούν ότι δεν υπήρχε κάποια απειλή. Δεν περίμεναν να βρουν κάτι, αλλά ο Ντράχοσλαβ είχε πείσει τον γιο του να παίρνει κάθε δυνατή προφύλαξη, «γιατί ο Σατανάς βάζει πονηρές ιδέες στους ανθρώπους. Ειδικά, σε όσους δεν έχουν πού την κεφαλήν κλίναι». Ο Βέλκαν δεν συμφωνούσε και πολύ σε αυτό, δεν είχε δει κανένα σημάδι στους συγχωριανούς τους ότι θα έκαναν κάτι κακό στον οποιονδήποτε, αλλά ο Ντράχοσλαβ είχε πει ότι «ή κάνεις ό,τι λέω ή μένεις σε δικό σου σπιτικό. Λοιπόν, τι λες, μικρέ;»
Αφού βγήκαν ξανά στον κήπο οι δύο Ούγγροι και είπαν πως δεν υπήρχε κίνδυνος, οι συνάδελφοί τους βοήθησαν τους Τσομπάνου να κατέβουν από την άμαξα και κουβάλησαν τις αποσκευές. Ο ένας από τους Ούγγρους έμεινε έξω από το σπίτι, για να προσέχει τις άμαξες.
Τα κορίτσια έτρεξαν αμέσως στο δωμάτιό τους, με την μητέρα και την γιαγιά τους να πηγαίνουν με πιο αργά βήματα στο δικό τους. Ο Βέλκαν και ο Ντράχοσλαβ έριξαν λίγο νερό στο πρόσωπό τους και μετά, ακολουθούμενοι από δύο σωματοφύλακες, έφυγαν για να ελέγξουν τα χωράφια και τα ζώα που διέθεταν. Συνάντησαν μερικούς συγχωριανούς τους, οι οποίοι τους χαιρέτισαν, αλλά φαίνονταν πολύ βιαστικοί.
«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε έναν ο Ντράχοσλαβ.
«Έχουμε συνάντηση στην εκκλησία. Στις δώδεκα».
«Αλήθεια; Γιατί;»
Ο άντρας ξεροκατάπιε και κοίταξε γύρω του, ανήσυχος. Έπειτα, ψιθύρισε «Έχουν χαθεί οι Μπενγκέσκου. Ξέρετε, η Μαριάννα και η Μαγκνταλένα. Τη νύχτα που χάθηκαν, τα σκυλιά γάβγιζαν σαν να είχε κατέβει ο ίδιος ο Διάβολος. Το ίδιο έγινε και χθες, κακός χαμός για πολλές ώρες».
Ο Βέλκαν με τον Ντράχοσλαβ αντάλλαξαν μια ματιά, καταλαβαίνοντας πού το πήγαινε ο χωρικός, ενώ οι Ούγγροι σωματοφύλακες ήρθαν πιο κοντά στα αφεντικά τους.
«Χάθηκε κανείς άλλος χθες;» ρώτησε ο Βέλκαν.
«Α, δεν ξέρω. Αλλά πιστεύω ότι θα το πουν στην συνάντηση. Εγώ πάντως, καλού-κακού, κουβαλάω πάντα μαζί μου το μαχαίρι του παππού μου και το βράδυ έχω δίπλα μου το τσεκούρι μου. Και προσεύχομαι στον Ύψιστο. Έχω γυναίκα και παιδιά, τρέμω μην μου πάθουν τίποτα».
Οι Τσομπάνου ευχαρίστησαν τον άντρα και προχώρησαν προς το σπίτι των Καρατζιάλε. Ήθελαν να έρθει μαζί τους ο Σεραφείμ, ούτως ώστε να τους πει και να τους αποδείξει ότι όλα ήταν εντάξει όσο έλειπαν ή, αν κάτι είχε γίνει λάθος, να φροντίσουν να δουν πώς θα δικαιολογηθεί. «Γιατί» σύμφωνα με τον Ντράχοσλαβ «όταν αναλαμβάνεις μια υποχρέωση, πρέπει να την κάνεις σωστά. Αλλιώς θα πρέπει να υποστείς τις συνέπειες».
Την πόρτα άνοιξε η γυναίκα του Σεραφείμ, η Βιολέτα, που, στα σαράντα της παρέμενε όμορφη και λυγερή, όπως την είχε παντρευτεί κάποτε ο Καρατζιάλε. Από το εσωτερικό, έρχονταν διάφορες μυρωδιές φαγητού που έβραζε. «Ω, γεια σας! Κύριε Ντράχοσλαβ, κύριε Βέλκαν» είπε και προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά ήταν φανερό πως δεν θα το κατάφερνε. «Καλώς ήρθατε στα πάτρια εδάφη».
«Καλώς σας βρήκαμε, Βιολέτα. Είναι εδώ ο σύζυγός σου;» είπε ο Βέλκαν.
«Ναι, εδώ είναι».
«Τον φωνάζεις, σε παρακαλώ; Θέλουμε να του μιλήσουμε».
«Ναι, ναι, φυσικά». Γύρισε και φώναξε τον άντρα της.
Ο Σεραφείμ, ένας παχύς άντρας με πρόσωπο μονίμως κοκκινισμένο, εμφανίστηκε μετά από λίγο. Στη ζώνη του παντελονιού του είχε ένα μαχαίρι και το πιστόλι που του είχαν δώσει οι Τσομπάνου την πρώτη μέρα που ανέλαβε υπηρεσία. Το δικό του χαμόγελο ήταν λιγότερο συγκρατημένο και αμιγώς ειλικρινές. «Αγαπητοί μου κύριοι, καλώς ήρθατε!» είπε.
«Καλώς σας βρήκαμε, Σεραφείμ. Πάμε προς τα χωράφια και θέλουμε να έρθεις μαζί μας, για να μας ενημερώσεις».
«Ω» έκανε ο άντρας έκπληκτος. «Εμ, ξέρετε, έχουμε συνάντηση σε λίγο, στην εκκλησία. Ετοιμαζόμασταν να φάμε και να πάμε εκεί».
«Θα είμαστε πίσω πριν την συνάντηση» είπε ο Ντράχοσλαβ. «Μπορείς να φας μετά. Είσαι μεγάλος άντρας. Θα αντέξεις».
Ο Σεραφείμ κατάλαβε ότι ο πρεσβύτερος Τσομπάνου δεν είχε διάθεση για να συζητήσει οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο, πέραν από αυτό που ήθελε. Και τον είχε δει εκνευρισμένο, πώς αντιδρούσε, τι έλεγε –τι διαταγές έδινε στους Ούγγρους, αν απογοητευόταν. Ο Σεραφείμ την ήθελε αυτή τη δουλειά. Όσο σκληροί άνθρωποι και να ήταν οι Τσομπάνου -τουλάχιστον, οι άρρενες, γιατί η Εμιλιάνα, η Ιούλια και οι μικρές δεν συμπεριφέρονταν έτσι-, όφειλε να παραδεχτεί ότι πλήρωναν καλά και ένιωθε τυχερός που είχαν διαλέξει αυτόν. Οπότε κατένευσε –άλλωστε, δεν είχε και τίποτα να κρύψει ή να φοβηθεί, μιας και οι δουλειές είχαν πάει εξαιρετικά. «Ναι, φυσικά». Είπε στην γυναίκα του ότι δεν θα αργούσε και βγήκε από το σπίτι.
Η συνάντηση δεν ξεκίνησε στις δώδεκα, αλλά οι περισσότεροι κάτοικοι του Μπραν κατέφτασαν στην εκκλησία εκείνη την ώρα. Άναψαν κερί, προσκύνησαν τις εικόνες, φίλησαν το χέρι του πατέρα Στεφάν και μετά κάθονταν οι άντρες και τα μικρότερα αγόρια στη μια πλευρά και τα κορίτσια με τις γυναίκες, μερικές από τις οποίες είχαν τα μωρά στην αγκαλιά τους, στην άλλη. Ο ιερέας και η σύζυγός του είχαν ξεχωρίσει δύο καρέκλες, τις οποίες η Στεφανία είχε τοποθετήσει κοντά στην Ωραία Πύλη. Ο Στεφάν είχε προτείνει να περιμένουν λίγο ακόμα, μέχρι να έρθουν και οι υπόλοιποι, κάτι που όντως συνέβαινε, καθώς η πόρτα του ναού άνοιξε και έκλεισε αρκετές φορές μετά την ανακοίνωση.
Μερικοί κοιτούσαν πίσω τους, όταν άκουγαν το τρίξιμο των μεντεσέδων. Χαίρονταν που έβλεπαν γνώριμα πρόσωπα, αλλά λυπόνταν κιόλας. Γιατί δεν έβλεπαν την Μαριάννα και την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου. Και, έπειτα από τους τελευταίους αφιχθέντες, συνειδητοποίησαν ότι δεν είχαν δει ούτε τους Μολντοβάνου. Γεγονός που τους άγχωσε κι άλλο και τους έκανε να ρίξουν ματιές προς τους οικείους τους που κάθονταν είτε δίπλα τους είτε στην απέναντι πλευρά, για να σιγουρευτούν ότι είναι καλά.
Ωστόσο, ο ναός γέμισε από κόσμο. Όπως συνέβαινε στις μεγάλες γιορτές. Ή στις βροχερές μέρες του θανάτου κάποιου αγαπημένου κατοίκου –με τελευταίο επιβεβαιωμένο νεκρό τον Μιχαήλ Μπενγκέσκου. Όλοι είχαν καθίσει, εκτός από τους δύο Ούγγρους σωματοφύλακες, που ακουμπούσαν στον τοίχο κοντά στους δύο παρόντες Τσομπάνου, δηλαδή τον Βέλκαν και τον Ντράχοσλαβ -τα κορίτσια, η μητέρα και η γιαγιά τους δεν είχαν έρθει και, κατά τον Ντράχοσλαβ, «δεν χρειάζεται κιόλας. Θα αναλάβουμε εμείς»-, οι οποίοι κάθονταν στην μπροστινή σειρά στην μεριά των αντρών.
Ο Στεφάν και η Ντανιέλα αλληλοκοιτάχτηκαν. Άκουγαν τους πιστούς και τις πιστές να ψιθυρίζουν αναμεταξύ τους και να αγκαλιάζουν σφιχτά τα παιδιά τους, τα οποία έδειχναν να νιώθουν άβολα, μιας και, όπως το πρωί, ήταν περικυκλωμένα από μεγάλους και δεν μπορούσαν να παίξουν. Κάποια διαμαρτυρήθηκαν, ζήτησαν να βγουν έξω, αλλά οι γονείς τους δεν τα άφησαν.
Όταν οι καμπάνες ανήγγειλαν ότι είχε περάσει μισή ώρα ακόμη, δηλαδή είχαν δώδεκα και μισή το μεσημέρι, ο πατήρ Στεφάν είπε «Αγαπητοί μου. Αγαπητές μου. Νομίζω ότι μπορούμε να ξεκινήσουμε τώρα».
Οι συζητήσεις έπαψαν. Όλοι και όλες έστρεψαν το βλέμμα τους προς τον ιερέα.
Σαν να περιμένουν να μεταλάβουν. Ο Στεφάν έσφιξε τη μαγκούρα του. Ξανακοίταξε την Ντανιέλα, που του ένευσε. Της είχε πει τι θα έλεγε στη συνάντηση, λόγια πολύ διαφορετικά από τις σκέψεις που είχε κάνει όταν γευμάτιζαν το πρωί. Η Ντανιέλα είχε συμφωνήσει πως αυτά θα έπρεπε να πει. Έτσι, ο Στεφάν αναστέναξε και άρχισε να μιλάει. «Όπως ξέρετε, τις προηγούμενες δύο βραδιές το Μπραν συγκλονίστηκε από τα επίμονα γαβγίσματα των σκυλιών που έχουμε. Εγώ και η σύζυγός μου δεν ήμασταν εδώ την πρώτη βραδιά, αλλά μας ενημερώσατε και επίσης χθες διαπιστώσαμε και οι ίδιοι πόσο πολύ αναστατώθηκαν τα ζωντανά και πόσο αναστάτωσαν το χωριό μας».
Όλοι συμφώνησαν. Όλοι εκτός από τους Τσομπάνου και τους Ούγγρους.
«Έγιναν έρευνες. Από εσάς. Δε βρέθηκαν ίχνη από ζώα. Ούτε ακούστηκαν ουρλιαχτά λύκων». Ούτε ακούσαμε κραυγές (βρικολάκων) δαιμόνων, σκέφτηκε. «Θα έλεγε κανείς ότι είναι μυστήριο τι έπαθαν τα δύσμοιρα τα ζώα και άρχισαν ξαφνικά τα γαβγίσματά τους. Εγώ ο ίδιος, όταν έμαθα για την πρώτη νύχτα, απόρησα. Αγαπητέ Ιλιέσκου. Στεφόνιου, Μαρτινέσκου. Εσείς μπορείτε να επιβεβαιώσετε την έκπληξή μου, μιας και εσείς μου είπατε τα καθέκαστα».
Οι δύο ηλικιωμένοι και ο ιδιοκτήτης του Καφενέ ένευσαν.
Ο Στεφάν κοίταξε σχεδόν έναν προς έναν τους ανθρώπους που κάθονταν απέναντί του. Ένιωσε σαν να δικαζόταν σιωπηλά από εκείνους. Η ζέστη του χώρου τον ίδρωνε και αναγκάστηκε να χαλαρώσει λίγο τον γιακά του πουκαμίσου που φορούσε κάτω από το ράσο του. Τώρα περνούσε στο πιο δύσκολο κομμάτι της (απολογίας) αφήγησής του.
«Επίσης, χθες μάθαμε ότι η Μαριάννα και η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου δεν είναι στο σπίτι τους. Όπως και τα ζώα τους και το αναμφίβολα πολύ καλό κάρο που είχε φτιάξει ο αποθανών Μιχαήλ Μπενγκέσκου».
Οι κάτοικοι του Μπραν πήραν για λίγο τη ματιά τους από τον ιερέα. Κάποιοι δάκρυσαν, ενθυμούμενοι τον αείμνηστο Μιχαήλ και την τελευταία φορά που τον είχαν δει, νεκρό και αιωνίως σιωπηλό. Η σύνδεση με την εξαφάνιση των αγαπημένων γυναικών της ζωής του ήταν αναπόφευκτη για τους κατοίκους.
«Απ’ όσο ξέρουμε» συνέχισε ο Στεφάν «οι δύο συγχωριανές μας δεν έχουν εμφανιστεί ακόμα. Η τελευταία φορά που εθεάθη κάποια από αυτές ήταν το απόγευμα της Τρίτης, 22 Φεβρουαρίου, και συγκεκριμένα στις έξι. Η κυρία Ντουμιτρίτα Κοβάτσι ήταν αυτή που είδε την Μαριάννα Μπενγκέσκου».
Η γυναίκα επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του ιερέα, λέγοντας «Σωστά, έτσι έγινε. Χρειαζόμουν λίγο αλεύρι και πήγα στο σπίτι τους. Μου άνοιξε η Μαριάννα. Της είπα τι ήθελα και εκείνη μου έδωσε από το αλεύρι της. Μετά την καληνύχτισα, της είπα να δώσει τους χαιρετισμούς μου στην Μαγκνταλένα και έφυγα». Ανασήκωσε τους ώμους της.
«Σας ευχαριστώ, κυρία Κοβάτσι. Οπότε…»
«Δεν τις ξαναείδα» συνέχισε η Ντουμιτρίτα, βγάζοντας ένα μαντήλι και φυσώντας τη μύτη της. «Δεν ξαναείδα καμιά τους. Θεέ μου, ω, καλέ μου Θεέ».
Κι άλλοι άρχισαν να κλαίνε. Τα παιδιά κουνούσαν το χέρι της μητέρας ή του πατέρα τους, ζητώντας να σταματήσει. Ο Βέλκαν, ο Ντράχοσλαβ, οι Ούγγροι και μερικοί ακόμα από τους κατοίκους διατήρησαν την ψυχραιμία τους.
Η Ντανιέλα έπιασε το χέρι του Στεφάν και το έσφιξε με στοργή. Ήξερε πως τα επόμενα λόγια του άντρα της θα συγκλόνιζαν αρκετούς συγχωριανούς τους, που αγνοούσαν τις εξελίξεις.
Ο Στεφάν θυμήθηκε ξανά τα λόγια του επιτρόπου. Θα πρέπει να είσαι εκεί, πάτερ. Να είσαι εκεί και να παλέψεις για το Μπραν. Πώς θα μπορούσε να παλέψει, όμως; Ήταν ένας ηλικιωμένος, αδύναμος άντρας, που βασιζόταν στην αγάπη της συζύγου και στην βοήθεια του Θεού, για να ανταπεξέλθει. Για την Ντανιέλα, δεν αμφέβαλλε, βέβαια, ποτέ δεν τον άφησε και πάντα του συμπαραστεκόταν. Αλλά ο Θεός…
Πού ήταν ο Θεός τώρα;
Γιατί αυτές τις δύσκολες ώρες ένιωθε να χάνει την πίστη του; Αυτές τις μέρες ήταν που θα έπρεπε να νιώθει πως ο Κύριος ήταν δίπλα του και θα ήταν κοντά στους πιστούς Του. Γιατί αυτή η δεισιδαιμονία των ντόπιων φαινόταν να υπερισχύει της θεμελιωμένης πίστης του Στεφάν;
Ή μήπως δεν συμβαίνει μονάχα τώρα; αναρωτήθηκε. Μια πορφυρή σκέψη ήρθε στο μυαλό του ιερέα, για να το θολώσει περισσότερο. Μνήμες από προηγούμενα χρόνια επανεμφανίστηκαν. Από τότε που ακόμα ήλπιζαν με την Ντανιέλα πως θα αποκτήσουν τα δικά τους παιδιά. Από τότε είχε αρχίσει να αμφιβάλλει…
«Παπά;»
Ο Στεφάν σήκωσε το κεφάλι. Είδε τους ανθρώπους να αγωνιούν.
«Στεφάν; Πρέπει να συνεχίσεις».
Κοίταξε την σύζυγό του. Του ένευε και πάλι. Τον καθησύχαζε. Ήταν εκεί. Ξανά. Πάντα εκεί. Πάντα δίπλα του.
Να είσαι εκεί.
Για το Μπραν.
Ο επίτροπος δεν είχε αναφέρει τον Θεό, αν και πίστευε σε Αυτόν. Δεν είχε πει Μην ανησυχείς, παπά, ο Θεός θα μας φυλάξει όλους. Το Μπραν είναι ασφαλές. Όχι, είχε ζητήσει ξεκάθαρα να είναι ο ίδιος ο ιερέας του χωριού παρών και να αγωνιστεί για τον τόπο. Για τον τόπο του.
«Στεφάν; Σε παρακαλώ».
Ο Στεφάν τής χαμογέλασε. Πόσο κουράγιο μπορούσε να λάβει κανείς από την αγάπη! Δεν ήταν τυχαίο που τόσο πολλοί συγγραφείς και ποιητές την αναδείκνυαν στα έργα τους.
Κι ο Χριστός μίλησε για αγάπη. Και οι απόστολοί Του. Ο απόστολος Παύλος είχε γράψει τον αγαπημένο ύμνο του Στεφάν. Α’ Επιστολή προς Κορινθίους. «Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει».
«Στεφάν; Στεφάν;»
«Ναι» είπε εκείνος και χάιδεψε το χέρι της. «Ξέρω».
Η Ντανιέλα γύρισε προς τους κατοίκους και ο Στεφάν ακολούθησε το παράδειγμά της.
«Αγαπητοί μου. Αγαπητές μου. Υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να μάθετε, όσοι και όσες δεν το γνωρίζετε».
Οι άνθρωποι απέναντί του έστρεψαν ξανά την προσοχή τους σε αυτόν.
«Νωρίτερα, έμαθα από την Στεφανία Βλαντιμιρέσκου ότι και το σπίτι των Αρσένιε, Νάντρου και Ροζάλια Μολντοβάνου είναι άδειο. Όταν πήγε η κοπέλα να τους αναγγείλει ότι θα έχουμε συνάντηση, δεν της άνοιξαν. Δεν της μίλησε κανείς, δεν άκουσε γενικά συνομιλίες από το εσωτερικό του σπιτιού».
Επικράτησε αναστάτωση.
Ο Στεφάν αναγκάστηκε να υψώσει τη φωνή του. «Αν υπάρχει κάποιος ή κάποια που να είδε τους Μολντοβάνου σήμερα, παρακαλώ, ας το πει».
Δεν του αποκρίθηκε κανείς. Το μόνο που έκαναν ήταν να συζητάνε μεταξύ τους, φοβισμένοι. Κάποια παιδιά, κυρίως μωρά, άρχισαν να κλαίνε. Μερικές γυναίκες κοίταξαν τις εικόνες που βρίσκονταν κοντά τους και παρακάλεσαν τους αγίους και τις αγίες να κάνουν το θαύμα τους.
Η Ντανιέλα και ο Στεφάν περίμεναν. Ήλπιζαν πως θα καταλάγιαζε ο πανικός, αν οι άνθρωποι έβγαζαν για λίγο τη δυστυχία τους μοναχοί τους. Μερικές φορές, αυτό αρκούσε. Το είχαν διαπιστώσει και οι ίδιοι, όταν έμεναν μόνοι, μετά από μια κηδεία ή όταν, παλιότερα, είχε παρέλθει ένας ακόμα χρόνος χωρίς η Ντανιέλα να έχει μείνει έγκυος.
Όμως, η ώρα περνούσε. Οι καμπάνες σήμαναν μία.
«Οπότε» ακούστηκε μια ανυπόμονη αντρική φωνή.
Η ησυχία επέστρεψε σταδιακά και τα βλέμματα αιωρήθηκαν προς τον ομιλητή. Κάποιοι δεν τον έβλεπαν καθαρά, παρά μόνο την πλάτη και το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Άλλοι κάθονταν κοντά του και ένιωθαν το δέος των χρόνων που είχε ζήσει και της δύναμης που είχε αποκτήσει.
Όλοι και όλες ήξεραν τον Ντράχοσλαβ Τσομπάνου, ο οποίος προερχόταν από μια οικογένεια που μετρούσε αιώνες διαβίωσης στο Μπραν. Ο ηλικιωμένος κοιτούσε το ψαλτήρι τώρα, χωρίς να ενδιαφέρεται γι’ αυτό, και στριφογύριζε την μαγκούρα του στα χέρια του. «Οπότε πού καταλήγουμε μετά από όλα αυτά που εξιστόρησε ο αγαπημένος μας πατήρ Στεφάν;» ολοκλήρωσε την ερώτησή του.
Κανείς δεν μίλησε.
Ο Ντράχοσλαβ συνέχισε να μιλάει. «Ο ιερέας μας μας είπε τι έχει γίνει και τι ξέρουμε. Ανησυχητικά γεγονότα, αναμφίβολα. Αλλά τι σημαίνουν για εμάς που είμαστε εδώ; Τι πρέπει να κάνουμε έχοντας όλα αυτά υπόψη μας;»
Καμιά απόκριση.
Ο Στεφάν είδε τον Ντράχοσλαβ να στρέφει το βλέμμα του σε αυτόν. Κατάλαβε ότι ο άλλος είχε ήδη σκεφτεί τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που είχε θέσει. Απλά κέρδιζε την προσοχή των ανθρώπων του Μπραν. Την προσοχή και ίσως την εμπιστοσύνη τους. Δεν ήξερε αν αυτό ήταν καλό ή όχι. Από τη μια, ένιωθε καλά που θα μιλούσε άλλος, όμως, από την άλλη, ο Ντράχοσλαβ ήταν σκληρός άνθρωπος. Από τους πιο απόμακρους που είχε γνωρίσει ο Στεφάν. Στις ελάχιστες φορές που είχε έρθει για εξομολόγηση, δεν είχε πει σχεδόν τίποτα, πέραν από το ότι είχε αμαρτίες (γενικά) και πως θα ήθελε ο Θεός να προστατεύει τον ίδιο και την οικογένειά του. Ο Στεφάν τον είχε ρωτήσει τις πρώτες δύο φορές τι αμαρτίες θα ήθελε να εξομολογηθεί, αλλά ο Ντράχοσλαβ είχε πει «Απλά δώσε την ευχή σου, παπά. Αυτή μου αρκεί». Με τους κατοίκους του χωριού, δε, κρατούσε αποστάσεις, σαν αλεπού που περιμένει να φάνε οι λύκοι όσο θέλουν από το θήραμα και μετά θα ορμήσει η ίδια.
Τι είχε σκεφτεί τώρα, μόνο ο ίδιος ο Ντράχοσλαβ ήξερε. Και ο Θεός. Αλλά ο Στεφάν προσπάθησε να είναι έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο.
«Θα σας πω εγώ τι νομίζω» είπε ο Ντράχοσλαβ. Καθάρισε τη φωνή του. «Όλοι σκεφτήκατε το ίδιο πράγμα από την πρώτη νύχτα που γάβγισαν τα σκυλιά και δεν ακούσατε ουρλιαχτά λύκων, ούτε βρήκατε ίχνη τους. Η χθεσινή νύχτα έκανε χειρότερες τις σκέψεις σας. Τρομοκρατηθήκατε όπως συμβαίνει κάθε φορά με τους κατοίκους του Μπραν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου νεαρό παιδαρέλι να κυνηγάω τα πρόβατα και τον παππού μου να με δέρνει επειδή κάποιο μου είχε ξεφύγει».
Η Ντανιέλα γύρισε προς τον Στεφάν. Ένας σύντομος νοητός διάλογος έγινε μεταξύ τους. Εκείνη: Δεν μ’ αρέσει αυτό που θα πει. Εκείνος: Το ξέρω. Πιθανώς, ούτε εμένα.
Ο Ντράχοσλαβ είπε «Η ίδια παλιά, παμπάλαια ιστορία. Η νύχτα που κρύβει κινδύνους. Το καταραμένο κάστρο του Μπραν. Η περιβόητη Κόμισσα που κατοικεί ακόμα σε αυτό, ενώ θα έπρεπε να έχει πεθάνει από γεράματα εδώ και δύο αιώνες, και που θέλει αίμα για να ζήσει». Σταμάτησε, για να σιγουρευτεί πως τα λόγια του θα είχαν την κατάλληλη επίδραση στον κόσμο. Και, μα την αλήθεια, είχε αποκτήσει το κοινό του. Χαμογέλασε. «Ακούω αυτή την ιστορία όλη μου την ζωή. Η Κόμισσα που ζει στο κάστρο. Το αίμα. Η νύχτα. Και ξανά από την αρχή. Αιώνες τώρα, το ίδιο τροπάριο. Κάθε φορά που χάνεται μια κότα. Κάθε φορά που αρρωσταίνει ένα παιδί και ο γιατρός από το Μπρασώφ, αυτός ο άχρηστος, δεν ξέρει τι φταίει. Κάθε φορά που κάποιος ξαφνικά ακούει κάτι το βράδυ και τρομάζει. Πάντα η Κόμισσα. Πάντα το κάστρο. Πάντα το αίμα. Ξανά, και ξανά, και ξανά, και ξανά. Λοιπόν, προσωπικά, έχω βαρεθεί αυτή την ιστορία. Έχω σιχαθεί αυτόν το φόβο που βλέπω να καταρρακώνει κάθε ψυχή στο Μπραν. Ορίστε, τώρα που είμαστε όλοι εδώ, μες στην εκκλησία, μέρα μεσημέρι, κοιτιόσαστε σαν να προετοιμάζεστε για τον θάνατό σας. Κρατάτε τα παιδιά σαν να ανησυχείτε μην πεταχτεί τίποτα από τους τοίχους και σας τα πάρει». Κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι του. Απογοητευμένος και θυμωμένος.
Ο Στεφάν είδε πως οι άνθρωποι του χωριού δεν έλεγαν να πάρουν την ματιά τους από τον Ντράχοσλαβ. Τον άκουγαν λες και ήταν ο πρωταγωνιστής του θιάσου. Τους επηρέαζε με λόγια που ενδόμυχα ήθελαν να εκφράσουν και οι ίδιοι. Απέπνεε μια θέληση, που τη ζήλευαν. Ήθελαν να είναι δυναμικοί, αλλά ο ριζωμένος φόβος τούς εμπόδιζε. Κυρίως, επειδή δεν υπήρχε εμφανής κίνδυνος. Δεν είχαν δει την Κόμισσα. Δεν είχαν δει καμιά επίθεση από κάποιο ανθρώπινο, αιμοδιψές θηρίο. Το μόνο που έβλεπαν ήταν ένα φρούριο από πέτρα και ενίοτε βίωναν κάποια άσχημη κατάσταση, που «κρατούσε» ενεργή τη δεισιδαιμονική πεποίθησή τους, και για την οποία κατάσταση δεν είχαν άμεση και επαρκή εξήγηση, πέραν από την κατάρα του Μπραν.
Ο ιερέας όφειλε να το παραδεχτεί. Τα λόγια του Ντράχοσλαβ είχαν μεγαλύτερο αντίκτυπο από τα δικά του όταν κήρυττε.
«Τι θέλετε να πείτε με όλα αυτά, κύριε Τσομπάνου;» ακούστηκε η φωνή της Ντανιέλα.
Ο Ντράχοσλαβ δεν απάντησε αμέσως. Κάρφωσε το βλέμμα του στην Ντανιέλα, σαν να την επέκρινε που του απηύθυνε τον λόγο. Ο Στεφάν, για μια στιγμή, πίστεψε ότι ο άλλος θα διέταζε τους Ούγγρους φύλακές του να επιτεθούν στην Ντανιέλα, για να την τιμωρήσει. Αλλά ο πρεσβύτερος Τσομπάνου απλά ένευσε και είπε «Προτείνω, αγαπητή παπαδιά, να πάνε όλοι οι νέοι και άξιοι άντρες του Μπραν σε εκείνο το κάστρο και να το γκρεμίσουν συθέμελα. Να σκοτώσουν οτιδήποτε υπάρχει εκεί μέσα, ακόμα και αν είναι μερικά καταραμένα ποντίκια. Κι αν είναι εκεί οι Μπενγκέσκου και οι Μολντοβάνου, θα τους φέρουν πίσω».
Ο κλειστός χώρος της εκκλησίας γέμισε για άλλη μια φορά με ψιθύρους, που προκαλούσαν ένα αδιάκοπο βουητό, σαν να είχαν μπει ξαφνικά σμήνη μελισσών που γύρευαν την κυψέλη τους. «Αυτό ήθελε να πει;» «Μα πώς μπορεί να λέει κάτι τέτοιο;» «Σοβαρολογεί;» «Μάλλον δεν θα καταλάβαμε σωστά, ε;» «Μαμά, τι συμβαίνει; Τι είπε ο παππούλης;» «Δεν μπορεί να πετάει τέτοιες κουβέντες».
Ο Στεφάν το περίμενε ότι ο Ντράχοσλαβ θα έλεγε κάτι εξεζητημένο, αλλά σίγουρα όχι αυτό. Όχι κάτι τόσο παράτολμο. Οι άνθρωποι του Μπραν ήταν αγρότες. Οι περισσότεροι κυνηγούσαν, ναι, αλλά ακίνδυνα ζώα. Την ημέρα. Έξω, σε γνωστά τους μέρη. Κι ήταν για λίγο, έκαναν τη δουλειά τους και επέστρεφαν στο σπίτι τους. Δεν ξεμάκραιναν περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Δεν κυνηγούσαν αιμοδιψή τέρατα. Δεν κουβαλούσαν όπλα που δεν ήξεραν να χειριστούν. Δε διέλυαν κτίσματα. Δεν έκαναν αποστολές διάσωσης. Για όνομα του Θεού, δεν ήταν στρατιώτες.
Κι όμως, το είχε πει. Ήξερε ότι θα προκαλούσε πανικό και, όπως το σκεφτόταν ο Στεφάν, ο Ντράχοσλαβ είχε ακριβώς αυτόν το σκοπό. Να επιτεθεί στον τρόμο των κατοίκων και να τους κάνει να τον δουν από μια διαφορετική πλευρά. Ήθελε να τους πείσει ότι μπορούσαν να νικήσουν την κατάρα του Μπραν. Ευγενής στόχος. Αυτό ήθελε να επιτύχει και ο Στεφάν. Μόνο που ο Στεφάν χρησιμοποιούσε τον λόγο του Θεού και την κοινή λογική, ενώ ο Ντράχοσλαβ τώρα πρότεινε μια ωμή, καταστροφική εκστρατεία.
«Αγαπητέ Ντράχοσλαβ» είπε ο ιερέας, αλλά η φωνή του δεν ακούστηκε. Ο κόσμος ακόμα συζητούσε.
Ο Ντράχοσλαβ κάτι ψιθύρισε στο αυτί του γιου του και ο Βέλκαν σηκώθηκε. «Κύριοι. Κυρίες. Παρακαλώ, ηρεμήστε. Κάτι θέλει να πει ο πατήρ Στεφάν».
Επανέλαβε δύο φορές ακόμα τα λόγια του.
Η ησυχία επανήλθε, αλλά ο εκνευρισμός παρέμενε έντονος.
«Ιερέα;» είπε ο Ντράχοσλαβ και σιώπησε.
«Αγαπητέ Ντράχοσλαβ» είπε ξανά ο Στεφάν «αυτό που πρότεινες είναι παράλογο. Στην αρχή, είπες σωστά πράγματα και είμαι σίγουρος ότι θέλεις το καλύτερο για το Μπραν και τους συγχωριανούς σου. Όμως, ο τρόπος επίτευξης του σκοπού που ανέφερες δεν ευσταθεί. Δεν μπορεί να γίνει».
«Γιατί, πατήρ Στεφάν;»
«Οι άνθρωποι εδώ ασχολούνται με κτήματα και αιγοπρόβατα. Δεν ξέρουν από μάχες. Η χειρότερη σύγκρουση που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια ήταν ανάμεσα στον Λουσιάν Μαρτινέσκου και τον Χοράσιου Νικολέσκου, όταν ήταν μεθυσμένοι και κορόιδευαν ο ένας τον άλλο».
Κάποιοι χαμογέλασαν. Αυτό ήθελε και ο Στεφάν, άλλωστε. Να ελαφρύνει λίγο την ένταση.
«Ζητάς» συνέχισε «να επιτεθούμε στο κάστρο και σε ό,τι τυχόν κατοικεί εκεί μέσα. Επαναλαμβάνω, για καλό σκοπό, δεν το αμφισβητώ αυτό. Σου διαφεύγει, όμως, το γεγονός πως εμείς δεν έχουμε τη στοιχειώδη πείρα για τέτοιες καταστάσεις. Δεν είμαστε στρατιώτες».
«Αλλά αυτοί είναι» είπε ο Βέλκαν και έδειξε τους Ούγγρους. Ο γιος του Ντράχοσλαβ στάθηκε δίπλα στους σωματοφύλακες και απευθύνθηκε στους κατοίκους. «Ο πατήρ Στεφάν έχει δίκιο, αλλά μόνο εν μέρει. Δεν είμαστε στρατιώτες εμείς, οι χωριανοί, αλλά έχουμε ανάμεσά μας τέσσερις στρατιώτες. Εδώ βλέπετε τους δύο εξ αυτών. Έχουν υπηρετήσει στον ουγγρικό στρατό. Ήταν σε τάγμα ουσάρων. Έχουν επιβιώσει από μάχες και ξέρουν την τέχνη του πολέμου. Με αυτούς να μας καθοδηγούν, μπορούμε να τα καταφέρουμε. Σκεφτείτε το, έχουμε ανθρώπους που έχουν τις γνώσεις και τις ικανότητες για να ηγηθούν της επίθεσης. Επίσης, έχουμε τον οπλισμό. Στο σπίτι μας, έχουμε αρκετά πυροβόλα όπλα και πυρομαχικά, για να εξοπλιστεί κάθε άντρας. Δεν θα πάμε ανοργάνωτοι».
Σιγή.
Η πρώτη σκέψη του Στεφάν, καθώς παρατηρούσε το πλήθος, ήταν πως το σκέφτονταν. Στ’ αλήθεια, το σκέφτονταν. Παρηγοριά. Ελπίδα. Οι Τσομπάνου παρουσίαζαν μια ωραιοποιημένη κατάσταση. Μια φαινομενικά ιδανική λύση.
Μια δεύτερη σκέψη: Στρατιώτες. Φυσικά. Είπε «Και γιατί να μην καλέσουμε τον στρατό;»
Είχε ξανά την προσοχή των χωριανών.
«Μπορούμε να ειδοποιήσουμε τους Ούγγρους που βρίσκονται στο Μπρασώφ. Έχουν πολιτοφυλακή και στρατό. Είμαι σίγουρος ότι μπορούν να διαθέσουν μια μονάδα για μια δυο μέρες, ίσως και περισσότερο. Έτσι κι αλλιώς, το Μπραν ανήκει στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Πληρώνουμε τους φόρους τους. Οφείλουν να ανταποκριθούν».
Ο Ντράχοσλαβ χαμογέλασε με ειρωνεία. «Και τι θα τους πεις, παπά; Ότι θέλουμε να κυνηγήσουν μια γυναίκα που θα έπρεπε να έχει πεθάνει πάνω από διακόσια χρόνια; Πιστεύεις ότι θα καταδεχτούν να απαντήσουν στο γράμμα σου;»
Κάποιοι συμφώνησαν με τον Τσομπάνου.
Ο Στεφάν έκανε άλλη μια σκέψη: Τους είπε ξεκάθαρα ό,τι τους λέω εγώ όλα αυτά τα χρόνια. Ότι είναι αδιανόητο να ζει ακόμα αυτή η Κόμισσα! Μα γιατί δεν σταματάνε να πιστεύουν σε αυτόν τον μύθο πια;
Και μετά: Αλλά κι εγώ φοβάμαι. Όντως. Δεν θα πήγαινε ποτέ στο κάστρο. Δεν είχε πάει ούτε ως νέος, ενώ έβλεπε από τότε ότι έπρεπε να βρει μια λύση για τους κατοίκους. Οπότε δεν θα έπρεπε να τους κατηγορεί, και το ήξερε. Αυτούς που έπρεπε να επιπλήξει ήταν οι Τσομπάνου και η απαράδεκτη πρότασή τους.
Πριν προλάβει να μιλήσει ο ιερέας, ο Ντράχοσλαβ είπε «Εγώ ένα έχω να πω. Ο καθένας λύνει τα προβλήματά του μόνος του. Χωρίς ξένους, να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις του. Εμείς πρέπει να κάνουμε κάτι για το πρόβλημά μας. Οι Ούγγροι που είναι στο Μπρασώφ δεν ενδιαφέρονται για εμάς. Και σίγουρα θα νοιαστούν πολύ λιγότερο αν τους πούμε τις υποψίες μας για την υπαίτια των εξαφανίσεων και της γενικότερης αναστάτωσης του τόπου μας. Πρέπει να το καταλάβετε. Ή εμείς ή κανένας. Δεν θα υπάρξει βοήθεια από ξένους». Έδειξε με την μαγκούρα του τους Ούγγρους. «Οι μόνοι ξένοι οι οποίοι θα είναι στο πλευρό μας είναι οι κύριοι εδώ και οι συνάδελφοί τους που δουλεύουν για εμένα και την οικογένειά μου. Μας αρκούν».
«Ντράχοσλαβ. Βέλκαν. Ακούτε τι λέτε;» είπε ο Στεφάν. Είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του και μιλούσε πιο απότομα απ’ ό,τι συνήθιζε. «Σταματήστε τώρα αυτή την ανοησία».
«Γιατί αντιδράς τόσο πολύ, παπά;» ρώτησε ο Ντράχοσλαβ. «Ε; Τι συμβαίνει, σε συμφέρει να ζει ο κόσμος με τον τρόμο; Για να είναι πιο κοντά στη θρησκεία; Μμμ; Αυτό είναι, παπά; Αντί να ευλογήσεις τους άντρες του Μπραν και τα όπλα μας, εσύ εμποδίζεις την ελευθερία μας;»
Ο Στεφάν ένιωθε τον ιδρώτα να μουσκεύει το σώμα του. «Ποτέ! Ποτέ δεν θα ευλογήσω όπλο. Αυτά τα καταραμένα έχουν φτιαχτεί για να σκοτώνουν. Εγώ είμαι δούλος του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός κήρυττε την αγάπη. Τη συγχώρεση. Ήταν κατά της βίας. Και θέλετε εγώ να επικαλεστώ το όνομα του Ύψιστου για τα όπλα;»
«Είναι για καλό σκοπό, παπά».
«Άλλο ο σκοπός και άλλο ο τρόπος επίτευξής του. Εσείς ζητάτε από ανθρώπους που δεν ξέρουν να πολεμάνε να…»
«Θα μάθουν. Όπως οφείλει κάθε άντρας όταν απειλείται το σπίτι του».
«Δεν ξέρουμε αν και ποιος ζει εκεί. Μπορεί να ζούνε τίποτα κακοποιοί, που να έχουν κι αυτοί όπλα».
«Εμείς έχουμε ουσάρους. Κι αν έχουμε και τις ευλογίες του Κυρίου…»
«Ποτέ!» Ο ιερέας έβηξε δυνατά, πολλές φορές. Κάλυψε με το δεξί του χέρι το στόμα του, σαν να ήθελε να κάνει εμετό. Μόρφασε από τον πόνο στα σωθικά του και δάκρυσε.
Η Ντανιέλα τον έπιασε από τους ώμους. «Έλα, Στεφάν, μην συγχύζεσαι».
Ο Βέλκαν κοίταξε τον πατέρα του. Ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Ο Ντράχοσλαβ το συλλογίστηκε και κατένευσε. Έπειτα, ο νεώτερος Τσομπάνου μίλησε στον κόσμο του Μπραν. «Εγώ και οι σωματοφύλακες της οικογένειάς μου θα πάμε στο κάστρο. Σύντομα. Όποιος θέλει να συμμετέχει, να έρθει σε μία ώρα στο σπίτι μας. Δεν έχουμε να πούμε ή να ακούσουμε τίποτα άλλο εδώ».
Κι έτσι οι Τσομπάνου και οι Ούγγροι αποχώρισαν από τη συνάντηση.
Όταν η καμπάνα σήμανε τρία τέταρτα μετά τη μία, η εκκλησία άδειασε από τον κόσμο. Ο ιερέας και η σύζυγός του, καθώς και η Στεφανία Βλαντιμιρέσκου, έμειναν να φτιάξουν τις καρέκλες και να σβήσουν τα κεριά, για να φύγουν κι αυτοί λίγο αργότερα.
Κατ’ ουσίαν, δεν είχαν αποφασίσει κάτι, πέραν από τα όσα λίγο-πολύ έπρατταν έτσι κι αλλιώς μέχρι τώρα, δηλαδή να μην κυκλοφορεί κανείς το βράδυ, να κλείνουν καλά πόρτες και παράθυρα και να μην ανοίγουν σε κανέναν. Ο Στεφάν δεν είχε μιλήσει άλλο. Τη συζήτηση την συντόνισε η Ντανιέλα, όμως ήταν φανερό πως οι κάτοικοι δεν ήξεραν τι να κάνουν και ποιον να εμπιστευτούν. Ήταν μπερδεμένοι και προσπαθούσαν να ξεχωρίσουν τη μία προσέγγιση (του πατέρα Στεφάν) από την άλλη (των Τσομπάνου). Να σκεφτούν ποιος είχε δίκιο.
Όμως, ήταν τόσο δύσκολο… Χρειάζονταν κι άλλο χρόνο. Και εκείνη την ώρα, δεν είχαν καθαρή σκέψη. Ίσως σε επόμενη συνάντηση να αποφάσιζαν τι άλλο μπορούσαν να κάνουν.
Το εσωτερικό του σπιτιού των Τσομπάνου δεν το είχε δει κανένας κάτοικος του Μπραν εδώ και δύο γενεές. Έβλεπαν τις εξωτερικές αλλαγές, τους εργάτες που το έχτιζαν και το ανακαίνιζαν. Έβλεπαν τον κήπο και τις άμαξες. Έβλεπαν τους υπηρέτες και τους ιδιοκτήτες του να κυκλοφορούν στο χωριό. Έβλεπαν τα χωράφια και τα ζώα των Τσομπάνου. Αλλά μέχρι εκεί. Η είσοδος πέραν από την πόρτα του κήπου είχε απαγορευτεί.
Μέχρι σήμερα. Από το μεσημέρι έως και το πρωί της επόμενης μέρας, το ισόγειο είχε καταληφθεί από τις οικογένειες δέκα αντρών που αποφάσισαν να ενισχύσουν τον μικρό στρατό του Ντράχοσλαβ. Στην αρχή, οι άντρες πήγαν διστακτικά, κοιτώντας γύρω τους. Για κάποιο λόγο, δεν ήθελαν να τους δουν, σαν να ετοιμάζονταν να κάνουν κάτι κακό. Αλλά, όταν ο Βέλκαν και ο Ντράχοσλαβ τους υποδέχτηκαν χαμογελαστοί, και βρέθηκαν σε έναν χώρο που ήταν φωτισμένος από πάνω έως κάτω, ζεστός σαν φούρνος, με τέσσερις αρματωμένους στρατιώτες να τους προσέχουν και με υπηρετικό προσωπικό να τους σερβίρει, χαλάρωσαν και άκουσαν όσα δεν είχαν πει στη συνάντηση οι Τσομπάνου. Έμαθαν για τα κλεμμένα όπλα από τον ουγγρικό στρατό. Έμαθαν για τον επίσης κλεμμένο δυναμίτη. Έμαθαν για τις περιπολίες που θα έπρεπε να κάνουν, μαζί με τους Ούγγρους –«Ένα δώρο που θα απολαύσουν ακόμα και εκείνοι που δεν στάθηκαν στο πλευρό μας» σχολίασε ο Ντράχοσλαβ. Και, το βασικότερο ίσως, έμαθαν πως όλα τα μέλη της οικογένειάς τους μπορούσαν να μείνουν εκεί για την νύχτα. Χωρίς καμιά χρέωση. Θα ήταν, βέβαια, ο ένας πάνω στον άλλο στο ισόγειο, όμως το προτιμούσαν έτσι, τόσο πολλοί άνθρωποι μαζί. Ποιος θα τους επιτιθόταν; Κανείς. Σήμερα θα μπορούσαν να κοιμηθούν ήσυχοι, ασφαλείς.
«Και από αύριο» είπε ο Ντράχοσλαβ «που δεν θα υπάρχει κανένας τρόμος για το Μπραν, θα κοιμόμαστε κάθε μέρα ασφαλείς. Όλοι, ακόμα και εκείνοι που δεν τάχτηκαν υπέρ του σκοπού μας».
«Στην υγειά των άξιων αντρών του Μπραν!» είπε ο Βέλκαν και όλοι τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.
Αφού απόλαυσε το ποτό του, ο Ντράχοσλαβ αναστέναξε. «Πάντως, είναι κρίμα».
«Ποιο πράγμα, πατέρα;»
«Που στο Μπραν δεν στέλνουν ποτέ έναν δυναμικό παπά. Ποτέ. Είναι λυπηρό».
«Ναι. Δυστυχώς» συμφώνησε ο Βέλκαν.
«Και μετά λέει ο Στεφάν ότι θα μας στείλουν στρατιώτες, για να βοηθήσουν. Ούτε καν. Μας έχουν του πεταματού, κύριοι. Το Μπραν είναι ένα χωριό στην άκρη του πουθενά για την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Το μόνο που τους νοιάζει σε σχέση με εμάς είναι αν πληρώνουμε τους δασμούς τους και μήπως τους προδώσουμε και βοηθήσουμε τους Βλάχους και τους Μολδαβούς να εισβάλλουν στη χώρα. Από κει και πέρα, δεν θα ιδρώσουν για πέντε χωριάτες που χάθηκαν. Και σίγουρα, δεν θα στείλουν ούτε έναν αγγελιαφόρο, αν τους πούμε ότι υποπτευόμαστε μια απέθαντη γυναίκα. Τότε είναι που δεν θα μας πάρουν ποτέ στα σοβαρά». Κατέβασε το ποτό του και ζήτησε από τον υπηρέτη να γεμίσει ξανά το ποτήρι. «Ο πατήρ Στεφάν. Αχ. Καλά τον είχα καταλάβει εγώ. Δεν κάνει για καταστάσεις όπως αυτή. Εδώ θέλουμε άντρες με πυγμή, όχι δούλους του Θεού».
«Αμήν» είπε ο Βέλκαν.
Μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα
Η περίπολος είχε αλλάξει και πλέον στους δρόμους του Μπραν κυκλοφορούσαν οι άλλοι δύο Ούγγροι με άλλους ντόπιους. Ξεκίνησαν από το σπίτι των Τσομπάνου και κατευθύνθηκαν βόρεια, όπου θα έστριβαν στο σπίτι των Μολντοβάνου και θα πήγαιναν νοτιοανατολικά, περνώντας έξω από την εκκλησία και άλλα οικήματα και χωράφια.
Η νοοτροπία ήταν η ίδια. Μπροστά οι πρώην στρατιωτικοί, πίσω οι ντόπιοι, όλοι με τα όπλα περασμένα στον ώμο και τη ζώνη τους. Για δύο ώρες, θα σάρωναν κάθε σπιθαμή του χωριού. Κάτι που είχαν συνηθίσει μόνο οι Ούγγροι, καθώς οι άλλοι δύο, όπως κάθε κάτοικος του Μπραν, δεν έβγαιναν συχνά μες τη νύχτα. Αλλά η συμφωνία ήταν συγκεκριμένη και θα έκαναν το καθήκον τους, όπως όφειλαν.
Για δύο ώρες.
Μετά, θα γυρνούσαν στην ασφάλεια του τεράστιου σπιτιού του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου. Όπου αυτή τη στιγμή έμεναν πάνω από είκοσι άτομα, μεταξύ των οποίων και δύο πρώην στρατιώτες, και είχαν και σκυλιά, για να φυλάνε μην μπει κανείς.
Έτσι νόμιζαν.
Η Λία ήταν αυτή που άνοιξε τα μάτια της και είδε την γυναίκα στο παράθυρο του μπαλκονιού. Στην αρχή, δεν κατάλαβε αν είχε δει σωστά, οπότε ανασηκώθηκε, παραμέρισε τις ξανθές μπούκλες της και έτριψε τα μάτια της. Όχι, δεν είχε κάνει λάθος. Υπήρχε όντως μια γυναίκα που στεκόταν κοντά στο τζάμι. Φορούσε μακρύ μαύρο φόρεμα, το οποίο ερχόταν σε μεγάλη αντίθεση με το κατάλευκο πρόσωπό της. Το χιόνι έπεφτε πίσω από την μορφή της, μικρά χνούδια που εμφανίζονταν σαν αστέρια στον σκοτεινό ουρανό.
Η μικρή Τσομπάνου έσφιξε στην αγκαλιά της το παιχνίδι της, μια κούκλα που την αποκαλούσε Γιολάντα. Σκέφτηκε να ξυπνήσει την αδερφή της, που κοιμόταν στο απέναντι κρεβάτι, προς την μεριά της ντουλάπας. Κι όχι να την ξυπνήσει φωνάζοντάς τη, αλλά να σηκωθεί και να σπεύσει στο κρεβάτι της και να την ταρακουνήσει.
«Έι. Μικρούλα».
Η Λία κοίταξε την γυναίκα. Είχε κατεβάσει την κουκούλα της και τα μαύρα μαλλιά της είχαν ελευθερωθεί, ενώ χαμογελούσε κιόλας. Έτσι όπως την έβλεπε, της ήταν αόριστα γνωστή.
«Μπορείς να έρθεις εδώ, σε παρακαλώ;»
Και η φωνή ήταν γνωστή. Ποια είναι αυτή η κυρία; αναρωτήθηκε η Λία. Κοίταξε ξανά την αδελφή της, που κοιμόταν βαθιά. Έξυσε το κεφάλι της. Να την ξυπνούσε;
«Έι, Λία. Η Λία είσαι, σωστά;»
Η Λία γύρισε προς το παράθυρο. Κατένευσε.
«Εγώ είμαι η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου. Με θυμάσαι, Λία;»
Η μικρή συμφώνησε. Θυμήθηκε που είχε δει μια δυο φορές την κοπέλα με μια μεγαλύτερη κυρία, που ήταν η μητέρα της, στο δρόμο. Η δική της μαμά είχε χαιρετίσει την άλλη και η Μαγκνταλένα είχε σχολιάσει πόσο όμορφες ήταν η Λία και η Αντελίνα, κάνοντας τις δύο μικρούλες να χαμογελάσουν και να κοκκινίσουν. Την είχε συμπαθήσει την Μαγκνταλένα, γιατί και η μαμά την συμπαθούσε.
«Λία, μπορείς να έρθεις, να σου πω κάτι;»
Η Λία κοίταξε την Γιολάντα. Να πάω; τη ρώτησε με τη σκέψη της, όπως συνήθιζε όταν αμφέβαλλε για κάτι. Ή όταν φοβόταν. Και τώρα και αμφέβαλλε και φοβόταν. Δεν ήξερε τον λόγο, μιας και η κοπέλα στο παράθυρο ήταν και γνωστή και συμπαθητική, αλλά η Λία έτσι ένιωθε. Ίσως έφταιγε το σκοτάδι και το ότι δεν μπορούσε να καταλάβει πώς μπόρεσε η Μαγκνταλένα να ανέβει στο μπαλκόνι. Ή και γιατί να το κάνει, όταν μπορούσε να έρθει από την πόρτα.
«Λία; Σε παρακαλώ; Κρυώνω». Η Μαγκνταλένα είχε σταυρώσει τα χέρια της και έτριβε τα μπράτσα της, κάνοντας έναν αστείο μορφασμό, όπου φούσκωνε τα μάγουλά της και μετά τα ξεφούσκωνε, θολώνοντας λίγο το τζάμι. «Σε παρακαλώ, Λία».
Η Λία παραμέρισε τα σκεπάσματα και φόρεσε τα πασούμια της. Έσαξε το νυχτικό της και, μαζί με την Γιολάντα, περπάτησε ως το παράθυρο. Στάθηκε ακριβώς απέναντι από την Μαγκνταλένα, η οποία γονάτισε για να είναι και οι δύο στο ίδιο ύψος και να κοιτιούνται κατάματα.
«Πώς ανέβηκες;» ρώτησε η μικρή.
«Σκαρφάλωσα, καλή μου. Η πόρτα ήταν κλειστή και εγώ κρυώνω πολύ. Θα μπορούσες να ανοίξεις το παραθυρόφυλλο, για να μπω;»
Θα μπορούσε. Σίγουρα. Ήξερε τον τρόπο. «Γιατί δεν χτύπησες; Κάτω κοιμούνται πολλοί. Φιλοξενούμε κι άλλους ανθρώπους».
«Αλήθεια; Γιατί;»
Η Λία ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν ξέρω. Δεν μου είπαν. Ούτε στην αδερφή μου είπαν. Αλλά έτσι είναι».
«Ω. Κατάλαβα». Η Μαγκνταλένα κοίταξε γύρω της και μέσα στο δωμάτιο. «Λία μου, σε παρακαλώ, άνοιξε. Θα ξεπαγιάσω εδώ έξω».
Κάτι άλλο προβλημάτισε την Λία. «Είδες τον Σάντα και τον Φέρκα;»
«Τι; Ποιοι είναι αυτοί;»
«Τα σκυλιά που έχουμε».
«Α». Η Μαγκνταλένα χαμογέλασε. «Ναι. Τα είδα, μικρή μου. Χαριτωμένα σκυλάκια».
Ήταν όντως χαριτωμένα, αλλά όχι πάντα. Όχι με τους ξένους. «Τι κάνουν; Κοιμούνται;»
«Ω, ναι, Λία». Κάτι τρεμόπαιξε στα μάτια της Μαγκνταλένα, ενώ και η φωνή της είχε αλλοιωθεί. «Κοιμούνται. Σαν μωράκια κοιμούνται».
Η Λία κοίταξε την Γιολάντα. Κοιμούνται. Ο Σάντα και ο Φέρκα; Που ξυπνάνε αν ακούσουν γάτα να κυκλοφορεί στον κήπο; Ο παππούς ήταν αυτός που διατυμπάνιζε ότι είχαν τα καλύτερα σκυλιά. Κι αυτά… κοιμούνται. «Μάλλον πρέπει να φωνάξω τον μπαμπά» είπε, στο τέλος.
«Όχι, όχι, δεν χρειάζεται. Γιατί να τον ξυπνήσεις; Αφού με ξέρεις. Και εκείνος με ξέρει. Είμαστε συγχωριανοί, δεν υπάρχει πρόβλημα. Όταν με δει, θα καταλάβει».
«Καλύτερα να φωνάξω τον μπαμπά» επανέλαβε η Λία και σήκωσε το κεφάλι της.
Για μια στιγμή, είδε απλά την Μαγκνταλένα που ήξερε.
Μετά, είδε δύο σκοτεινά μάτια να την ατενίζουν και ένα στόμα να ανοίγει και δύο σειρές δοντιών ζώου να της χαμογελάνε.
Η Λία γούρλωσε τα μάτια. Πάγωσε στην θέση της.
Τότε το ον γρύλισε και έκανε μια απότομη κίνηση, σηκώνοντας τα χέρια, σαν να ήθελε να αρπάξει την Λία.
Η μικρή έβαλε τις φωνές και στράφηκε να φύγει.
Η Αντελίνα ξύπνησε και είδε πρώτα την αδερφή της να πέφτει πάνω της και έπειτα κάτι να εξαφανίζεται στο παράθυρο.
Φωνές και ποδοβολητά ακούστηκαν από τους άλλους χώρους.
Στο δωμάτιο όρμησαν πρώτα οι δύο Ούγγροι με τα τουφέκια τους και στη συνέχεια ο Βέλκαν με την Εμιλιάνα. Οι σωματοφύλακες έλεγξαν το δωμάτιο, ενώ, βλέποντας την Αντελίνα να δείχνει προς το παράθυρο, έσπευσαν να δουν αν υπήρχε εκεί κάτι ή κάποιος.
«Τι έγινε;» ρώτησε ο Βέλκαν, καθώς γονάτιζε κοντά στις κόρες του.
Οι μικρές έκλαιγαν και δεν του απάντησαν.
«Λία; Αντελίνα; Σας ρώτησα κάτι».
«Ηρέμησε, Βέλκαν» είπε η Εμιλιάνα, που κρατούσε τις δίδυμες στην αγκαλιά της. «Τις τρομάζεις».
«Δεν υπάρχει τίποτα, κύριε» είπε ο ένας Ούγγρος.
Ο Βέλκαν έδωσε μερικά δευτερόλεπτα στον εαυτό του, πριν ξαναρωτήσει τις κόρες του.
Όταν βγήκε από το δωμάτιο, είδε τον Ντράχοσλαβ να έχει σηκωθεί κι αυτός, όπως και οι φιλοξενούμενοι, και να στέκεται στο διάδρομο. «Τι έγινε, γιε μου;» ρώτησε ο πρεσβύτερος Τσομπάνου.
«Η Λία. Είδε την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου να στέκεται στο μπαλκόνι. Συνομίλησαν. Η Μπενγκέσκου ήθελε να μπει μέσα στο σπίτι».
«Μήπως το φαντάστηκε η μικρή; Μην είδε κάναν εφιάλτη;»
«Όχι, γιατί και η Αντελίνα είπε ότι είδε κάτι σαν παλτό να πέφτει από το μπαλκόνι».
Ο Ντράχοσλαβ το συλλογίστηκε. Κοίταξε τον γιο του. «Βέλκαν, είναι μικρές. Μπορεί…»
«Όχι! Μη διανοηθείς να το πεις. Οι κόρες μου ξέρουν τι είδαν. Η Λία δεν είχε ποτέ τόσο ζωντανούς εφιάλτες. Ούτε η Αντελίνα. Και την Μπενγκέσκου ζήτημα ήταν αν την έχουν δει πάνω από τρεις φορές στην ζωή τους. Δεν είδαν εφιάλτη».
Ο Ντράχοσλαβ κατένευσε. Αλλά δεν μίλησε.
«Ήταν εδώ. Η καταραμένη ήταν εδώ. Μια ανάσα από τις κόρες μου. Ήθελε να τις σκοτώσει. Ή χειρότερα. Αλλά οι κόρες του Βέλκαν δεν είναι ηλίθιες. Εκείνη, όμως, ήταν ηλίθια. Γιατί το έκανε προσωπικό το ζήτημα. Θα τη βρω και θα την σκοτώσω, Ντράχοσλαβ. Αν έχουν γίνει όλοι σαν την Κόμισσα, θα τους σκοτώσουμε όλους. Αλλά την Μπενγκέσκου θα την αναλάβω προσωπικά. Το ορκίζομαι».
«Το καταλαβαίνω, γιε μου. Το καταλαβαίνω».
Ο Βέλκαν πέρασε δίπλα από τον πατέρα του, κινούμενος προς τη σκάλα που οδηγούσε στο ισόγειο, όταν ο Ντράχοσλαβ ρώτησε: «Γιε μου; Μπορείς να ελέγξεις τα σκυλιά;»
Ο νεώτερος Τσομπάνου χρειάστηκε μια στιγμή, για να καταλάβει τι υπονοούσε ο πατέρας του. Όχι! Όχι, όχι, όχι! Κατέβηκε τα σκαλοπάτια με γρήγορα άλματα και έτρεξε προς την εξώπορτα. Βγήκε στο κρύο και κίνησε για τα σπιτάκια που είχαν φτιάξει για τον Φέρκα και τον Σάντα.
Είδε τους τέσσερις άντρες της περιπόλου να στέκουν πάνω από τα ακίνητα ζώα.
«Λυπάμαι, κύριε» είπε ο ένας Ούγγρος. «Λυπάμαι πολύ».
Τα αγαπημένα σκυλιά του Ντράχοσλαβ ήταν νεκρά, με τους λαιμούς τους κομμένους. Το αίμα τους είχε απλωθεί γύρω από το κεφάλι και το λαιμό τους και είχε σχηματίσει ένα μικρό μέρος ενός κόκκινου τοίχου.
«Καταραμένη» είπε ο Βέλκαν. «Θα μετανιώσεις για αυτό. Θα μετανιώσεις για όλα».

11 responses to “Η Εντολή Της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 2”
Υπάρχει το βιβλίο η μόνο εδώ θα βρω την ιστορία ;;;και αν υπάρχει που μπορώ να το πάρω;αν είναι μόνο ηλεκτρονικά θα ήθελα το λιγκ .. ευχαριστώ
Γεια σας! Όχι, το κείμενο υπάρχει μόνο εδώ, στο TheBluez.gr, με την παρούσα μορφή.
Μου άρεσε πάρα πολύ!!!
Ανυπομονώ για την συνέχεια!!!
Γεια σας! Είμαι ο συγγραφέας της ιστορίας. Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια! Η συνέχεια θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατόν.
Είναι τέλειο!! Ανυπομονώ για την συνέχεια!
Περιμένουμε την συνέχεια!!!
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, πρέπει να είμαστε κοντά στην δημοσίευση της συνέχειας. Μπορείτε να μας πείτε ημερομηνία;;
Γεια σας! Ευελπιστώ εντός αυτής της εβδομάδας να ανέβει το τρίτο κεφάλαιο.
Εν μέσω κορονοϊού τρομοκράτη, περιμένουμε με αγωνία τη συνέχεια!!! Λάτρεψα…
Καλησπέρα το πρώτο μέρος που μπορώ να το βρω . Ευχαριστώ
Το πρώτο μέρος μπορείτε να το βρείτε εδώ