28 Φεβρουαρίου 1897 μ.Χ.
8 προ μεσημβρίας
16 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν
Μπραν, Τρανσυλβανία
Η καμπάνα ξύπνησε τους εναπομείναντες κατοίκους του χωριού την τελευταία αυτή μέρα, όχι με κάποιο πένθιμο ή στρατιωτικό σκοπό, όπως θα άρμοζε στην περίσταση, αλλά όπως κάθε φορά, σαν να ήταν μια ακόμα μέρα που έπρεπε να σηκωθούν από τα κρεβάτια τους και να κάνουν τις δουλειές τους. Μέτρησε χτύπους, με απειροελάχιστη διαφορά τον ένα από τον άλλο, ένα σχεδόν συνεχόμενο νταν-νταν-νταν-νταν-νταν-νταν-νταν-νταν, θυμίζοντας γιατρό που ακούει με στηθοσκόπιο την καρδιά του ασθενούς και που προσπαθεί να καταλάβει σε τι κατάσταση βρίσκεται. Όμως, δεν κορόιδεψε κανέναν και καμιά. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο, όλα τα κουδουνίσματα της ανήγγειλαν το άγνωστο μέλλον που στρωνόταν σαν ένα χαλί βασανιστηρίων, γεμάτο αιχμηρές παγίδες που ήταν δυσδιάκριτες στο μάτι και που μόνο όταν θα τις πατούσες και θα ένιωθες το δέρμα να τρυπιέται και το αίμα να κυλάει θα καταλάβαινες ότι είχες πέσει κι εσύ θύμα κάποιου σαδιστή που σε είχε πιάσει και ήθελε απεγνωσμένα να διασκεδάσει με τα μαρτύριά σου.
Υπήρχε κρύο, μα και ζέστη σε κάθε σπίτι που έμεναν άνθρωποι του Μπραν. Υπήρχαν λίγα ή πολλά άτομα, ενήλικες όλοι, συγχωριανοί και φίλοι μεταξύ τους, γονείς και παιδιά την ίδια στιγμή, που όμως είχαν αναγκαστεί να αποχωριστούν τα δικά τους παιδιά και τους δικούς τους γονείς. Υπήρχαν πυροβόλα όπλα, άλλα σύγχρονα και άλλα πιο παλιά. Υπήρχαν και άλλα όπλα, διαφορετικά: μαχαίρια, σταυροί και σκόρδα και μπουκαλάκια με αγιασμό. Υπήρχε ελπίδα, αλλά και τρόμος, σαν η ψυχή του κάθε ανθρώπου να ήταν ένα γλυκό αποτελούμενο από δύο εντελώς διαφορετικές γεύσεις. Κι υπήρχαν σκέψεις που συνέκλιναν όλες στην ίδια μακάβρια απορία: είχε νόημα να βγουν από το σπίτι και να κάνουν τις γνωστές δουλειές που είχαν μάθει να κάνουν από τα μικράτα τους;
Ναι, μπορούσαν. Από πρακτικής απόψεως, μπορούσαν. Δεν είχαν τραυματιστεί και δεν ήταν άρρωστοι από κάποια φοβερή νόσο. Οι περισσότεροι δεν είχαν φτάσει καν τα πενήντα έτη της ζωής τους. Τα λιγοστά εργαλεία, δε, ήταν λειτουργικά και ως συνήθως αναπαύονταν σε κάποια αποθήκη ή στο χωράφι του ιδιοκτήτη τους, μέχρι τη στιγμή που θα γίνονταν χρήσιμα ξανά.
Μπορούσαν, λοιπόν.
Αλλά είχε νόημα;
Είχε;
Πίστευαν πως δεν είχε. Ήταν μια αίσθηση, ένα ένστικτο, όπως όταν είσαι γονιός και βλέπεις το παιδί σου να τρέχει πάνω κάτω και δεξιά αριστερά, και ξέρεις ότι κάποια στιγμή θα πέσει. Δεν το έχεις δει ακόμα να συμβαίνει, αλλά δε χρειάζεται κιόλας. Βέβαια, δεν ήξεραν τι θα επερχόταν αυτό το βράδυ. Ήλπιζαν πως θα είχαν χρόνο, πολύ περισσότερο χρόνο, για να προετοιμαστούν καλύτερα, να ανασυνταχθούν και να βρουν ένα σχέδιο που να μπορούν να το εφαρμόσουν και να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ήθελαν να προλάβουν τα τέρατα, κι όχι το αντίθετο, γιατί εκείνα ήταν πολύ ισχυρά και λόγω της διαβολικής φύσης τους, αλλά, κυρίως, επειδή τα φοβούνταν. Αυτά μπορεί να μην το έβλεπαν έτσι, όμως οι άνθρωποι του Μπραν έτρεμαν και μόνο στη σκέψη τους, ότι θα έρχονταν γι’ αυτούς, για να αποτελειώσουν το έργο τους και να τους μετατρέψουν και τον τελευταίο κάτοικο σε βαμπίρ.
Όμως, τη στιγμή ακριβώς που θα περίμεναν να τους πιάσει πανικός, θυμούνταν πως τουλάχιστον είχαν προφτάσει να απομακρύνουν τα παιδιά και τους γηραιούς συγγενείς τους. Ήταν εκτός κινδύνου, προς το παρόν, περιτριγυρισμένοι από ένοπλους άντρες, πάνω απ’ όλα ασφαλείς. Και… ίσως μια μέρα να κατάφερναν να συναπαντηθούν ξανά. Ίσως.
Ήταν μια παρηγορητική σκέψη για όσους είχαν μείνει πίσω, στο χωριό. Και μετά, έλεγαν μέσα τους ότι μπορεί να έρχονταν την κατάλληλη στιγμή οι Ούγγροι πολιτοφύλακες ή και άλλοι στρατιωτικοί. Ήταν κι αυτή μια πιθανότητα. Θα καταλάβαιναν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στο Μπραν και θα έσπευδαν, μην τυχόν και είχαν να κάνουν με κάτι που ήταν πιο σοβαρό απ’ ό,τι φαντάζονταν. Και, γιατί όχι, ίσως έφταναν πάνω στην ώρα. Το Μπρασώφ δεν ήταν πολύ μακριά.
Δεν ήταν τόσο κακό να ελπίζουν, έτσι δεν είναι; Γιατί, αν δεν είχαν κάτι να τους κρατάει στη ζωή, ποιος ο λόγος να μην πήγαιναν οι ίδιοι στο κάστρο, άοπλοι και χωρίς καμιά πρόθεση για μάχη; Θα τέλειωνε η αγωνία τους νωρίτερα. Δεν θα είχαν να περιμένουν πότε και αν θα ερχόταν βοήθεια, ούτε το τι θα τους έκαναν τα τέρατα, όποτε έρχονταν κι αυτά. Και μετά… σκοτάδι. Ή χειρότερα.
Ελπίδα και τρόμος.
Οι κάτοικοι του Μπραν δεν ήξεραν πώς να ξεκινήσουν αυτή τη μέρα ή οποιαδήποτε άλλη από όσες πιθανώς τους απέμεναν. Είχαν αυτό το βάρος στο στήθος, που τους συμπίεζε το ηθικό τους, σαν μπότα που πατάει αργά-αργά ένα έντομο, για να το κάνει να νιώσει όλο τον πόνο του θανάτου του. Δεν ήταν στρατιώτες, για να ξέρουν πώς ακριβώς είναι να βρίσκεσαι σε μάχη και τι πρέπει να κάνεις σε κάθε μέρα πολέμου. Ήταν αγρότες, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις, πέραν των απολύτων βασικών που σχετίζονταν με τις δουλειές τους.
Αλλά αυτό είχε αλλάξει τις τελευταίες μέρες. Ή, μάλλον, έτεινε να αλλάξει. Μετά τη φυγή των δικών τους, το ότι συγκεντρώνονταν και κοιμούνταν ανά ομάδες, και αφού οι Τσομπάνου τούς είχαν εξοπλίσει με πυροβόλα που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ -αλλά που ευτυχώς δεν ήταν πολύ δύσκολο να μάθουν να χειρίζονται-, ήταν αρκετά σαφές πως πλέον έπρεπε να φέρονται αλλιώς και να σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που είχαν συνηθίσει.
Έπρεπε να γίνουν στρατιώτες.
Για το καλό το δικό τους και των παιδιών τους.
Για το Μπραν, και όχι μόνο
Η καμπάνα ακούστηκε και πάλι στις οκτώ και τέταρτο, αλλά αυτή τη φορά όχι από το μηχανισμό που είχαν ρυθμίσει από παλιά, παρά από τα χέρια του Λούκα Βλαντιμιρέσκου. Χτύπησε όσο πιο δυνατά μπορούσε το γλωσσίδι, ώστε να παράγει καθαρό ήχο, που θα έφτανε σε κάθε σπίτι. Είχε κοιμηθεί ελάχιστα το προηγούμενο βράδυ, όχι πάνω από τρεις ώρες. Άφησε την γυναίκα του, την Κορνέλια, να φυλάει το σπίτι των Οσμοκέσκου, στο οποίο και είχαν εγκατασταθεί, όσο εκείνος αναπαυόταν. Δεν το ήθελε, αλλά είχε πειστεί, όπως κάθε φορά που η Κορνέλια αποφάσιζε κάτι, συν ότι ήταν κουρασμένος, έτσι κι αλλιώς. Όταν ξύπνησε, κάπου στις τέσσερις τα ξημερώματα, έβγαλε το νυχτικό του και φόρεσε άρον-άρον ένα μαύρο παντελόνι, ένα λευκό πουκάμισο, τις καφέ μπότες και το λευκό γιλέκο του, πήρε το πιστόλι και το μουσκέτο και έσπευσε στην κουζίνα, για να αναλάβει το καθήκον του.
Τράβηξε το σχοινί είκοσι φορές, με το βαρίδι να συγκρούεται στη μια ή την άλλη πλευρά της καμπάνας. Θυμήθηκε που παλιά, σαν παιδί, όταν δε δούλευε με τον πατέρα του, συνήθιζε να έρχεται και να χτυπάει την καμπάνα. Τότε δεν υπήρχε ο μηχανισμός με το ρολόι -αυτός προστέθηκε το ’88, όταν επιτέλους ο πατήρ Στεφάν έπεισε τον μητροπολίτη να δώσει μερικά χρήματα και να τον προσθέσουν εργάτες από το Μπρασώφ-, παρά μονάχα το σχοινί που κρεμόταν από το καμπαναριό προς το έδαφος, ακουμπώντας στον τοίχο, σαν παχιά περικοκλάδα. Τα πολύ μικρά παιδιά δεν έφταναν το σχοινί, αλλά τα μεγαλύτερα, όντας και μυημένα στη θρησκεία από το κατηχητικό, περίμεναν πώς και πώς να πάρουν την άδεια του ιερέα και ένα-ένα να σημάνουν την έναρξη της Θείας Λειτουργίας ή κάποιου άλλου Μυστηρίου. Ο Λούκα δεν ήταν των γραμμάτων, δεν είχε καταφέρει να μάθει γραφή και ανάγνωση, αλλά, υπό τον πατέρα Στεφάν, παρακολουθούσε τα μαθήματα, γιατί του άρεσαν οι ιστορίες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, ενώ, μετά το πέρας του κατηχητικού και για μερικές μέρες, σκεφτόταν το δίδαγμα –και προσπαθούσε να ξεχάσει τις βιαιότητες που είχαν κάνει οι κακούργοι στους χριστιανούς τα παλαιά χρόνια. Η αδερφή του, η Σορίνα, από την άλλη, που ήταν κι αυτή παρούσα όταν δίδασκε ο Στεφάν ή η Ντανιέλα, τα πήγαινε πολύ καλύτερα και σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε μάθει τα βασικά –μπορούσε ακόμα και να υπογράφει και, με τα χίλια ζόρια, είχε καταφέρει και τον αδερφό της, αλλά μόνο ως προς αυτό το κομμάτι.
Η καμπάνα, όπως και η εκκλησία, ήταν ανέκαθεν ένα σημαντικό μέρος του Μπραν και όλοι χάρηκαν όταν εκσυγχρονίστηκε. Τον πρώτο καιρό, τους προκαλούσε το θαυμασμό που σήμανε μόνη της την ώρα. Μερικοί παππούδες, μάλιστα, είχαν διερωτηθεί μήπως τη χτυπούσε κάποιος άγιος ή άγγελος, προκαλώντας χαμόγελα στους γύρω τους. Παρά τις εξηγήσεις των νεώτερων, ότι ήταν ανθρώπινο επίτευγμα, οι γέροντες δεν είχαν πειστεί, όχι όλοι, δηλαδή. Για τον Λούκα, πάντως, όπως και για άλλα παιδιά (που πλέον είχαν τη δική τους οικογένεια το καθένα), ήταν μια πτυχή της ζωής του που πάντα θα αγαπούσε και που δεν θα ξεχνούσε. Του έφερνε στο νου τους γονείς του, τα φαγητά που έτρωγαν, τις δουλειές που έκαναν, τα παιχνίδια που έπαιζε με άλλους συνομήλικους του. Ήταν ένα σύμβολο της παιδικής του ηλικίας και, ως γνωστόν, κάτι που αγαπήσαμε σαν παιδιά, θα το θυμόμαστε για πάντα και θα θέλουμε να το ξαναδούμε ή και να το χρησιμοποιήσουμε για άλλη μια φορά. Για να χαρεί και πάλι το παιδί μέσα μας.
Τώρα ο Λούκα ένιωθε τα ρούχα του να βαραίνουν από τη βροχή που στην αρχή, πριν από μια ώρα, έπεφτε με αμελητέο ρυθμό, σαν να άδειαζε κάποιος τις τελευταίες σταγόνες του ποτού του που είχαν μείνει στο ποτήρι. Μια δυο φορές, σταμάτησε εντελώς, μέχρι που ξανάρχισε και ολοένα και αύξανε την έντασή της, όσο η Κορνέλια ετοίμαζε το πρωινό.
«Πολύ αμφιβάλλω αν θα σταματήσει» σχολίασε εκείνη, που είχε κοιμηθεί ακόμα λιγότερες ώρες από τον Λούκα και φορούσε τα ίδια ρούχα με χθες.
«Ναι» συμφώνησε αυτός. «Πιο πιθανό να βρέχει όλη μέρα». Και όλη νύχτα, συμπλήρωσε με το μυαλό του.
Και οι δύο ακούστηκαν πολύ δυσαρεστημένοι.
«Ο Θεός θα μεριμνήσει» είπε ο πατήρ Στεφάν. Καθόταν μαζί με την Ντανιέλα κοντά στο τραπέζι. Είχαν κι αυτοί το ψυχοπλάκωμα που είχε καταλάβει τους συγχωριανούς τους.
«Όλοι αυτό ελπίζουμε, πάτερ».
Όταν η Κορνέλια σέρβιρε το φαγητό, τον καφέ και το τσάι, έφαγαν χωρίς να μιλούν, αλλά και χωρίς να έχουν μεγάλη όρεξη. Το ψωμί έμοιαζε μπαγιάτικο, σκληρό σαν πέτρα. Τα αυγά είχαν μια περίεργη, δυσάρεστη μυρωδιά. Το τσάι και ο καφές δεν είχαν αρκετή γλύκα, για να ποθείς και δεύτερο φλιτζάνι. Και οι τέσσερις μόρφαζαν από ενόχληση όσο έτρωγαν. Τα χέρια τους δεν τα κουνούσαν με θέρμη, αδημονώντας για την επόμενη μπουκιά και την επόμενη γουλιά, αλλά σαν να εξαναγκάζονταν με την απειλή ενός όπλου. Μασουλούσαν πολλές φορές, λες και ήθελαν επίτηδες να καθυστερήσουν, μήπως και κάποιος να τους λύτρωνε από την υποχρέωση.
Ήταν ένα παράξενο γεύμα, διαποτισμένο από μια αλλόκοτη απέχθεια για τρόφιμα που όλοι τους είχαν φάει πολλάκις στο παρελθόν και για τα οποία ποτέ δεν είχαν διαμαρτυρηθεί. Και ούτε εκείνη τη στιγμή διαμαρτύρονταν, όχι ακριβώς, απλά φαινόταν ότι δεν ευχαριστιόντουσαν καθόλου το πρωινό. Για την Κορνέλια, δε, ήταν αδύνατο να μη συγκρίνει αυτή την περίσταση με την αντίστοιχη που είχε ζήσει στο Μπρασώφ, στο σπίτι της Σορίνα. Μέρα με τη νύχτα, που λένε. Σε εκείνη την περίπτωση, εκτός του ότι είχαν φάει πολύ πιο πλουσιοπάροχα, δεν είχαν νιώσει για κανένα λόγο ότι τρέφονταν με αποφάγια ή κάτι τέτοιο. Ούτε κατά διάνοια.
Κάποια στιγμή γύρω στις οχτώ και δέκα, ενώ τα πιάτα άδειαζαν, η Ντανιέλα είχε πει στον Λούκα ότι θα ήταν χρήσιμο να χτυπήσει κι αυτός την καμπάνα. «Αλλά με πυγμή» τόνισε. «Για να πάρουν όλοι το μήνυμα. Κι από δω και πέρα, αν συμφωνείτε, έτσι πρέπει να κάνουμε. Να δίνουμε το σύνθημα ότι είμαστε εδώ. Ζωντανοί. Έτοιμοι. Κι όχι μία φορά την ημέρα, αλλά πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Ειδικά το βράδυ».
«Ναι, έτσι πρέπει» είπε ο Στεφάν. «Και με αυτόν τον τρόπο, θα καλούμε και τον Θεό. Θα Του υπενθυμίζουμε την παρουσία μας και την απειλή που υπάρχει κοντά μας».
Οι Βλαντιμιρέσκου συμφώνησαν και πιάστηκαν χέρι με χέρι, σφίγγοντας την ενωμένη γροθιά τους.
Ο Λούκα άφησε τελικά το σχοινί και έτρεξε αμέσως στο σπίτι, πριν ξεπαγιάσει. Αργότερα, κατά το μεσημέρι, θα πήγαινε ξανά να χτυπήσει την καμπάνα. Και έπειτα, το βράδυ.
Οι Τσομπάνου ήταν περιτριγυρισμένοι από τόσο πολλούς ανθρώπους, που για πρώτη φορά ένιωθαν άσχημα που δεν είχαν γνωρίσει πραγματικά τους συγχωριανούς τους. Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος έσφυζε από κόσμο, σαν να ήταν ορφανοτροφείο. Ή σαν να ήταν άσυλο που είχαν ζητήσει κατατρεγμένοι πολίτες. Και ήταν όντως κάτι τέτοιο, αν σκεφτεί κανείς τι τους είχε συμβεί. Δεν είχαν τους γονείς τους, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε μια άλλη απειλή που καιροφυλακτούσε έξω από το σπίτι/άσυλο.
Ο Βέλκαν, ο Ντράχοσλαβ και η Εμιλιάνα ήταν στο κέντρο ενός όχλου, λες και ήταν αρχηγοί μιας πρωτόγονης φυλής. Κάθονταν στην τραπεζαρία, ντυμένοι, όπως και όλοι οι άλλοι, αδιάφορα, με ρούχα φθαρμένα, που μύριζαν από χνότα ενός σώματος που κυριαρχείται από τον πληγωμένο εγκέφαλο του. Το λιγότερο που θα σκέφτονταν καθώς γεννιόταν η σημερινή μέρα (ή και όποια άλλη επρόκειτο να ζήσουν, αν τα κατάφερναν, μέχρι να έρθουν πίσω οι δικοί τους, οπότε και θα αναγεννιούνταν), ήταν το τι θα φορέσουν. Οι τρεις Τσομπάνου ήταν οι μόνοι από τους ιδιοκτήτες που είχαν μείνει πίσω. Τα παιδιά είχαν φύγει, με την μητέρα του Βέλκαν, την Ιούλια, να τα ακολουθεί. Είχε διαμαρτυρηθεί, ήθελε να είναι κοντά στον άντρα και τον γιο της, όμως συμφώνησε, όταν κατάλαβε πως η απόφαση των αντρών ήταν τελεσίδικη, αλλά και καταναγκαστική, δηλαδή κάτι που δεν ήθελαν, μα που ήταν αναγκαίο.
Οι μικρές θα σε χρειαστούν, μαμά, είχε πει ο Βέλκαν. Θα χρειαστούν κάποια που να ξέρουν και να τις ξέρει καλά. Ένα γνώριμο πρόσωπο, που το αγαπούν και τις αγαπάει. Γι’ αυτό πρέπει να πας μαζί τους.
Η Ιούλια είχε δει τον άντρα της να ζητά συγνώμη από τον Βέλκαν και εκείνος να τους αφήνει μόνους για λίγο. Ο Ντράχοσλαβ την κοίταξε μόνο για μια στιγμή κατάματα. Έπειτα, γονάτισε τα μάτια του και άπλωσε το χέρι του και αγκαλιάστηκαν. Σε παρακαλώ. Πήγαινε, της είχε ψιθυρίσει. Τρεις λέξεις που χρειάστηκαν πολλή προσπάθεια για να ειπωθούν και η Ιούλια το ήξερε. Είχε ζήσει πάνω από μισό αιώνα με αυτόν τον άνθρωπο και ποτέ δεν θυμόταν να τον είχε δει τόσο καταβεβλημένο. Σκέψη που αναπόφευκτα έφερε μία ακόμα, αλλά πολύ αργότερα, ενώ είχαν ήδη ξεκινήσει για το Μπρασώφ.
Θα τον δω ποτέ ξανά; Θα τους δω και τους τρεις τους ποτέ ξανά;
Ευτυχώς, τότε ένιωσε τις εγγονές της να αναδεύονται στην αγκαλιά της, καθώς κοιμούνταν, και δεν το συλλογίστηκε παραπέρα. Ήλπιζε και προσευχόταν για το καλύτερο.
Τώρα δεν γίνονταν συζητήσεις στο σπίτι των Τσομπάνου. Ο συνωστισμός ήταν πολύς, μα και αρκετά ήσυχος. Οι μόνες κουβέντες που ακούγονταν για πολλή ώρα αφορούσαν στο φαγητό, όπου κάποιος ρωτούσε το συγχωριανό του αν ήθελε λίγο τσάι ακόμα ή μια φέτα ψωμί, ή κάποιος που ζητούσε να του δώσουν λίγη σούπα. Μια φορά, μία γυναίκα σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα – και επέστρεψε δέκα λεπτά αργότερα, με κοκκινισμένα από τα δάκρυα μάτια, κάθισε δίπλα στον άντρα της και δεν έβγαλε μιλιά, ούτε έφαγε άλλο. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, καθότι η μυρωδιά του καφέ και του τσαγιού και της κοτόσουπας δεν επαρκούσε για να υπερκεράσει τις οσμές που προκύπτουν όταν δεκάδες άνθρωποι ζουν μαζί σε έναν κλειστό χώρο. Οι στάλες της βροχής έπεφταν απέξω, σαν πετραδάκια που τα πετάνε πολλά παιδιά. Ενίοτε ακούγονταν και τα σκυλιά που είχαν ξεμείνει από την ημέρα μετά τον χαμό του Φέρκα και του Σάντα. Οι ιδιοκτήτες τους δεν τα είχαν επιστρέψει στο σπίτι ή στο χωράφι που τα είχαν πρωτύτερα, αφού κανείς δε διαμαρτυρήθηκε για την παρουσία τους. Τα είχαν ταΐσει κι αυτά, όμως δυστυχώς, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, ήταν αναγκασμένα να υπομείνουν τη βροχή – που τα περισσότερα την είχαν συνηθίσει, δηλαδή, αφού σχεδόν ποτέ δεν είχαν ζήσει σε μέρος με σκέπαστρο, αλλά και πάλι, δεν τους ήταν ευχάριστο να τα χτυπάει τόσο παγωμένο νερό.
Πρώτος ο Ντράχοσλαβ σκέφτηκε ότι δεν ήξερε πραγματικά τίποτα για τους περισσότερους απ’ όσους τον περιτριγύριζαν. Γνώριζε πώς λέγονταν, θυμόταν αχνά τους προγόνους και τα παιδιά τους -για μερικούς μπορούσε να πει με αρκετή ακρίβεια ποια κτήματα τούς ανήκαν-, αλλά μέχρι εκεί. Δεν τους ήξερε σαν ανθρώπους, πώς σκέφτονταν, πώς περνούσαν τον καιρό τους όταν δεν ήταν αγρότες, τι τους άρεσε (να τρώνε, να πίνουν…), αν είχαν όνειρα… Δεν τους είχε γνωρίσει ποτέ. Κανέναν τους, ούτε καν τον Σεραφείμ Καρατζιάλε, τον επιστάτη τους, ο οποίος καθόταν στα δεξιά του Βέλκαν, μαζί με την Βιολέτα, την γυναίκα του.
Ο Ντράχοσλαβ, και ο Βέλκαν κατ’ επέκταση, είχε πάντα στο μυαλό του ότι η οικογένειά του ήταν από τις παλαιότερες του χωριού, αλλά και η πιο πλούσια του Μπραν, το οποίο σήμαινε πως οι σχέσεις με τους συγχωριανούς τους έπρεπε να είναι περιορισμένες. «Έπρεπε», έτσι το σκεφτόταν. Έτσι είχε μάθει να το σκέφτεται, αφού και οι γονείς του ήταν απόμακροι με τους άλλους. Πιότερο είχε κατά νου ότι οι συγχωριανοί του τον ζήλευαν και μπορεί να προσπαθούσαν να κλέψουν από αυτόν, παρά να γίνουν φίλοι, να περνάνε χρόνο μαζί στο καφενείο κλπ.
Ήταν λάθος να κρατάει τέτοια στάση. Το έβλεπε πλέον. Κανείς τους δεν είχε κάνει το παραμικρό εναντίον του ιδίου και της οικογένειάς του. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αυτοί που πράγματι έκλεψαν από τους Τσομπάνου ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που υποτίθεται ότι θα τους προστάτευαν. Οι Ούγγροι πρώην ουσάροι. Οι καταραμένοι, οι Ούγγροι. Και είχαν κλέψει, και είχαν απειλήσει τον Ντράχοσλαβ και τον Βέλκαν –ο ένας τους, μάλιστα, με όπλο. Αυτοί που είχαν ό,τι ήθελαν, που ζούσαν πιο πλουσιοπάροχα από την πλειοψηφία των κατοίκων του Μπραν, αυτοί που, χάρη στους Τσομπάνου, είχαν σωθεί από μια άχαρη στρατιωτική ζωή, για μια πολύ, πολύ πιο απλή διαβίωση. Αυτοί οι λεχρίτες είχαν αποδειχτεί η μεγαλύτερη απειλή, μετά τους βρικόλακες.
Τελικά, μάλλον χαιρόταν που είχαν φύγει. Δεν ήταν άξιοι ούτε σαν σωματοφύλακες, ούτε σαν άνθρωποι. Καλύτερα που έβαλαν την ουρά στα σκέλια και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Τι να τους έκαναν, δηλαδή; Τι διαφορά θα έφερναν οι Ούγγροι σε όσα επρόκειτο να συμβούν; Τις δύο φορές που έπρεπε να κάνουν τη δουλειά τους, τα είχαν σκατώσει, με αποτέλεσμα να χαθούν δύο άνθρωποι και τα δύο αγαπημένα σκυλιά του Ντράχοσλαβ. Για να μη μιλήσουμε που η Μπενγκέσκου έφτασε τόσο κοντά στο να εισβάλλει στο σπίτι.
Όμως, δεν το μπόρεσε. Γιατί την σταμάτησε η Λία. Η Λία φέρθηκε πιο έξυπνα από ουσάρους.
Γινόταν να μην είναι υπερήφανος ο Ντράχοσλαβ για την εγγονή; Δεν γινόταν.
Οπότε ναι, δεν τους ήθελε κοντά του τους Ούγγρους. Ό,τι ήταν να καταφέρουν θα το κατάφερναν μόνοι τους, οι κάτοικοι του Μπραν. Χωρίς ξένες παρεμβάσεις. Οι άντρες του χωριού θα φροντίσουν τα των σπιτιών τους, με την υποστήριξη των γυναικών και, όσο ήταν εφικτό, των δύο γερόντων, του Ντράχοσλαβ και του Στεφάν. Δεν θα υπήρχε ξένη βοήθεια. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία θα κρατούσε τις αποστάσεις της, προσπαθώντας να συμμαζέψει το χάλι που ακουγόταν ότι συνέβαινε στο Μπρασώφ και σε άλλες πόλεις της Τρανσυλβανίας. Δεν θα έδιναν δεκάρα για το Μπραν, όσο και αν ήλπιζαν σε αυτούς κάποιοι ντόπιοι.
Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, δεν θα δώσουν δεκάρα εγκαίρως. Άλλος ένας βασικός παράγοντας που είχαν να σκεφτούν. Ο χρόνος. Ένας ακόμα εχθρός για το χωριό. Ο Ντράχοσλαβ πίστευε πως ο Στεφάν είχε δίκιο όταν έλεγε ότι το πράγμα κορυφωνόταν. Οι βρικόλακες θα έκαναν την κίνησή τους σύντομα, ίσως πιο σύντομα απ’ όσο φαντάζονταν οι ντόπιοι. Πόσο σύντομα ακριβώς… Αυτό ήταν δύσκολο να το μαντέψει κάποιος, κάτι που τους πίεζε και δε βοηθούσε να συγκεντρωθούν με τον κατάλληλο τρόπο στο σκοπό τους.
Κανένας δαίμονας στο Μπραν. Έτσι είχε πει ο παπάς. Αυτός ήταν ο σκοπός τους. Σε αυτόν έπρεπε να εστιάζουν. Ο Ντράχοσλαβ θεωρούσε ότι βιάζονται και πως ο Στεφάν έκανε το ίδιο λάθος που είχαν κάνει οι Τσομπάνου πιο πριν, μα, στην τελική, τι άλλη επιλογή είχαν; Να έφευγαν; Όπως είχαν κάνει οι Ούγγροι; Και πού να πήγαιναν; Η Κόμισσα και τα φρικιά της θα τους κυνηγούσαν. Αυτή η καταραμένη ήθελε εκδίκηση, για όσα της είχαν κάνει…
Ο Ντράχοσλαβ έριξε μια ματιά σε όσους είχε γύρω του. Νέοι άντρες και νέες γυναίκες, που δεν είχαν παρά μια πολύ αόριστη ιδέα για τις αμαρτίες που καλούνταν να πληρώσουν. Ούτε ο ίδιος δεν είχε ζήσει την εποχή που η Κόμισσα… έπαθε ό,τι έπαθε και έκανε ό,τι έκανε.
Οπότε γιατί τώρα; αναρωτήθηκε. Γιατί αποφάσισε τώρα να μας κυνηγήσει;
Και μετά: Έχει σημασία; Έχει;
Αποφάσισε πως δεν είχε. Ούτως ή άλλως, δεν θα άλλαζε κάτι, είτε αν έλυνε αυτές τις απορίες του, είτε όχι. Τα τέρατα θα έρχονταν και εκείνοι θα έπρεπε να σταθούν απέναντί τους. Δεν θα κατάφερναν κάτι με το να μάθαιναν γιατί η Κόμισσα είχε θελήσει να επιτεθεί μετά από αιώνες ηρεμίας. Ούτε θα την μετέπειθαν, ούτε θα καθοριζόταν η μάχη με κάποιον άλλο τρόπο. Ό,τι ήταν να γίνει, θα γινόταν.
Ο Ντράχοσλαβ θυμήθηκε την Λία και την Αντελίνα. Τις αγαπημένες του εγγονές που, εν τέλει, δεν τους είχε προσφέρει όλη την αγάπη που θα μπορούσε να τους δώσει. Δεν ήταν ο καλύτερος παππούς που θα μπορούσαν να έχουν. Τους φώναζε και τους φερόταν πιότερο σαν να τον ενοχλούν κάθε ώρα και στιγμή, παρά σαν ήθελε να τις έχει κοντά του και να τους μιλάει για τον κόσμο, τις δυσκολίες της ζωής ή κάτι ανάλογο. Τις είχε αδικήσει. Η εκτίμηση του για τον Σάντα και τον Φέρκα ήταν πολύ πιο ισχυρή, απ’ ό,τι για τις εγγονές του, κι αυτό ήταν ολοφάνερο σε όποιον τον έβλεπε ή έστω τον ήξερε.
Μια δικαιολογία που είχε γι’ αυτή την κατάσταση, η οποία πλέον δεν τον έπειθε και την έβρισκε εντελώς ηλίθια, ήταν πως έτσι είχε μεγαλώσει κι εκείνος. Οι άρρενες Τσομπάνου ήταν πάντα σκληροί άνθρωποι, χωρίς συναισθηματισμούς. Σε δύσκολες περιστάσεις, όπως στο χαμό κάποιου οικείου, οι άντρες «συμπάσχουν, χωρίς να παρασυρθούν. Οι υπερβολές είναι για τις γυναίκες». Όπως επίσης, ότι οι άντρες δεν έπρεπε να ασχολούνται ιδιαίτερα με την εμφάνισή τους και την κατάσταση των ρούχων τους, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν περιττό, αν όχι «γυναικείο». Ή πως τα αγόρια να είναι κοντά στον πατέρα τους, στις δουλειές, και τα κορίτσια με την μάνα, να μαγειρεύουν και να καθαρίζουν, μέχρι να μεγαλώσουν και να παντρευτούν και να πάνε στην ευχή του Θεού. Αυτά του είχαν εντρυφήσει κι αυτά υποστήριζε, αλλά τώρα του φαίνονταν βλακώδη, ανούσια.
Γιατί δεν είχε περάσει περισσότερο χρόνο με τις εγγονές του; Γιατί; Τι θα θυμούνταν από αυτόν η Λία και η Αντελίνα; Ότι τις μάλωνε και ότι έπρεπε να τον φοβούνται, αντί να θέλουν να περνάνε χρόνο μαζί του;
Αυτές ήταν οι πιο καίριες ερωτήσεις που έπρεπε να απαντήσει, κι όχι να βρει τους λόγους για τους οποίους ένα φρικιό αποφάσισε να ξυπνήσει μετά από αιώνες και να αρχίσει να σκοτώνει κόσμο.
Κι άλλη σημαντική, αν και δυσάρεστη, ερώτηση: Θα τις ξανάβλεπε ποτέ; Θα είχε την ευκαιρία να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο και να τους πει πόσο τους αγαπάει; Κι αυτές και την Ιούλια, την γυναίκα του; Θα είχε;
Θα το ήθελε πολύ. Ο Θεός και ο ίδιος ξέρανε πόσο πολύ το ήθελε.
«Μπαμπά;»
Ο Ντράχοσλαβ έστρεψε το θολό από τα δάκρυα βλέμμα του προς τον Βέλκαν.
«Είσαι καλά;»
«Προσπαθώ» απάντησε ο Ντράχοσλαβ. «Προσπαθώ, αγόρι μου».
Κοίταξε τους άλλους. Τους συγχωριανούς του. Ποιοι ήταν; Στ’ αλήθεια; Εκτός από χωριάτες, εκτός από μη έχοντες, από αυτούς που δεν είχαν πού την κεφαλήν κλίναι –έτσι δεν τους είχε αποκαλέσει κάποτε στον γιο του; Ποιοι ήταν; Είχαν παιδιά; Πόσα; Και πώς τα έλεγαν; Με τι παιχνίδια έπαιζαν; (Θα τα ξανάβλεπαν ποτέ;) Άλλους συγγενείς είχαν; (Θα τους ξανάβλεπαν ποτέ;)
Είχε τόσα να μάθει για όλους τους.
Άραγε, είχε και το χρόνο;
Γιατί να μην ξεκινούσε τώρα;
Και η μάχη; Η προετοιμασία που πρέπει να κάνουμε;
Έχει σημασία;
Ο Ντράχοσλαβ σκούπισε τα δάκρυά του. «Σεραφείμ;» είπε.
Ο Καρατζιάλε τον κοίταξε. «Μάλιστα, κύριε;»
«Μίλα μας για την οικογένειά σου. Για σένα, για την γυναίκα σου, για τα παιδιά σας».
Ο επιστάτης απόρησε, αλλά τελικά μίλησε.
Όλοι μίλησαν για τον εαυτό τους και τους δικούς τους. Κι ήταν από τις ελάχιστες φορές που ο Ντράχοσλαβ Τσομπάνου δεν προσπάθησε ούτε να διακόψει κάποιον ή κάποια, ούτε να συνετίσει, ούτε να διδάξει κάποια παμπάλαια αρχή. Απλά άκουγε και διαλυόταν μέσα του. Γιατί σκεφτόταν συνέχεια το μέλλον και κυρίως το αν θα είχαν ποτέ μέλλον όλοι τους.
Παρ’ όλη τη βροχή και το φόβο, ο Λουσιάν Μαρτινέσκου ήταν από τους ελάχιστους που κατάφεραν να κάνουν κάτι περισσότερο από το να πνίγονται στην μιζέρια τους. Πήγε στον Καφενέ. Άνοιξε την πόρτα και η μυρωδιά του καφέ και της βότκας, αν και μπαγιατεμένη, ωστόσο κυριαρχούσε στο χώρο. Πλησίασε τον πάγκο και έριξε μια ματιά στην χθεσινή Gazeta Transilvaniei, το εξώφυλλο της οποίας είχε μερικούς σκουρόχρωμους λεκέδες από κάποιο ποτό. Η φωτογραφία ενός στρατιωτικού που ήταν στο δρόμο, μαζί με άλλους να φαίνονται στο φόντο, κρατούσε τουφέκι και κοιτούσε το φακό με αυστηρό βλέμμα, σαν να θεωρούσε ύποπτο τον φωτογράφο, είχε χάσει ένα μικρό κομμάτι, λόγω του μουλιάσματος που υπέστη από καφέ ή κάτι παρεμφερές, με αποτέλεσμα ο τύπος να φαίνεται λες και φορούσε στο κεφάλι του ένα κουτσουρεμένο κράνος. «ΟΙ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ – ΟΙ ΤΑΡΑΞΙΕΣ ΥΠΟΧΩΡΟΥΝ» φώναζε ο βαρύγδουπος τίτλος. Ο Λουσιάν θυμόταν πως είχε διαβάσει στο συγκεκριμένο άρθρο ότι ο δημοσιογράφος παρέθετε ένα σωρό νούμερα και «αποδείξεις» που συνηγορούσαν υπέρ της στάσης της πολιτοφυλακής σχετικά με τις ταραχές που γίνονταν στο Μπρασώφ. Παρουσίαζε τους «ταραξίες» ως αποβράσματα, κακούς ανθρώπους, «άπλυτους» και «που δεν είχαν την προκοπή να δουλέψουν, όπως όφειλαν σαν νέοι». Από την άλλη, η πολιτοφυλακή ήταν «αγία», δεν έκανε υπερβολές, αλλά μόνο τις αναγκαίες ενέργειες «για την ασφάλεια της πόλης». Κάτι τέτοιο ήθελε να περάσει στο κοινό, ενώ προς το τέλος του άρθρου ανέφερε με πλάγια και έντονα γράμματα ότι το Μπρασώφ (και η Τρανσυλβανία γενικά), στα τέλη του 19ου αιώνα, θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί κι όχι «να υποσκάπτεται η φήμη και η ασφάλειά της, από κακοπροαίρετους, φλύαρους κακούργους».
Ο Λουσιάν δεν είχε να πει κάτι ως προς όλα αυτά, όπως απέδειξε και χθες, όταν δύο πελάτες τον είχαν ρωτήσει. Τι να πω, ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί; Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα; Έτσι είχε αναφέρει. Τώρα φόρεσε την άσπρη ποδιά του, έπιασε ένα κουτί με σπίρτα και κίνησε να ανάψει τις λάμπες. Ήταν ψηλός άντρας, όχι πολύ παχουλός, ενώ προτιμούσε τα φαρδιά ανοιχτόχρωμα παντελόνια και τα μαύρα πουκάμισα. Το καφετί γιλέκο του σήμερα ήταν το ίδιο που φορούσε χθες, αλλά παρέμενε καθαρό. Είχε μελαχρινά γένια τεσσάρων ημερών, που, σύμφωνα με την γυναίκα του (η οποία τον πείραζε συχνά πυκνά για τις όποιες απροσεξίες του στην εμφάνιση), τον έκαναν να μοιάζει με περιφερόμενο τσιγγάνο.
Είχε σηκωθεί μαζί με τη γυναίκα του, την Κωνστάνσα, αφού άκουσαν τα πρώτα κουδουνίσματα στις οκτώ. Συναπαντήθηκαν με τους Νικολέσκου, με τους οποίους έμεναν μαζί από τις 26 του μήνα -στα πλαίσια της κοινής συγκατοίκησης για περισσότερη προστασία-, καθώς πήγαιναν στην εξωτερική τουαλέτα, περπατώντας γρήγορα, όπου έμειναν για είκοσι λεπτά, κυρίως περιμένοντας να υποχωρήσει η βροχή, και επέστρεψαν με τον ίδιο τρόπο, το ταχύτερο δυνατό, πέντε λεπτά μετά τα τελευταία χτυπήματα του Λούκα. Πήραν με αργό τέμπο το πρωινό τους γεύμα, που αποτελούνταν από λίγο ψωμί, δύο κομμάτια μπακλαβά, γάλα και καφέ. Φαινόταν ότι ο Λουσιάν είχε πολύ πιο κακή διάθεση από την Κωνστάνσα, τον Χοράσιου και την Τζορτζέτα, ένεκα που, σε αντίθεση με εκείνους, αυτός έμοιαζε να τρώει λες και είχε χάσει την αίσθηση της γεύσης. Σαν να ήταν ένα μαχαίρι που «έτρωγε» το ψωμί, χωρίς απόλαυση ή δυσαρέσκεια, αλλά απλά κάνοντάς το. Μόνο όταν ήρθε η σκυλίτσα τους, η Ιντελιτζέντ, που είχε γκρι τρίχωμα, μόνο τότε ο Λουσιάν μπόρεσε να χαμογελάσει και να φάει έστω και με λίγη όρεξη.
Η Κωνστάνσα δεν τον αδικούσε και τόσο. Κι εκείνης της έλειπαν τα παιδιά τους. Είχαν δύο αγόρια, τον δεκαπεντάχρονο Πέταρ και τον δεκατριάχρονο Βάλι, οι οποίοι στην εμφάνιση είχαν μοιάσει πιότερο στον Λουσιάν, παρά στην Κωνστάνσα. Ήταν παιδιά με μεγάλη αγάπη για τους γονείς τους, που τους βοηθούσαν και στο σπίτι, και στο καφενείο και στα χωράφια, ενώ παρακολουθούσαν κι αυτά, όπως κάποτε οι γονείς τους, τα μαθήματα του πατέρα Στεφάν και της Ντανιέλα. Ήταν ήσυχα και ευγενικά παιδιά, χωρίς να τσακώνονται κάθε μέρα, που σέβονταν τους μεγαλύτερους, αφού τους μιλούσαν σαν να ήταν όλοι οι αγαπημένοι τους δάσκαλοι, ενώ δεν τους διέκοπταν ποτέ –είχαν σταματήσει αυτή τη συνήθεια στα έξι, περίπου. Ο Βάλι ήταν πιο δυνατός από τον Πέταρ, αλλά ο Πέταρ είχε περισσότερες συναισθηματικές αντοχές, κάτι που είχε φανεί πολύ όταν πέθανε η αγαπημένη τους σκυλίτσα, η Φρουμοάσα. Ο Βάλι είχε καταρρακωθεί, έκλαιγε και παρακαλούσε τον Λουσιάν και την Κωνστάνσα να την ξυπνήσουν και να αρχίσει πάλι να γαβγίζει και να τρέχει. Ο Πέταρ είχε κλάψει κι αυτός, αλλά χωρίς να κρυφτεί στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τον αδερφό του, ο οποίος είχε σπεύσει όταν ο Λουσιάν του είπε ότι θα έθαβε τη Φρουμοάσα. Ήταν δύσκολες οι επόμενες μέρες, ο Βάλι δεν είχε όρεξη ούτε για παιχνίδι ούτε για μάθημα ή για τις δουλειές. Για φαγητό, εκεί κι αν τον πίεσαν πολύ οι δικοί του. Όμως, ευτυχώς, ο πατέρα του είχε φέρει την Ιντελιτζέντ, η οποία κέρδισε μια θέση στην καρδιά των παιδιών και τα αναζωογόνησε, με τα γαλάζια μάτια του Βάλι -αυτά τα είχε κληρονομήσει από την μητέρα του- να αστράφτουν και τον Πέταρ να αγκαλιάζει την Ιντελιτζέντ μετά από τον αδερφό του. Αυτό το σκυλί είχε προσφέρει σε όλους τους πολλές μέρες χαράς. Όταν, δε, είχε γεννήσει για πρώτη φορά… Τα παιδιά είχαν το μυαλό τους μόνο στα κουτάβια και δεν ήθελαν να τα δώσουν σε κανέναν. Κι όταν συμβιβάστηκαν με την απόφαση των γονιών τους, ότι δεν γινόταν να τα κρατήσουν, διάλεξαν τα ίδια σε ποιους θα τα έδιναν, δηλαδή στους φίλους τους, αλλά και τα πήγαν σε αυτούς, κρατώντας τα στην αγκαλιά τους.
Και τώρα… δεν ήταν εδώ. Ο Βάλι και ο Πέταρ έλειπαν και η Ιντελιτζέντ από χθες το απόγευμα είχε την ίδια -και χειρότερη στάση- στάση με τον Λουσιάν. Το μεσημέρι, καθώς την αποχαιρετούσαν τα παιδιά, έκλαιγε μαζί τους, νιώθοντας το τελεσίδικο αντίο που της έλεγαν, και δεν σταμάτησε ούτε το βράδυ, παρά τις πρώτες πρωινές ώρες της σημερινής μέρας, όταν και είχε κουραστεί πλέον. Οι γονείς των παιδιών δεν είχαν επιτρέψει να έχουν σκυλί μέσα στο σπίτι, γιατί ήταν πολύ μικρό, οπότε άφηναν την Ιντελιτζέντ στην μπροστινή πλευρά, στον κεντρικό δρόμο. Αλλά, με το που επέστρεψαν και πήγαν να μπουν στο σπίτι και άκουσαν την σκυλίτσα να κλαίει, αποφάσισαν να την πάρουν μαζί τους, μέσα.
Η Κωνστάνσα δεν ήξερε τι ήταν πιο οδυνηρό στο προηγούμενο βράδυ. Τα δικά της αναφιλητά, του Λουσιάν ή της Ιντελιτζέντ, από το διπλανό δωμάτιο των παιδιών που έλειπαν; Ή των Νικολέσκου, που κι εκείνοι ήταν στενοχωρημένοι από την απουσία των δικών τους παιδιών; Δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα, αν και μάλλον έτεινε στο ότι που είχαν όλοι τόσο πεσμένη διάθεση.
Ο Λουσιάν είχε πει στους άλλους ότι θα πήγαινε στο καφενείο, κι ας μην ερχόταν κανένας. Χάιδευε την Ιντελιτζέντ στο κεφάλι, η οποία κοιτούσε προς το διάδρομο των δωματίων, όταν του ήρθε η ιδέα. «Το έχω ανάγκη» τόνισε. «Δεν… δεν μπορώ έτσι απλά να μην πάω. Να τα παρατήσω. Δεν το νιώθω σωστό».
«Καταλαβαίνω. Εγώ, όμως, δεν νομίζω πως θέλω να έρθω, Λουσιάν». Η Κωνστάνσα ανασήκωσε τους ώμους της. Είχε μακριά ξανθά μαλλιά και φορούσε μια μαύρη φούστα, άσπρη πουκαμίσα και μπότες. Το πράσινο μαντήλι κεφαλής της το είχε αφήσει παράμερα, στο τραπέζι. «Σε πειράζει να πας μόνος σου;»
«Όχι, Κωνστάνσα». Έτριψε το κεφάλι της Ιντελιτζέντ και έσκασε ένα χαμόγελο. «Δεν με πειράζει. Άλλωστε, κάπως έτσι δεν τα φέρναμε βόλτα όταν ήσουν έγκυος; Και τις δύο φορές;»
«Ναι. Εσύ στο καφενείο κι εγώ εδώ. Βέβαια τότε είχα και τη μαμή να με μαλώνει που ήθελα να καθαρίσω και να φτιάξω φαγητό. Τώρα…»
«Τώρα θα έχεις τον Χοράσιου, την Τζορτζέτα και την Ιντελιτζέντ, για παρέα».
Οι Νικολέσκου κατένευσαν, ενώ η σκυλίτσα κοίταξε τον Λουσιάν, σηκώνοντας και γέρνοντας το κεφάλι της, με χαμηλωμένα τα αυτιά της και τα καστανόχρωμα μάτια της να ψάχνουν την επιβεβαίωση που γύρευε, ότι τα παιδιά θα έρχονταν σύντομα.
Μη με κοιτάς έτσι, καρδιά μου. Σε παρακαλώ, ευχήθηκε μέσα του ο Λουσιάν, και η Ιντελιτζέντ γύρισε αλλού, προς το δάπεδο, όπου και ξάπλωσε, με το κεφάλι της ανάμεσα στα μπροστινά της πόδια και την ουρά της να μην κινείται νευρικά, όπως συνήθιζε όταν ήταν χαρούμενη.
Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ.
Έφυγε για το καφενείο λίγο αργότερα και είχε σκοπό να μείνει μέχρι το μεσημέρι. Αν άντεχε. Αν έβρισκε νόημα σε όλο αυτό.
10 προ μεσημβρίας
14 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν
Μπρασώφ
Ο Ζαλάν καθόταν στο γραφείο του, με την πλάτη του να ακουμπάει στην άβολη καρέκλα, τα μάτια του κλειστά και το κεφάλι του να κρέμεται, σαν να ήταν ταύρος που διαλογίζεται πριν να επιτεθεί. Οι λάμπες στους τοίχους και στο έπιπλο μπροστά του είχαν σβήσει, με αποτέλεσμα ο χώρος να φωτίζεται από το εξωτερικό περιβάλλον, που ήταν συννεφιασμένο, και το πρόσωπο του Ιησού στην εικόνα του γραφείου να παραμορφώνεται, να παίρνει μια άλλη διάσταση από αυτή που επιδίωκε ο αγιογράφος που το είχε φτιάξει, και να κοιτάζει τον Ζαλάν σαν κάποιο κακόβουλο ον. Το χακί παλτό του και το κράνος του ήταν πεταμένα στις δύο άλλες καρέκλες από την μπροστινή πλευρά του γραφείου. Το σταχτοδοχείο είχε καταντήσει βούρκος από τα στριφτά αποτσίγαρα. Το ποτήρι του ήταν άδειο από τον καφέ, τον μοναδικό που είχε πιει το βράδυ, ενώ η ωραία μυρωδιά του που είχε διαποτίσει το χώρο εξαντλήθηκε όταν ο αντιστράτηγος μπόρεσε να επιστρέψει και να πιει τις τελευταίες γουλιές που είχε αφήσει.
Πόσες ώρες είχε περάσει με τους αφιχθέντες από το Μπραν; Μάλλον τρεις, αλλά του φάνηκαν πάνω από δέκα. Όλα εκείνα τα παιδιά που φώναζαν και έκλαιγαν, όλοι εκείνοι οι γέροι που προσπαθούσαν να τα καλμάρουν, όλες εκείνες οι χωριάτικες κωλο-άμαξες και τα ηλίθια άλογα που έχεσαν και κατούρησαν όπου είχαν σταθεί και μετέτρεψαν τον περιβάλλοντα χώρο του κτιρίου σε χωράφι που το σπέρνουν με κοπριά… Για όνομα του Θεού, δηλαδή! Τι χαμός ήταν αυτός; Τι να πρωτο-μαζέψει ακόμα και ένας φοβερός αντιστράτηγος από τούτο το τσιγγάνικο πανηγύρι, σκεφτόταν το Ζαλάν καθώς άδειαζαν πολλά από τα γραφεία του ισογείου από έγγραφα και άλλα χρήσιμα συμπράγκαλα και τα μετέτρεπαν σε ξενώνες για αστέγους. Σε ξενώνες! Για άστεγους χωριάτες! Τα γραφεία της πολιτοφυλακής!
Και τι να κάναμε, γαμώτο; Πού στο διάολο να τους στέλναμε νυχτιάτικα; Αυτό έλεγε από μέσα του, βλέποντας τους άντρες του να παριστάνουν τις καθαρίστριες και τους κουβαλητές, αλλά και τους θεληματίες για τα παιδαρέλια και τους γέρους. Χρειάστηκε να φέρουν ράντζα από τα νοσοκομεία, αλλά και από τα κελιά –όχι ότι πείραξε κανέναν αυτή η τελευταία υποχρέωση, με εξαίρεση τους κρατούμενους, φυσικά. Τα μαγειρεία δούλεψαν διπλο-βάρδια, για να ταΐσουν μικρούς και μεγάλους, συν τους ίδιους τους πολιτοφύλακες. Ο Μίκλος από μόνος του έτρωγε για δύο άτομα, οπότε, αν σκεφτόταν κανείς ότι υπήρχαν κι άλλοι σαν αυτόν, μπορούσε να καταλάβει τι ζόρια τράβηξαν οι μάγειροι, χωρίς βέβαια να υπολογίζει το πόσο έπρεπε να φάνε τα παιδιά.
Τα οποία, όμως, όπως και οι γέροι, δεν τρώνε πολύ, σκέφτηκε καθώς τα έβλεπε να μασουλάνε σαν να ήταν μελλοθάνατοι που δεν τους έφεραν το γεύμα που είχαν ζητήσει σαν τελευταίο τους. Όφειλε να παραδεχτεί πως και ευγενικά ήταν και σέβονταν τους μεγαλύτερους τους, αλλά και το μέρος που τα είχαν βάλει. Μάλιστα, παρά το ότι ο Ζαλάν τούς έβγαλε λόγο για τις πιθανές παραβάσεις τους -ήταν ένα από τα λίγα πράγματα που μπορούσε να κάνει για να δείξει ποιος αξιωματικός έκανε κουμάντο εδώ-, εκείνα από πιο πριν είχαν συμμαζευτεί και πρόσεχαν μην λερώσουν και να μην τσαντίσουν κάποιον. Ίσως έφταιγε που είχαν φύγει από τους γονείς τους, ίσως το ότι ήταν σε ένα μέρος εντελώς ξένο προς αυτά και γεμάτο οπλισμένους άντρες, που ήταν και θυμωμένοι, γιατί πολλούς από αυτούς τους είχαν ξεσηκώσει από τον ύπνο τους, ενώ οι άλλοι περίμεναν πως θα είχαν μια ήρεμη βραδιά μετά από μια δύσκολη μέρα.
Όχι, ο Ζαλάν αναγνώριζε τις καλές προθέσεις. Οι αφιχθέντες κάτοικοι του Μπραν δεν παραφέρθηκαν. Κάθισαν, έφαγαν, πήγαν στην τουαλέτα και κοιμήθηκαν ήρεμα κι ωραία, αν και μερικά μικρά έκλαιγαν στον ύπνο τους, αναγκάζοντας κάποιο από τα αδέρφια τους ή και έναν ενήλικο να τα πλησιάσει και να τα παρηγορήσει. Δεν συνέβη πολλές φορές, τουλάχιστον όχι όσο ο Ζαλάν άντεξε να στέκεται μαζί με τον Μίκλος και τους άλλους αξιωματικούς και να συζητάνε, όμως έγινε και οι πολιτοφύλακες που ήταν στο διάδρομο έριξαν κλεφτές ματιές, για παν ενδεχόμενο. Αλλά ήταν αναμενόμενο, ειδικά για όσους είχαν παιδιά, και κατανοητό και ως ένα βαθμό το υπέμειναν χωρίς να διαμαρτυρηθούν.
Από τις πέντε το πρωί, περίπου, όταν ο Ζαλάν αποχώρισε στο γραφείο του, δίνοντας εντολή να φύγουν και μερικοί άντρες, για να ξεκουραστούν, δεν ήξερε αν είχε γίνει κάτι άλλο. Όμως, για να μην τον έχουν ξυπνήσει ακόμα, πέντε ώρες μετά, μάλλον δεν θα είχε συμβεί κάποια παράβαση ή άλλη ενόχληση.
Όμως, στον ταραγμένο ύπνο που έκανε, ο αντιστράτηγος έβλεπε τον εαυτό του, χωρίς τη στολή του, αλλά με πολιτικά ρούχα, να τρέχει στους δρόμους ενός αχαρτογράφητου χωριού -τουλάχιστον, ο ίδιος δε φαινόταν να το αναγνωρίζει, με εξαίρεση το ότι ήταν ορεινό-, μες στη μαύρη καταχνιά, με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο ιδρωμένο πρόσωπό του. Ανά τακτά διαστήματα, κοιτούσε πίσω του, ρισκάροντας να χτυπήσει σε κάποιο μαντρότοιχο ή σε ένα πέτρινο σπίτι. Ο Ζαλάν δεν ήξερε τι θα μπορούσε να τον έχει φοβίσει τόσο πολύ. Πήγαιναν πάρα πολλά χρόνια που είχε να βολοδέρνεται σε ένα μη υπαρκτό περιβάλλον και που κάτι τον καταδίωκε. Ήταν παιδί τότε και, καθώς μεγάλωνε σε μια οικογένεια -το σκεπτικό της οποίας είχε αντιγράψει και ο ίδιος μετά από δεκαετίες- που ο πατέρας του ήταν ο αυστηρός στρατιωτικός και επέβαλλε τις επιθυμίες του στους άλλους και η μάνα του με τα αδέρφια του ήταν κατά βάση άβουλα όντα απέναντί του, ο νεαρός Πίντερ Ζαλάν ξυπνούσε συχνά πυκνά ξεσκέπαστος, λουσμένος στον κρύο ιδρώτα και με την εικόνα του διώκτη του να σέρνεται στο μνημονικό του και να μοιάζει έτοιμη να ξεπροβάλλει από κάθε γωνιά του σκοτεινού δωματίου, όπου μοιραζόταν με τα αδέρφια του, τα οποία του ψιθύριζαν να μη φωνάζει, για να μην ξυπνήσει τον πατέρα τους και φάνε ξύλο –αν κάποιος κοιτούσε την πλάτη των παιδιών αυτών θα νόμιζε ότι είχαν κάνει σε κάποια φυλακή ή πως είχαν περάσει μερικά χρονάκια σε ένα δάσος γεμάτο επιθετικά ζωύφια.
Την τελευταία φορά, λοιπόν, που ο Ζαλάν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον δαίμονα -τι άλλο να ήταν;- ήταν σε μια εκδοχή του σπιτιού τους, δηλαδή έτσι του φαινόταν, ότι βρισκόταν στο σπίτι που είχε μεγαλώσει. Ο διάδρομος των δέκα μέτρων και των βάζων με τα λουλούδια -η μόνη πινελιά που είχε βάλει στη διακόσμηση η μάνα του Ζαλάν-, τα κρεμασμένα τουφέκια, ο πίνακας με τον αυθάδη βασιλιά της Ουγγαρίας, το πορτραίτο του παππού με το μεγάλο δαιδαλώδες μουστάκι… Το καθιστικό με τις στοιχισμένες καρέκλες, που η διάταξή τους θύμιζε παραταγμένο ουλαμό. Έμοιαζε με το σπίτι, ναι. Περπατούσε μοναχός του, με το νυχτικό του να ανεμίζει και τα γυμνά πέλματά του να μαλάζουν το κρύο δάπεδο, κρατώντας ένα κερί που ίσα που τον βοηθούσε να μην πέσει πάνω σε κάνα έπιπλο –γιατί δε προσέφερε και πολύ επαρκές φως. Ο Ζαλάν δεν κοιτούσε δεξιά ή αριστερά ή πίσω του. Φοβόταν μην πεταχτεί κάτι από κει. Μην επιτεθεί Εκείνος. Έβλεπε μπροστά του, γιατί κάπου έπρεπε να βλέπει και να πηγαίνει. Ήξερε για τη διάταξη των πραγμάτων -και ότι ήταν στο σπίτι του- καθαρά από ένστικτο. Ούτε μιλούσε, γιατί ήξερε ότι ήταν μόνος του. Πάντα ήταν μόνος του σε αυτές τις περιπλανήσεις.
Χχχχχ
Ο Ζαλάν σταμάτησε. Ο χώρος είχε ψυχρανθεί. Το κηροπήγιο στο χέρι του άρχισε να τρέμει. Έκλεισε τα μάτια του και έσφιξε τα χείλη του. Μαμά; είπε μέσα του. Μετά επικαλέστηκε τα αδέρφια του. Σας παρακαλώ, να είστε εσείς. Σας παρακαλώ.
Το αλλόκοτο γρύλισμα ξανακούστηκε.
Χχχχχ
Δεν θα κοιτάξω πίσω μου. Δεν θα κοιτάξω πίσω μου. Δεν υπάρχει τίποτα πίσω μου. Είμαι μόνος. Ναι, είμαι μόνος μου. Μόνος μου. Μόνο εγώ είμαι εδώ.
Άνοιξε τα μάτια του.
Μπροστά του, μια κλειστή πόρτα. Αναγνώρισε το γκριζαρισμένο ξύλο. Ήταν έξω από την κρεβατοκάμαρα των γονιών του. Όπως θα έπρεπε να είναι, αφού είχε ξεκινήσει από το δικό του δωμάτιο και πήγε όλο ευθεία.
Άπλωσε το χέρι και έπιασε το μπρούτζινο πόμολο, με τις ραβδώσεις που πάντα του δημιουργούσαν την περίεργη αίσθηση πως έπιανε τέσσερις ενωμένους δρόμους της Βουδαπέστης, που διαχωρίζονταν μεταξύ τους από τρία λεπτά κιγκλιδώματα. Ο Ζαλάν το γύρισε και ψέλλισε το όνομα της μητέρας του, ελπίζοντας πως ήταν μόνη της και πως ο πατέρας του έλειπε.
Δεν πήρε απάντηση, παρά μονάχα σκοτάδι.
Μάζεψε το κουράγιο του και έκανε ένα βήμα.
Χχχχχ
Πάγωσε στη θέση του. Με το ένα πόδι μέσα στο δωμάτιο και με το άλλο απέξω.
Χχχχχ
Δεν υπάρχεις. Δεν υπάρχεις. Δεν υπάρχεις. Δεν…
Χχχχχ
Ο Ζαλάν ανοιγόκλεισε τα μάτια του και όρμησε μέσα στο δωμάτιο και βρόντηξε πίσω του την πόρτα. Αμέσως, κούνησε το κερί δεξιά αριστερά. Δεν είδε κανέναν. Μόνο το κρεβάτι και την ντουλάπα και την μπαλκονόπορτα. Στο κρεβάτι, κάποιος κοιμόταν.
Μαμά, είπε ο Ζαλάν και πλησίασε.
Χχχχχ
Γύρισε απότομα.
Κανείς πίσω του. Κανείς αριστερά του και κανείς στα δεξιά του.
Γύρισε και πάλι προς το κρεβάτι και το κερί αποκάλυψε ένα σαπισμένο πρόσωπο να τον κοιτάζει με ένα μισοβγαλμένο μάτι. Το ον δεν είχε παρά δύο τρία δόντια και πρόσωπο σαν βαλσαμωμένου ζώου. Το κεφάλι ήταν καραφλό, με εξαίρεση λίγες τρίχες στην κορυφή. Το αποστεωμένο κορμί, που καλυπτόταν από υπολείμματα κάποιας στολής, ανέδιδε μια αποφορά που θα έλεγες ότι προερχόταν από ένα πεδίο πολέμου που είχε μετατραπεί σε νεκροταφείο νέων στρατιωτών.
Το ον άπλωσε τα χέρια του και ο Πίντερ Ζαλάν οπισθοχώρησε ουρλιάζοντας, με το κερί να πέφτει από το χέρι του και το δωμάτιο να αρχίσει να καίγεται με κιτρινωπές φωτιές να απλώνονται γύρω του, σαν να γεννιόταν ο ήλιος εκεί μέσα.
Και το ον αψήφησε τις φλόγες και έπεσε από το κρεβάτι και μπουσούλησε με γόνατα και χέρια που ήταν σπασμένα και σχημάτιζαν τρομαχτικές γωνίες, και πλησίασε τον μικρό…
Χχχχχ
Όπως και τότε, έτσι και τώρα, ο Ζαλάν πετάχτηκε από τον ύπνο του φωνάζοντας. Έφερε το κορμί του μπροστά και ακούμπησε στο γραφείο του. Σάρωσε με τα μάτια του τον χώρο, αναζητώντας όχι έναν, αλλά τουλάχιστον έξι δαίμονες. Τόσους είχε δει πριν από λίγο, λες και με τα χρόνια είχαν αυξηθεί.
«Κύριε αντιστράτηγε;» ακούστηκε μια φωνή έξω από το γραφείο και μετά η πόρτα άνοιξε. «Είστε καλά;»
Ο ένας από τους δύο πολιτοφύλακες που είχε μόνιμα να απαγορεύουν ή να επιτρέπουν την είσοδο στον προσωπικό του χώρο κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια και με το ένα χέρι στο πιστόλι του. Ο άλλος στεκόταν κάνα μέτρο πίσω του, επίσης έτοιμος.
«Κύριε αντιστράτηγε;» επανέλαβε ο τύπος.
«Ναι, είμαι καλά» είπε ο Ζαλάν και έσαξε τα μαλλιά του. Χαλάρωσε την γραβάτα του και άνοιξε το σακάκι του, γιατί ένιωθε ότι θα πέθαινε από τη ζέστη. Δεν ήταν στο χωριό πια. Δεν τον κυνηγούσαν έξι μαυροντυμένα φρικιά, που δεν έμοιαζαν με τον δαίμονα που τον ταλαιπωρούσε κάποτε. Ήταν ασφαλής. «Πηγαίνετε».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε» είπαν οι κατώτεροι πολιτοφύλακες.
«Ή μάλλον περιμένετε. Ένας από εσάς να φωνάξει τον Μίκλος. Θέλω να μάθω τι γίνεται με τους… “φιλοξενούμενους μας”».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
«Και ο ίδιος που θα πάει για τον Μίκλος να μου φέρει και καφέ. Πολύ και, το βασικότερο, καλό καφέ».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
Η πόρτα έκλεισε και ο Ζαλάν έμεινε μόνος του, για λίγο, να συλλογίζεται τι είχε δει στον ύπνο του.
1 μετά μεσημβρίας
11 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν
Μπραν
Το κάστρο έστεκε εκεί, ψηλά, πάνω από το χωριό. Υπήρχε και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έπεφτε ποτέ. Ή αν το έριχναν οι Αρχές, οι εναπομείναντες κάτοικοι δεν θα είχαν την ευκαιρία να γιορτάσουν εκείνη την ημέρα. Έτσι πίστευε ο Στεφάν, καθώς το κοιτούσε από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησίας. Η βροχή συνεχιζόταν ακάθεκτη, σαν δρομέας που προσπαθεί να φτάσει πρώτος στον τερματισμό. Τα ρούχα του ιερέα είχαν μουσκέψει, παρά και το πανωφόρι που είχε ρίξει στους ώμους του. Δυστυχώς, τα ίδια είχαν υπομείνει και η Ντανιέλα με τον Λούκα -ο οποίος ήταν να έρθει αργότερα, για να χτυπήσει την καμπάνα, αλλά θα το έκανε πιο νωρίς-, που τον ακολούθησαν. Η Κορνέλια, παρακούοντας τον άντρα της (που ήθελε να είναι μαζί τους, για να μπορεί να την προστατεύει και αυτή), είχε μείνει πίσω για να ετοιμάσει το φαγητό. Εκείνοι είχαν πάει στον ναό, για να ανάψουν τα καντήλια και να προσευχηθούν. Επίσης, ήθελαν να είναι ανοιχτός ο ναός σε περίπτωση που ήθελε κάποιος άλλος να έρθει για τους ίδιους λόγους –ή και για άλλον.
Ήταν εκεί, λοιπόν, και ο Στεφάν είχε αποφασίσει από παλιά πως δεν θα το επισκεπτόταν ποτέ. Θυμόταν ξανά και ξανά τις φορές που οι συγχωριανοί του είχαν μιλήσει για το φόβο που τους προκαλούσε το κάστρο και η πυργοδέσποινα του. Ψίθυροι και χαμηλωμένα βλέμματα. Υποταγή στον άγνωστο τρόμο, που μέχρι πρόσφατα δεν αποτελούσε τίποτα περισσότερο, από μια τρελή φήμη που διαδιδόταν από γενιά σε γενιά, σαν κληρονομιά. Όμως, τα πράγματα είχαν αλλάξει, κι αυτό απογοήτευε τον ιερέα, γιατί είχε κάνει τόσο μεγάλο λάθος… Ο Στεφάν προσπαθούσε τόσο καιρό να πείσει τους πάντες ότι δεν έχουν λόγο για να τρέμουν -όχι αυτόν τον λόγο, δηλαδή-, γιατί δεν υπήρχαν Κόμισσα και βρικόλακες γενικά, αλλά τα πρόσφατα γεγονότα, σαν δαμόκλειος σπάθη, είχαν χαράξει το Μπραν και τις όποιες ελπίδες για να επανέλθει η λογική στους κατοίκους του.
Η λογική, σκέφτηκε ο Στεφάν και περιγέλασε τον εαυτό του. Ποιος άραγε είχε φερθεί με λογική και ποιος χωρίς; Όπου υπάρχει καπνός, μάλλον θα υπάρχει και φωτιά. Αφού πίστευαν τόσοι πολλοί στην ύπαρξη της Κόμισσας και του είδους της, δεν θα ήταν λογικό να υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτή την πεποίθηση; Όσο παράλογη και αν έμοιαζε, δεν θα έπρεπε να ισχύει έστω και εν μέρει; Γιατί εκείνος δεν μπορούσε απλά να το δεχτεί; Αφού και ο ίδιος ενδόμυχα έτρεμε να πάει στο κάστρο, οπότε γιατί αμφισβητούσε τους άλλους;
Είχε ευθύνη για όσα συνέβαιναν. Μπορεί οι άλλοι ενήλικοι να είχαν τη δυνατότητα να πράξουν κατά το δοκούν, όμως ο Στεφάν είχε δύναμη και επιρροή σε αυτούς, χάρη στην ιδιότητά του. Θα μπορούσε να τους είχε καθοδηγήσει αλλιώς. Θα μπορούσε να τους προτείνει να επιτεθούν στο κάστρο. Κι ας μην ήταν στρατιώτες. Εφόσον υπήρχαν τα εκρηκτικά υλικά, τότε υπήρχε και η ευκαιρία. Συν ότι, αν είχαν κάνει παλιά την κίνησή τους, θα είχαν τους Ούγγρους να προπορεύονται. Ό,τι κι αν έλεγε ο Ντράχοσλαβ, εν τέλει αυτοί ήξεραν από όπλα και δυναμίτη. Και σε αυτούς δεν θα έδιναν περαιτέρω εξηγήσεις για το ποιόν του εχθρού. Απλά τα αφεντικά τους θα έδιναν την εντολή. Όπως και να είχε, θα είχε γίνει η δουλειά και ίσως θα είχαν γλιτώσει από όλο αυτό το μαρτύριο. Δεν θα είχε χρειαστεί να αποχωριστούν οι κάτοικοι τους δικούς τους ανθρώπους, ούτε θα είχε πεθάνει κανείς τους ή κάποιο σκυλί.
Αλλά όχι. Δεν είχε γίνει τίποτα από αυτά. Γιατί ο Στεφάν δεν είχε πιστέψει ότι εκείνο το κάστρο ήταν κάποιου είδους σφηκοφωλιά, όπου κατοικούσαν νεκροζώντανα έντομα. Και τώρα, δεν μπορούσε να αναιρέσει κάτι, ούτε να γυρίσει το χρόνο πίσω. Έπρεπε να συμβιβαστεί με το παρόν, όσο σκληρό κι αν του ήταν.
Ο Στεφάν τύλιξε γύρω από το ισχνό σώμα του το πανωφόρι του. Οι παγωμένες στάλες που τον είχαν βρέξει του προκαλούσαν ανατριχίλες. Κοίταξε άλλη μια φορά το κάστρο, που πλέον καλυπτόταν από ένα αχνό στρώμα ομίχλης, και μετά γύρισε και μπήκε στην εκκλησία, για να ζητήσει συγχώρεση.
Είχε ευθύνη για όσα συνέβαιναν και για όσα θα συνέβαιναν.
Το ήξερε και θα μπορούσε να ζήσει τα τελευταία του χρόνια με αυτή τη γνώση και τις αναπόφευκτες πληγές που θα σχηματίζονταν μέσα του.
Αν υπάρξουν άλλα χρόνια για μένα, σκέφτηκε. Για όλους μας, δηλαδή.
Μισή ώρα αργότερα, ο Λούκα χτύπησε ξανά την καμπάνα, ο Λουσιάν έκλεινε το άδειο μαγαζί του -ούτε ένας πελάτης σήμερα- και οι Τσομπάνου συνέχιζαν να ακούνε τις ιστορίες των συγχωριανών τους, γνωρίζοντάς τους και ελπίζοντας πως μελλοντικά θα βοηθούσαν ο ένας τον άλλο και τα παιδιά τους θα έκαναν παρέα.
Μπρασώφ
Είχε πάρει το αυτί του κάτι για «μαυροντυμένες μορφές», έτσι δεν είναι; Καλά δεν θυμόταν; Ναι, ο Ζαλάν ήταν βέβαιος ως προς αυτό. Κάποιος χωριάτης ή κάποια χωριάτισσα είχε αναφέρει κάτι για μαυροντυμένες μορφές. Δεν ήταν σίγουρος ποιος ή ποια, αλλά θα έπαιρνε όρκο γι’ αυτό ακόμα και μπροστά σε στρατοδίκες που τον κατηγορούσαν για εσχάτη προδοσία.
Οπότε τι, είδα τον εφιάλτη λόγω αυτού που άκουσα; αναρωτήθηκε. Αν ήταν αλήθεια, θα έπρεπε να ντρέπεται. Κόντευε τα εβδομήντα και ήταν πολιτοφύλακας αξιωματικός. Διοικητής, για όνομα του Θεού. Δεν γινόταν να υποκύπτει σε παιδικές ανοησίες, όπως κακά όνειρα.
Ήπιε μια γουλιά καφέ και κοίταξε τον Μίκλος, που, παρά την κούραση του, δε φαινόταν να έχει χάσει την όρεξη για φαγητό. Το πιάτο του, που περιείχε μισό κοτόπουλο και πατάτες χοντρές σαν καλοφαγωμένα μωρά ποντίκια, ήταν άδειο. Το ποτήρι με το κρασί του, το ίδιο, και δεν ήταν το πρώτο του. Ο Ζαλάν του είχε επιτρέψει να φάει εδώ, μιας και ήταν τέτοιες οι συνθήκες που, εντάξει, μπορούσε να δείξει κατανόηση για έναν κατώτερο, ο οποίος είχε σταθεί ικανός αντικαταστάτης του.
Πριν δύο ώρες, είχαν μαζευτεί μερικοί επαναστάτες στο Τσέντρουλ Τσιβίκ και φώναζαν τις ίδιες μαλακίες που έλεγαν όλοι τους. Άλλο που δεν ήθελαν οι πολιτοφύλακες, που είχαν κακή διάθεση από την έλλειψη ύπνου και ξεκούρασης. Ο Μίκλος είχε δώσει ρητή εντολή: καμιά ανοχή στους άπλυτους, ακόμα κι αν ήταν παιδιά του ίδιου του γαμημένου του βασιλιά της Ουγγαρίας –ή, ακόμα καλύτερα, αν ήταν παιδιά του ίδιου του γαμημένου του αυτοκράτορα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. «Ένα ωραίο πάρκο έχει τούτη η πόλη και το λερώνουν, γαμώ το τους» είχε σχολιάσει ο Μίκλος όταν μετέφερε τα νέα στον Ζαλάν. «Με συγχωρείτε, κύριε αντιστράτηγε, αλλά με τσάντισαν πολύ αυτοί οι βλαμμένοι».
Ο Ζαλάν δεν είχε κανένα θέμα. Ήταν σίγουρος πως σε αυτό το μέτωπο τα πήγαιναν μια χαρά. Το θέμα ήταν τι θα έκαναν με τους άστεγους χωριάτες.
Ήπιε μια γουλιά από τον καλό καφέ που του είχαν φέρει και οποίος τον βοήθησε να ξυπνήσει και να προσπαθήσει να ανασυγκροτήσει το μυαλό του και τα όσα έπρεπε να γίνουν. Την ίδια περίπου ώρα που μερικοί πολιτοφύλακες έβαζαν σε μια τάξη τους επαναστάτες, οι αξιωματικοί είχαν βάλει κατώτερους τους να αναζητήσουν ζώντες συγγενείς των αφιχθέντων που τυχόν έμεναν στο Μπρασώφ ή σε κάποια άλλη περιοχή εδώ κοντά. Πρώτα, φυσικά, ρώτησαν τους ηλικιωμένους και μετά τα παιδιά, μήπως και γλίτωναν χρόνο, όμως στις πιο πολλές περιπτώσεις είτε (τα παιδιά) δεν θυμούνταν, είτε δεν υπήρχαν συγγενείς, είτε υπήρχαν, αλλά ήταν σε πιο μακρινές πόλεις. Στην πρώτη περίπτωση, οι υπαξιωματικοί πολιτοφύλακες ήταν αναγκασμένοι να ψάξουν οι ίδιοι τα αρχεία και να βρουν ποιος συνδέεται οικογενειακά με ποιον και, αν τα κατάφερναν, θα έδιναν εντολή σε κατώτερούς τους να ανέβουν σε άλογα ανά δύο και να βγουν στη γύρα και να ειδοποιήσουν τους συγγενείς, ώστε να έρθουν να παραλάβουν τους δικούς τους που ξεσπιτώθηκαν. Στην τρίτη περίπτωση, θα έστελναν αργότερα μια τετράδα αντρών, που θα αναλάμβανε να παραδώσει τα μηνύματα σε όλες τις περιοχές, όσο μακριά κι αν ήταν αυτές –να δω ποιοι τυχεροί θα σταλούν, σκέφτηκε ο Μίκλος, καθώς άκουγε τις οδηγίες από τον Ζαλάν, χωρίς να ανησυχεί, γιατί ο ίδιος ήταν ανώτερος αξιωματικός και, εννοείται, δεν θα πήγαινε πουθενά για μια τέτοια αγγαρεία. Στη δεύτερη περίπτωση, όπου δεν υπήρχε κανένας, εκεί το πράγμα έμενε μετέωρο και προβλημάτιζε τον Ζαλάν και τον Μίκλος.
Αλλά δεν τους προβλημάτιζε τόσο πολύ όσο η αρχική ερώτηση που είχε θέσει ο αντιστράτηγος Πίντερ Ζαλάν το προηγούμενο βράδυ και η οποία ήταν η εξής: γιατί στον μαύρο κόρακα είχαν έρθει εδώ όλοι αυτοί;
Είχαν ρωτήσει κάποιους ηλικιωμένους, μόνο και μόνο για να λάβουν την ίδια αινιγματική απάντηση. Ένα ανασήκωμα των καμπουριασμένων ώμων τους και σιγή.
«Δεν ξέρουν;» είπε ο Μίκλος. «Κανένας τους δεν έχει ιδέα γιατί τους διαολόστειλαν σε εμάς; Με όλο το σεβασμό, κύριε αντιστράτηγε, αλλά πολύ αμφιβάλλω αν είναι αλήθεια αυτό. Κάτι κρύβουν». Όπως οι Βλαντιμιρέσκου. Ειδικά, εκείνη η χοντρή, η… πώς την έλεγαν;… η Κορνέλια, ναι. Κουτοπόνηρη όσο δεν πάει, η μαλακισμένη. Τι να περιμένεις, όμως, από μια χωριάτισσα; Μου ’θελε και το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, λες και εμείς είμαστε τίποτα άσχετοι. Μαλακισμένη χοντρή.
«Το ξέρω, συνταγματάρχη. Κι εγώ είμαι της ίδιας άποψης». Ο Ζαλάν είχε αναστενάξει και πρότεινε να αφήσουν το θέμα ανοιχτό, για την ώρα. Αναλογίστηκε όσα είχε συζητήσει με τον Όρσος και το πόσο τον είχε καθησυχάσει ότι όλα ήταν υπό τον έλεγχο της πολιτοφυλακής. Άραγε, τι θα έλεγε εκείνος ο λοχαγός για αυτή την κατάσταση; Θα πρότεινε πάλι συνεργασία; Πχ να έπαιρναν μερικούς φιλοξενούμενους και στο δικό τους στρατόπεδο; Μάλλον απίθανο. «Θα λαλήσουν» είπε. «Όλοι το κάνουν. Κι αν μας ζορίσουν, θα δουν τι εστί πραγματική ανάκριση».
Ο Μίκλος δεν είχε να προσθέσει κάτι, πέραν από «Θα έχω τον νου μου, πάντως, και θα το πω και στους άλλους, μην γίνει κάνα θαύμα και πουν οι χωριάτες τι έγινε και μας γλιτώσουν από τον κόπο. Και γλιτώσουν τους ίδιους από όσα μπορούμε να τους κάνουμε».
Το είχαν αφήσει παράμερα, λοιπόν, κυρίως λόγω της κούρασης -δεν ήταν και παιδαρέλια πλέον, για να είναι απίκο όλη την ώρα-, όμως τώρα έπρεπε να φέρουν το θέμα ξανά στην επιφάνεια.
Τώρα, απέξω ακούστηκε μια βροντή και οι λάμπες στο γραφείο αναβόσβησαν για μια στιγμή. Το αντιλήφθηκαν και οι δύο, αλλά δεν έδωσαν σημασία.
Κάποιος χτύπησε την πόρτα και ο Ζαλάν έδωσε την άδειά του.
Εμφανίστηκε ένας από τους φύλακες. Βάρεσε προσοχή και είπε «Κύριε αντιστράτηγε, δυο νεαροί θέλουν να σας μιλήσουν. Λένε πως σχετίζεται με το χωριό και το γιατί έφυγαν».
Οι αξιωματικοί αλληλοκοιτάχτηκαν και ο Ζαλάν είπε ότι μπορούν να περάσουν.
Ο Μίκλος και ο Ζαλάν είδαν τον Σάντου και την Στεφανία Βλαντιμιρέσκου να μπαίνουν στο γραφείο. Μπροστά ο ομορφονιός και πίσω η ασχημούλα, ε; σκέφτηκε με ειρωνεία ο συνταγματάρχης. Ίδια η μάνα της, η καημένη. Κρίμα για τον άντρα που θα τη διαλέξει. Αν υπάρξει κανείς, δηλαδή, που να θέλει μια ντουλάπα για γυναίκα του.
Ο πολιτοφύλακας που τους άφησε να περάσουν έκλεισε την πόρτα.
«Παρακαλώ, ποιοι είστε εσείς;» ρώτησε ο Ζαλάν.
«Ο νεαρός είναι ο Βλαντιμιρέσκου, κύριε αντιστράτηγε» είπε ο Μίκλος. «Αυτός που ήρθε μαζί με την Κορνέλια».
«Είναι αλήθεια, νεαρέ;»
Ο Σάντου κατένευσε. «Μάλιστα, κύριε».
«Μιλάς σε αντιστράτηγο, ρεμάλι» πετάχτηκε ο Μίκλος. «Θα σέβεσαι, τ’ ακούς; “Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε”, θα λες. Κι εσύ, νεαρά».
Ο Σάντου απλά ένευσε.
«Πες το, Βλαντιμιρέσκου».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε» είπε ο Σάντου, που ήδη αναρωτιόταν γιατί είχε αφήσει την αδερφή του να τον πείσει να έρθουν και να μιλήσουν σε αυτούς, ενώ της είχε εξηγήσει πώς τους είχε αντιμετωπίσει ο Μίκλος.
«Ωραία» σχολίασε ο Ζαλάν. «Και η νεαρά;»
«Είμαι η αδερφή του Σάντου, κύριε αντιστράτηγε. Με λένε Στεφανία».
«Καλά το κατάλαβα» είπε ο Μίκλος. «Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, το κατάλαβα. Ούτε που να σε είχε γεννήσει, δηλαδή». Γέλασε.
«Συνταγματάρχη. Δε χρειάζονται αυτά».
Ο Μίκλος συμμαζεύτηκε.
«Λοιπόν» είπε ο Ζαλάν στα παιδιά. «Τι έχετε να μας πείτε; Ελπίζω να ήρθατε να πείτε μόνο την αλήθεια. Γιατί, αν έχετε σκοπό να μας κοροϊδέψετε, όπως πιστεύει ο συνταγματάρχης από εδώ ότι κάνατε εσύ, νεαρέ, και η μητέρα σου τις προάλλες, τότε σας λέω ξεκάθαρα ότι θα διατάξω να συλληφθείτε επιτόπου. Και κάτι μου λέει ότι δεν έχετε ούτε το ένα τέταρτο από τα φράγκα που απαιτούνται να πληρώσετε, για να βγείτε. Είμαι κατανοητός;»
Τα παιδιά είπαν πως είναι.
«Ωραία. Σας ακούμε. Ποιος θέλει να ξεκινήσει;»
Η Στεφανία πήρε το λόγο, όπως είχαν συμφωνήσει με τον αδερφό της πιο πριν. «Πρέπει να πάτε στο Μπραν. Τώρα. Όσο είναι καιρός».
«Αυτά μας τα είπατε και την άλλη φορά» είπε ο Μίκλος. «Η μαμά τα είπε. Με την ίδια απεγνωσμένη φωνή. Μα σε όλα να μοιάζετε!» Κοίταξε τον ανώτερο του, που δεν γελούσε και ξερόβηξε. «Τέλος πάντων. Κάτι άλλο;»
Η Στεφανία έκανε δύο βήματα μπροστά και στάθηκε δίπλα στον Σάντου. «Κινδυνεύουν. Όλοι τους. Κύριε αντιστράτηγε, σας εκλιπαρώ, στείλτε μερικούς από τους άντρες σας. Σας εκλιπαρώ».
«Γιατί; Τι συμβαίνει εκεί κάτω;»
«Θα τους επιτεθούν. Δεν ξέρουμε πότε, αλλά θα το κάνουν. Το έχουν ξανακάνει και χάθηκαν άνθρωποι από το Μπραν. Συγχωριανοί μας».
«Ναι, ξέρουμε. Πέντε άνθρωποι, οι δύο Μπενγκέσκου και οι τρεις Μολντοβάνου».
«Χάθηκαν κι άλλοι δύο, κύριε αντιστράτηγε. Δύο άντρες. Ο Ιονάταν Φερέσκου και ο Βαντίμ Πιτσούρκα. Και οι δύο είχαν παιδιά».
Ο Ζαλάν αγριοκοίταξε τον Μίκλος. «Τι στο διάολο κάθεσαι, συνταγματάρχη; Γράφε!»
Ο Μίκλος παραμέρισε το πιάτο και το ποτήρι του -τα οποία παραλίγο να τα ρίξει από το γραφείο- πήρε ένα χαρτί και μολύβι.
«Πότε χάθηκαν αυτοί οι δύο, που ανέφερες;»
«Εμ, προχθές».
«Στις 26;»
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
«Και γιατί, νεαρέ Βλαντιμιρέσκου, δεν το είπατε στον συνταγματάρχη, παρά αναφέρατε μόνο τους άλλους πέντε;»
«Δεν το ξέραμε τότε, κύριε αντιστράτηγε» απάντησε ο Σάντου. «Ξεκινήσαμε πολύ νωρίς, δεν είχαμε προλάβει να μιλήσουμε με άλλους».
Ο Ζαλάν απευθύνθηκε στην Στεφανία. «Εσύ από ποιον έμαθες ότι εξαφανίστηκαν ο Φερέσκου και ο Πιτσούρκα;»
«Από την κυρία Κοβάτσι. Είναι κι αυτή εδώ. Επίσης, έγινε ένα περιστατικό με τους Ούγγρους σωματοφύλακες του κυρίου Ντράχοσλαβ».
«Του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου;» ρώτησε ο Μίκλος, που είχε κρατήσει και μια σημείωση να ρωτήσει αυτή την Κοβάτσι.
«Μάλιστα, κύριε»
Ο Μίκλος άκουσε τον Ζαλάν να τον ρωτάει «Έχει αυτός ο Τσομπάνου Ούγγρους σωματοφύλακες;»
«Δεν ξέρω, κύριε αντιστράτηγε. Δηλαδή, ξέρω ότι έχει τέσσερις νταγλαράδες που τον ακολουθούν παντού, τους έχω δει, αλλά δεν ήξερα ότι είναι δικοί μας».
Ο Ζαλάν είπε στους Βλαντιμιρέσκου «Πώς τους λένε αυτούς τους Ούγγρους;»
«Δεν ξέρουμε, κύριε αντιστράτηγε» απάντησε ο Σάντου. «Το μόνο που ξέρουμε γι’ αυτούς είναι πως ήταν ουσάροι. Παλιά, πριν δουλέψουν για τον κύριο Ντράχοσλαβ».
«Πού είναι τώρα, μαζί με τον Τσομπάνου;»
«Όχι, κύριε αντιστράτηγε. Έφυγαν».
«Πώς είναι εμφανισιακά;»
Ο Σάντου και η Στεφανία έδωσαν μια πολύ γενική περιγραφή των τύπων: ψηλοί, με κοντά μαύρα μαλλιά, μουστάκι και γεροδεμένο σώμα. Ο Ζαλάν και ο Μίκλος δυσανασχέτησαν, γιατί ήταν σαν να τους είχαν περιγράψει τον μέσο φαντάρο, κάτι που προφανώς δε βοηθούσε και πολύ. Ο Ζαλάν ζήτησε να τους πουν τι φορούσαν την τελευταία μέρα που τους είδαν τα παιδιά.
«Εγώ τους είδα» είπε η Στεφανία. «Απ’ όσο θυμάμαι, ήταν ντυμένοι με παρόμοια ρούχα. Φορούσαν σκουρόχρωμο παντελόνι, μπότες και γκρίζο παλτό. Από μακριά τους είδα, οπότε…» Τότε θυμήθηκε και κάτι άλλο. «Οπλοφορούν. Έκλεψαν όπλα από τον κύριο Τσομπάνου. Δεν ξέρω, όμως, τι όπλα ακριβώς».
«Μίκλος» είπε ο αντιστράτηγος «αυτούς τους τέσσερις τους θέλω εδώ, να δώσουν εξηγήσεις, γιατί εγκατέλειψαν το τάγμα τους. Αν τους έδιωξαν ή αν λιποτάκτησαν. Δώσε σήμα σε όλους τους σταθμούς, και ειδικά στα σύνορα, μήπως και τους προλάβουμε».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε» σημείωσε ο Μίκλος.
«Και ίσως χρειαστεί να μιλήσουμε με το Επιτελείο».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
«Με όλο το σεβασμό, κύριε αντιστράτηγε, δεν νομίζω πως θα τους βρείτε, από τη στιγμή που δεν ήρθαν εδώ. Έφυγαν άρον-άρον, τότε που ήρθαν στο Μπρασώφ ο αδερφός μου και η μητέρα μας, γιατί είχαν δει κι αυτοί τους…» Η Στεφανία κόμπιασε.
«Ποιους;» Ο Ζαλάν έβαλε τις παλάμες του στο γραφείο, έτοιμος να σηκωθεί, ενώ κάρφωσε το βλέμμα του στην Στεφανία. «Ποιους είδαν οι σωματοφύλακες του Τσομπάνου;»
Ο Σάντου κοίταξε την Στεφανία. Του ανταπέδωσε την ίδια φοβισμένη και ιδρωμένη ματιά.
«Στεφανία Βλαντιμιρέσκου» είπε ο Ζαλάν. «Γιατί έφυγαν οι Ούγγροι ουσάροι από τον Τσομπάνου; Ποιους είδαν;»
Ο Σάντου της είχε πει ότι δεν έπρεπε να αναφέρουν τα τέρατα. Ότι δεν θα τους πίστευαν. Αλλά η απειλή ότι θα τους συλλάμβαναν σε περίπτωση που συνέχιζαν να λένε ψέματα, όπως και η αδημονία της να πάει βοήθεια στο Μπραν, ανάγκασαν την Στεφανία να πει «Είδαν βρικόλακες. Τους ίδιους που απήγαγαν τους συγχωριανούς μας».
Ο Ζαλάν πρώτα έσμιξε τα φρύδια του, προσπαθώντας να καταλάβει αν αντιλήφθηκε καλά, και έπειτα άκουσε τον Μίκλος να γελάει. Κοίταξε μια τον Σάντου και μια την Στεφανία. Είχαν το ίδιο ηττημένο ύφος. «Βρικόλακες;» ρώτησε.
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε» απάντησε η Στεφανία.
«Όπως η κόμισσα Μπάθορι ή ο δικός σας ο κόμης Δράκουλας, που λάτρευαν τόσο πολύ το αίμα των θυμάτων τους;»
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε. Μόνο που στη δική μας περίπτωση υπάρχει μια Κόμισσα, δεν ξέρω πώς την λένε, η οποία πέθανε πολύ παλιά, και που έχει κάποιους άλλους βρικόλακες μαζί της, αλλά…»
Ο Μίκλος κρατούσε το στήθος του από τα γέλια, όσο ήταν εφικτό αυτό, και σχεδόν είχε γλιστρήσει από την καρέκλα του.
«Αυτή είναι η απάντησή σας στο ποιους θεωρείτε ως υπόπτους; Βρικόλακες;» ρώτησε ο Ζαλάν.
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
Ο Ζαλάν έκανε να μιλήσει, αλλά τον Μίκλος τον έπιασαν σπασμοί και άρχισε να βήχει. Οπότε απευθύνθηκε σε αυτόν. «Συνταγματάρχη, αν είναι να πεθάνεις, πήγαινε έξω καλύτερα. Έχω μια ανάκριση εδώ πέρα».
Ο Μίκλος, όπως και νωρίτερα, συμμαζεύτηκε, νιώθοντας άσχημα που ο αντιστράτηγος τον έκανε ρεζίλι μπροστά στα χωριατόπαιδα.
«Σάντου;» είπε ο Ζαλάν, δίχως να κρύβει την ειρωνεία και τον εκνευρισμό του. «Κι εσύ αυτό υποστηρίζεις, ότι βρικόλακες είναι οι υπεύθυνοι για τις εξαφανίσεις;»
Ο Σάντου δεν μίλησε. Κοίταξε την αδερφή του, μετά τους πολιτοφύλακες, και έπειτα ξανά την Στεφανία. «Στο είπα ότι δεν θα μας πιστέψουν» της είπε.
«Σου μιλάω, Σάντου» είπε ο Ζαλάν.
Η Στεφανία απλά κατέβασε το κεφάλι της.
Ο Σάντου στράφηκε προς τον Ζαλάν. Είδε έναν άντρα με εξουσία που ετοιμαζόταν να τους ορμήσει ή να διατάξει άλλους να τους επιτεθούν, νομίζοντας ότι του λένε ψέματα. Ποιο το νόημα να πω κάτι άλλο; αναρωτήθηκε. Άλλωστε, δεν ήθελε να βγάλει την Στεφανία ψεύτρα. Κάτι που, όμως, θα πρόδιδε την μητέρα τους και το δικό της σκοπό, που δεν ήταν άλλος, από αυτόν που ήθελαν όλοι -έστω, οι περισσότεροι- οι κάτοικοι του Μπραν. Να πάνε οι Ούγγροι εκεί. Γιατί, αν…
«Σάντου. Δεν θα το ξαναπώ».
Ο νεαρός είπε πως ναι, πίστευε κι αυτός ότι βρικόλακες είχαν επιτεθεί στο Μπραν.
«Μάλιστα» είπε ο Ζαλάν και βούλιαξε στην καρέκλα του. Ήπιε κι άλλο από τον καφέ του, που δε φαινόταν να έχει πια την ίδια ωραία γεύση, και έτριψε τα μάτια του, που τον πονούσαν. Πού είσαι Όρσος, να ακούσεις τι λένε οι χωριάτες; Πού είσαι, Gazeta Transilvaniei, να πάρεις συνέντευξη από δύο μάρτυρες; Πού είστε, παλικάρια του Επιτελείου, να μάθετε ποιος είναι ο νέος εχθρός της χώρας μας; Ή ο παλιός, που όμως δεν τον ξέραμε;
Η υπόθεση που θα τον έκανε διάσημο και θα του άνοιγε το δρόμο για το Επιτελείο. Η υπόθεση που θα αναδείκνυε την πολιτοφυλακή. Η υπόθεση που χρειαζόταν για να φύγει από τούτο το αχούρι. Αυτή η υπόθεση είχε να κάνει με μια αρχαία τρελή δεισιδαιμονία. Όλοι αυτοί οι γέροι και τα παιδιά είχαν φύγει, γιατί οι χωριάτες ήταν πεπεισμένοι ότι είχαν αναμειχθεί βρικόλακες. Σίγουρα αυτά τα περί βρικολάκων δεν θα τα έλεγαν μόνο τούτα τα δύο παιδιά. Όχι, θα το έλεγαν και οι άλλοι, όταν θα τους ρωτούσαν. Αλίμονο. Σιγά μην πίστευαν αυτές τις μαλακίες μόνο τα μικρά.
Τέλεια. Εξαιρετικά.
Και, σκέφτηκε ο Ζαλάν, δεν μπορώ και να τους ρίξω ένα γερό χέρι ξύλο για αυτές τις μπούρδες. Τι να βαρέσω, δεκάχρονα και εβδομηντάχρονους; Επειδή είναι ηλίθιοι και πιστεύουν ό,τι μαλακία διαδίδεται από τα παλιά τα χρόνια; Πώς θα φαινόταν αυτό στην κεντρική διοίκηση; Πόσο γρήγορα θα με ξαπόστελναν;
«Κύριε αντιστράτηγε;»
Ο Ζαλάν κοίταξε τον Μίκλος.
«Έχω την άδειά σας;»
Ο Ζαλάν κατένευσε.
Ο Μίκλος ρώτησε τα παιδιά «Και γιατί, ρε Βλαντιμιρέσκου, δεν μου τα είπατε αυτά εμένα; Ε; Γιατί η μάνα σας είπε ότι δεν ξέρετε ποιος είναι ο υπαίτιος;»
Ο Σάντου δεν έριξε το βλέμμα του, αλλά αντιμετώπισε τον συνταγματάρχη. «Γιατί ήξερε ότι δεν θα μας πιστεύατε. Κύριε. Τόσο πολύ ήθελε τη βοήθεια της πολιτοφυλακής, που αναγκάστηκε να πει ψέματα. Κύριε».
«Και μιας που την αναφέραμε, πού είναι η κυρά Κορνέλια;»
«Έμεινε στο Μπραν. Όπως και ο πατέρας μας. Όπως και πολλοί άλλοι».
«Μάλιστα. Να υποθέσω ότι και ο παπάς είπε ψέματα; Στα γράμματά του, εννοώ;»
«Ναι. Και ο πατήρ Στεφάν είπε ψέματα».
Ο Μίκλος κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε. «Ξέρετε ότι μπορούμε να σας συλλάβουμε τώρα, έτσι δεν είναι; Μμμ; Που θα με πεις εμένα “κύριε”. Ρεμάλι. Το ξέρετε, σωστά; Μόλις παραδεχτήκατε ψευδομαρτυρία σε θεσμική Αρχή του Βασιλείου της Ουγγαρίας».
Οι Βλαντιμιρέσκου δεν μίλησαν.
Χωρίς να γυρίσει προς τον Ζαλάν, ο Μίκλος τον ρώτησε «Κύριε αντιστράτηγε, να βάλω να τους συλλάβουν; Έχουμε ένα δυο κελιά που τους χωράνε. Ειδικά την τσούπρα… θα χαρούν οι άλλοι συγκρατούμενοι της, αν τους τη στείλουμε». Όχι πάρα πολύ, έτσι χοντρή που είναι, αλλά η δουλειά μπορεί να γίνει.
Η Στεφανία γούρλωσε τα μάτια της. Έπιασε το χέρι του αδερφού της, που ήταν ιδρωμένο και κρύο. Ο Σάντου έσφιξε κι αυτός την κοινή γροθιά τους.
Ο Ζαλάν ανασκουμπώθηκε, γιατί σκέφτηκε Ίσως και να μην πάει στράφι η υπόθεση. Αν αποδείξουμε ότι δεν υπάρχουν βρικόλακες, αλλά κάποιοι κοινοί εγκληματίες, που τυχαίνει να «χτυπάνε» τη νύχτα και τους οποίους θα συλλάβουμε, τότε θα πάρουμε τα εύσημα. Κι αν τώρα κάποιοι θέλουν να δώσουν κάποια υπερφυσική εξήγηση ή κάτι τέτοιο, πολύ που με νοιάζει εμένα.
Άκου, βρικόλακες. Άκου… μαυροντυμένες μορφές…
Χαμογέλασε. Όντως, το είχε ακούσει από κάποιον χωριάτη ή από κάποια χωριάτισσα.
«Κύριε αντιστράτηγε;»
Ο Ζαλάν κοίταξε τον Μίκλος. «Όχι, συνταγματάρχη, δεν θα συλλάβουμε σήμερα τους δύο Βλαντιμιρέσκου». Πριν διαμαρτυρηθεί ο Μίκλος, στράφηκε προς τα παιδιά. «Έχετε πού να μείνετε στο Μπρασώφ;»
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε. Μένει μια θεία μας εδώ».
«Ονοματεπώνυμο και διεύθυνση».
Ο Σάντου τού είπε.
Ζαλάν: «Θα μείνετε σε αυτήν. Δεν θα απομακρυνθείτε από το Μπρασώφ, για κανένα λόγο, αν δεν το πω εγώ. Μην με κάνετε να μετανιώσω που σας άφησα. Έγινα κατανοητός;»
Οι Βλαντιμιρέσκου συμφώνησαν.
«Ωραία. Και κάτι άλλο, για να φύγει από τη μέση». Ο Ζαλάν έφερε την καρέκλα του πιο κοντά στο γραφείο του, σήκωσε το χέρι του και έδειξε τον Σάντου και τη Στεφανία. «Δεν υπάρχουν βρικόλακες, νεαροί Βλαντιμιρέσκου. Ο κόμης Δράκουλας σας και η δική μας κόμισσα Μπάθορι ήταν απλά δύο τρελοί, δύο τύραννοι, δύο ζώα, όπως θέλετε πείτε τους, που αρέσκονταν στο να βασανίζουν τα θύματά τους και να βλέπουν και να νιώθουν στο πετσί τους το αίμα τους. Αλλά ήταν άνθρωποι, θνητοί. Όχι κάποιο απέθαντο πλάσμα. Δεν υπάρχουν βρικόλακες. Όποιοι κι αν είναι αυτοί που λέτε όλοι σας ότι επιτίθενται στο Μπραν, είναι άνθρωποι. Και μάλιστα, μελλοθάνατοι άνθρωποι. Γιατί, όταν τους βρούμε, δεν θα ζήσουν για πολύ ακόμα». Άφησε μια δυο στιγμές να περάσουν. Έπειτα «Έγινα κατανοητός;»
Οι Βλαντιμιρέσκου: «Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε». Χωρίς ένταση. Σαν να μην ήξεραν τι να πουν.
«Έγινα κατανοητός;»
Του το ξανάπανε.
«Εντάξει. Τους ζυγούς λύσατε».
Ο Σάντου σχεδόν περίμενε να ακούσει τον Μίκλος να πει Ελπίζω να μη χρειαστεί να τα ξαναπούμε. Αλλά ο συνταγματάρχης απλά τους χαιρέτισε.
Γύρισαν και πλησίασαν την πόρτα.
«Γιατί έμειναν κάποιοι στο Μπραν και δεν ήρθαν μαζί σας;»
Οι Βλαντιμιρέσκου κοίταξαν τον Ζαλάν, που συνέχισε «Γιατί φύγατε μόνο οι γέροι και τα παιδιά;»
Σάντου: «Γιατί κάποιος έπρεπε να μείνει και να αντιμετωπίσει τους… όποιους επιτίθενται στο χωριό».
«Τι σόι ηλίθια σκέψη είναι αυτή;» ρώτησε ο Μίκλος. «Μερικοί χωριάτες θα τα βάλουν με κακοποιούς;»
Οι Βλαντιμιρέσκου δεν αποκρίθηκαν.
«Πηγαίνετε» διέταξε ο Ζαλάν και τα παιδιά αποχώρισαν.
«Κύριε αντιστράτηγε, αυτή η υπόθεση γίνεται όλο και πιο περίεργη».
«Ναι, Μίκλος. Τείνω να συμφωνήσω μαζί σου. Ωστόσο, εμείς θα προχωρήσουμε όπως ξέρουμε. Ρώτα τους γέρους και τις γριές, να δούμε τι θα πουν για την υπόθεση. Αν θα υποστηρίξουν τις ίδιες ανοησίες με τους Βλαντιμιρέσκου. Μόλις τελειώσετε με την εύρεση των συγγενών, οργάνωσε μια μικρή μονάδα και στείλε την στο Μπραν. Δέκα με δεκαπέντε άνδρες, όχι παραπάνω. Εξοπλισμένους με τουφέκια και με εντολή να συλλάβουν τους υπαίτιους για αυτό το χαμό, είτε είναι οι χωριάτες, είτε άλλοι. Όμως, μην εμπλακούν σε μάχη αν οι κακοποιοί είναι περισσότεροι ή και καλύτερα εξοπλισμένοι».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
«Ή, μάλλον, πριν από αυτό, έλα εδώ να μου πεις τι έμαθες από τους φιλοξενούμενους μας και θα κανονίσω εγώ τι θα γίνει με την αποστολή. Επίσης, βρείτε αυτούς τους τέσσερις Ούγγρους που είχε ο Τσομπάνου».
«Λιποτάκτες θα είναι. Θα έφυγαν για να πάρουν καλύτερο παραδάκι. Ή γιατί φοβούνταν τις μάχες και ήθελαν μια πιο απλή δουλειά».
«Όπως και να έχει, ας τους βρούμε». Ο Ζαλάν σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο. Η βροχή έπεφτε αμείωτη. Οι γκρίζοι δρόμοι του Μπρασώφ είχαν ελάχιστο κόσμο. «Θα τη βρούμε την άκρη, Μίκλος. Να είσαι σίγουρος».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
4 μετά μεσημβρίας
8 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν
Μπραν
Ο Ντράχοσλαβ βρήκε τον Βέλκαν στο δωμάτιο των παιδιών. Καθόταν ανακούρκουδα στο ίδιο σημείο όπου την προηγούμενη μέρα είχε καθίσει με τις κόρες του στην αγκαλιά του. Είχε το ίδιο απόμακρο βλέμμα, όπως πριν τον ρωτήσει η Αντελίνα για το τι συνέβαινε. Έβλεπε, αλλά και δεν έβλεπε την ίδια στιγμή. Τυπικά, ήταν παρών, αλλά ουσιαστικά απών, ταξίδευε με το μυαλό του. Στα χέρια του, είχε μια από τις κούκλες που είχε αγοράσει στις μικρές πριν από λίγα χρόνια. Ήταν φτιαγμένη από ξύλο, ντυμένη με μακρύ καφέ φόρεμα, μακριές κάλτσες και χαμηλοτάκουνα παπούτσια. Τα ξανθά μαλλιά της, που ήταν από άχυρο, καλύπτονταν με ένα κοκκινωπό σκουφί, ενώ τα μάτια, η μύτη και τα κόκκινα χείλη της ήταν ζωγραφισμένα με λεπτό πινέλο. Οι μικρές την είχαν αφήσει πίσω, στην αποθήκη, για τον ίδιο λόγο που είχαν αφήσει και άλλα παιχνίδια. Είχε χαλάσει. Τα χέρια και τα πόδια της δεν ήταν ολόκληρα πλέον. Τα χρώματα των ρούχων είχαν ξασπρίσει, σαν να τα είχαν αλείψει με αλεύρι, ενώ πολλές «τούφες» των μαλλιών της είχαν αποκοπεί.
Ο Βέλκαν κρατούσε την κούκλα, αλλά δεν την κοιτούσε. Την είχε βρει τυχαία, όταν έψαχνε για ένα μπουκάλι κρασί, για το μεσημεριανό γεύμα. Χρειάστηκε να σηκώσει μερικά τσουβάλια και δύο τελάρα, καθώς και μερικά εργαλεία για τα χωράφια. Έπιασε την κούκλα και την έφερε κοντά στο κερί που είχε μαζί του. Θυμήθηκε ότι την είχε αγοράσει από μια τσιγγάνα, όταν είχε έρθει ένα μικρό καραβάνι στο Μπραν. Η Λία και η Αντελίνα ήταν εφτά χρονών εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου και είχαν μαγευτεί από τα κόλπα που έκαναν οι άντρες και τα παιδιά τους με τα ζώα και τις φωτιές, μερικά από τα οποία φαίνονταν πολύ επικίνδυνα. Όταν, δε, κάποια από τα μεγαλύτερα παιδιά παρουσίασαν ένα αστείο θεατρικό, οι κόρες του Βέλκαν ξετρελάθηκαν και έκλαιγαν από χαρά. Έπειτα, ενόσω περιδιάβαιναν τους πάγκους που είχαν στήσει οι τσιγγάνοι, κοιτούσαν όλες τις φιγούρες και τα φυλαχτά που είχαν αραδιάσει οι πωλητές, αναζητώντας, όπως κάθε παιδί, το δικό τους θησαυρό. Αλλά αυτό είχε αποδειχτεί πολύ δύσκολο για την Λία και την Αντελίνα, γιατί, πάλι όπως σχεδόν κάθε παιδί, τα ήθελαν λίγο πολύ όλα. Μπαμπά, θέλω εκείνο. Μαμά, εγώ το άλλο. Μπαμπά, κοίτα πόσο ωραίο είναι αυτό. Ο Βέλκαν και η Εμιλιάνα τις ακολουθούσαν και ένευαν σε κάθε πρότασή τους, αλλά τονίζοντάς τους ότι δεν μπορούσαν να πάρουν όλα τα παιχνίδια που έβλεπαν. Ο Βέλκαν δεν ήθελε και τόσο να είναι εκεί, γιατί είχε συνέχεια στο μυαλό του τις διδαχές των Τσομπάνου που περνούσαν από γενιά σε γενιά. Αλλά, από την άλλη, δε συμφωνούσε πάντα με ό,τι έλεγε ο πατέρας του. Επιπλέον, δεν ασχολιόταν ιδιαίτερα με τις κόρες του, το οποίο του το είχε υπενθυμίσει η Εμιλιάνα, προτού βγουν για να πάνε τη βόλτα τους. Έτσι, αποφάσισε να τις συνοδέψει.
Δεν το είχε μετανιώσει τότε και τώρα χαιρόταν που δεν είχε ακολουθήσει τη συμβουλή του Ντράχοσλαβ, ότι δεν πρέπει να κακομαθαίνει κανείς τα παιδιά του, λες και το να περάσεις λίγο χρόνο μαζί τους θα τους «εντρυφήσει» κάποιο κακό μήνυμα για τη ζωή. Αν δεν είχε πάει στο μικρό πανηγύρι που είχε στηθεί στον κεντρικό δρόμο, δεν θα είχε τώρα τη δυνατότητα να θυμάται πόσο χαρούμενες ήταν οι μικρές, αλλά και η Εμιλιάνα. Και πιθανώς δεν θα είχε τώρα αυτή την κούκλα στα χέρια του, μια ακόμα απόδειξη για μια όμορφη στιγμή του παρελθόντος του σαν πατέρας.
Ο Ντράχοσλαβ έβγαλε το καπέλο του. Κάθισε στο κρεβάτι της Αντελίνα και ατένισε το δωμάτιο γύρω του. Ήταν άδειο από ψυχή, από εκείνη την αθωότητα που μόνο τα παιδιά διαθέτουν και με την οποία μπορούν να γεμίσουν ένα χώρο. Έμοιαζε σαν να ήταν στοιχειωμένο, καταραμένο. Λες και είχε φτιαχτεί για παιδιά που δεν γεννήθηκαν ποτέ ή που γεννήθηκαν νεκρά. Του προκαλούσε αγωνία και θλίψη συνάμα. Απογοήτευση για τον εαυτό του, που δεν οργάνωσε σωστά την επιχείρηση για τη διάσωση του Μπραν και που είχε φερθεί στις μικρές με αγριάδα τόσες και τόσες φορές.
Γύρισε προς τον Βέλκαν. Έτσι που τον έβλεπε να κάθεται, με κατεβασμένους τους ώμους και μισότρελο βλέμμα, του θύμισε στιγμές από όταν ήταν παιδί και ο Ντράχοσλαβ τον νουθετούσε με όσα είχε διδαχτεί ο ίδιος, πολλά από τα οποία είχαν επηρεάσει τον ίδιο και, σε μεγάλο βαθμό, την κατάσταση στην οποία περιήλθε το Μπραν –αφού, αν είχε άλλη γνώμη για όσα έπρεπε και μπορούσαν να γίνουν, ίσως να μην έφευγαν ποτέ τα παιδιά και οι άλλοι ηλικιωμένοι. Μια από αυτές τις διδαχές είχε να κάνει με το ότι τα αγόρια -και δη, οι ενήλικοι- δεν αγγίζουν ποτέ κοριτσίστικα ή γυναικεία πράγματα, όπως παιχνίδια. Θεωρείτο πολύ σοβαρό παράπτωμα, διότι «θιγόταν» ο ανδρισμός. Αλλά ο Ντράχοσλαβ αυτό δεν το σκεφτόταν καθόλου τώρα.
«Γιε μου;» είπε και όντως, εκείνη τη στιγμή, για τον Ντράχοσλαβ, δεν ήταν ο Βέλκαν, το στήριγμα του σπιτιού, αλλά ένα μικρό αγόρι. Το δικό του μικρό αγόρι. Ο γιος που είχε υπάρξει κάποτε. Από το μυαλό του, πέρασαν όσα είχε ακούσει πιο πριν από άλλους κατοίκους, για τα δικά τους παιδιά, είτε αγόρια, είτε κορίτσια. Μίλησαν για τα αγαπημένα ζώα των μικρών τους ή το αγαπημένο τους γλυκό ή το πόσο ωραία περνούσαν στο κατηχητικό. Ή πόσο καλά είχαν κρυφτεί από τους φίλους τους, ενώ έπαιζαν. Οι άλλοι γονείς είχαν πει όσα θα έπρεπε να θυμάται οποιοσδήποτε γονιός για το παιδί του, όσο θα έπρεπε να θυμάται και ο Ντράχοσλαβ για τον Βέλκαν, καθώς ο τελευταίος μεγάλωνε, αλλά που δεν τα είχε προσέξει όταν αναφέρονταν ή συνέβαιναν -γιατί είχε δουλειές και ήταν άντρας– και που πλέον τα είχε ξεχάσει.
Ο Βέλκαν δεν τον κοίταξε. Με αργή φωνή, ψέλλισε «Μου λείπουν, πατέρα. Μου λείπουν. Δεν το πιστεύω ότι θα το έλεγα ποτέ αυτό. Δεν το πιστεύω ότι θα έφτανε κάποτε η στιγμή να τις διώξω και να αναρωτιέμαι αν θα τις ξαναδώ». Χαμογέλασε με πόνο. «Αλλά τις είχα διώξει τόσες και τόσες φορές. Όχι στο Μπρασώφ, αλλά από κοντά μου. Από δίπλα μου, από μπροστά μου. Από κει που ήμουν. Επειδή είχα δουλειές. Επειδή πάντα είχα δουλειές, αλλά ποτέ αρκετό χρόνο για τις κόρες μου. Και να πού φτάσαμε».
«Δεν ξέραμε τι θα γινόταν. Είναι άδικο να ρίχνεις ευθύνες στον εαυτό σου».
«Και σε ποιον να ρίξω; Στην Εμιλιάνα; Στην μαμά;» Κοίταξε τον Ντράχοσλαβ με θολά μάτια. Οι ρόλοι είχαν αλλάξει. Ο ψυχικός πόνος συντάρασσε τον Βέλκαν πλέον. «Σε εσένα;»
Ο Ντράχοσλαβ, που ευχόταν να πέθαινε, παρά να ξανάβλεπε έτσι τον γιο του, κατένευσε. «Ίσως. Ίσως πρέπει να κατηγορήσεις εμένα. Αν μη τι άλλο, εγώ σου έλεγα τι να κάνεις και σε υποχρέωνα να με ακολουθείς».
«Σωστά. Κι εγώ σε άκουγα. Λες και δεν είχα δική μου βούληση». Χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά της κούκλας. «Αλλά τότε θεωρούσα ότι δεν θα τις έχανα».
«Δεν τις έχασες, γιε μου. Θα τις ξαναδείς. Όλοι μας θα ξαναδούμε την Λία και την Αντελίνα. Και την Ιούλια. Σε όλους μας λείπουν».
«Το πιστεύεις αυτό; Ότι θα τις ξαναδούμε;»
«Ναι. Φυσικά». Ο Ντράχοσλαβ έπαιξε μια φορά τα μάτια του και μόρφασε. Ήταν ευχής έργο που ο Βέλκαν δεν τον κοιτούσε. «Θα τα καταφέρουμε, γιε μου. Να είσαι σίγουρος».
Ο Βέλκαν δεν απάντησε, παρά στράφηκε προς τη μπαλκονόπορτα. Το παντζούρι ήταν ανοιχτό, αλλά το φως λιγοστό. Ο Ντράχοσλαβ είδε τα δάχτυλα του γιου του να ασπρίζουν και κατάλαβε πως έσφιγγε την κούκλα.
«Όταν έρθουν» είπε ο νεαρότερος Τσομπάνου «θέλω μια προσωπική συνάντηση με την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου. Μόνο εγώ κι αυτή. Ένα δυο λεπτά, όχι παραπάνω. Δεν θα πάρει περισσότερο χρόνο. Θέλω να της εξηγήσω γιατί θα της κάνω όσα πρόκειται να της κάνω».
«Σε καταλαβαίνω, γιε μου. Εύχομαι μόνο να μην ήμουν γέρος και να μπορούσα να σε βοηθήσω».
Ο γιος του γύρισε προς το μέρος του. Τώρα είχε εξοργισμένο ύφος. «Δεν θέλω βοήθεια, πατέρα. Θέλω εκδίκηση. Προσωπική εκδίκηση. Και θα την έχω. Μάρτυς μου ο Θεός, θα τη σφάξω την Μπενγκέσκου. Θα τη σφάξω».
Η Κορνέλια ήταν στην κουζίνα, μαζί με τον Λούκα. Οι Οσμοκέσκου είχαν ξαπλώσει από τις δύο, όταν τέλειωσαν με το μεσημεριανό τους γεύμα. «Θα τα πούμε αργότερα» είχε πει ο πατήρ Στεφάν. «Μας περιμένει δύσκολη νύχτα. Ίσως η πρώτη από τις πολλές που θα έρθουν». Δεν είχε εξηγήσει και δε χρειαζόταν. Οι Βλαντιμιρέσκου ένιωθαν κι αυτοί κάπως παράξενα, λες και ήταν σκυλιά που αισθάνονται το σεισμό πριν συμβεί. Δεν ήξεραν τι θα συνέβαινε, κανένας χωριανός δεν ήξερε, όμως όλοι είχαν την ίδια αόριστη εντύπωση. Ήταν στον αέρα του Μπραν. Μύριζε σαν θειάφι, σαν να μην έβρεχε, αλλά να είχε πιάσει κάπου φωτιά και ο καπνός, ως άλλος μαντατοφόρος, ερχόταν στο χωριό να τους προετοιμάσει, χωρίς όμως να τους ξεκαθαρίσει το πότε και το πώς. Πάντως, η φωτιά θα ερχόταν. Ίσως σήμερα να έφτανε απλώς πολύ κοντά στο Μπραν. Αλλά αύριο; Ή μεθαύριο; Ή κάποια άλλη από τις επόμενες (νύχτες) μέρες; Ω, ναι, θα τους επισκεπτόταν. Και, αναμφίβολα, είχε την υποχρέωση να προσφέρει πολλή δυστυχία και καταστροφή και πολύ θάνατο.
Σύντομα.
Ο Λούκα ένιωθε το δέρμα του να τον ενοχλεί, σαν να είχε γεμίσει με τσιμπιές από έντομα. Το σπίτι ήταν ζεστό, γεμάτο εικόνες αγίων, του Χριστού, της Παναγίας, του Αγίου Πνεύματος, αλλά δεν έκανε τη δουλειά του όπως όφειλε. Δεν παρείχε σιγουριά και προστασία και έναν λόγο για να θέλεις να ξεκουραστείς. Τα κεριά πάνω στο τραπέζι ήταν λίγα. Το ίδιο και τα μουσκέτα αριστερά και δεξιά του Λούκα, για το δικό τους σκοπό. Το ένα από τα όπλα, έτσι όπως το έβλεπαν και οι δύο, τους θύμιζε τον Σάντου -αυτός το χρησιμοποιούσε συνήθως, συν ότι είχε πάρει το συγκεκριμένο μουσκέτο, όταν πήγαν με την Κορνέλια στο Μπρασώφ- και κατά συνέπεια την Στεφανία. Ερωτήσεις γέμιζαν τη σκέψη των Βλαντιμιρέσκου. Τι να έκαναν τα παιδιά; Είχαν φτάσει σώα και ασφαλή στο Μπρασώφ; Να είχαν πάει στην Σορίνα ή να τα κρατούσαν στην πολιτοφυλακή; Μήπως τα είχαν συλλάβει; Τι έτρωγαν; Ήταν καλά; Πότε θα τα ξανάβλεπαν; Πότε; Πότε;
Τις είχαν συζητήσει και είχαν παράσχει ο ένας στον άλλο παρηγοριά και υποσχέσεις, αλλά δίχως να καλύπτουν με επάρκεια το κενό που είχε δημιουργηθεί στην ψυχή τους. Ειδικά, αυτό το πότε ήταν που τους αναστάτωνε πιο πολύ. Η απελπισία που κρυβόταν κάτω από την αδυναμία να συγκεκριμενοποιήσουν το χρονικό πλαίσιο. Αχ, και να ήταν τρόπος να ξέρουν κάθε ώρα και στιγμή πού βρίσκονταν… Και τι δεν θα έδιναν να είχαν ένα τέτοιο μέσο.
«Βρε Κορνέλια» είχε πει, κάποια στιγμή ο Λούκα, «μήπως… μήπως το παρακάνουμε; Μήπως ταλανιζόμαστε πιότερο απ’ ό,τι χρειάζεται;»
«Τι είναι αυτά που λες, Λούκα; Είμαστε γονείς. Οφείλουμε να ανησυχούμε με τη σκέψη των σπλάχνων μας».
«Ναι, το ξέρω. Κι εγώ δεν είχα καν την ευκαιρία να χαιρετίσω τον γιο μου, αλλά…» Ανασήκωσε τους ώμους του, αντικρίζοντας το πληγωμένο βλέμμα της γυναίκας του. «Απλά λέω, μήπως βαυκαλιζόμαστε πολύ; Θέλω να πω, οι Ούγγροι υποσχέθηκαν ότι θα έρθουν. Στο είπαν. Όπως και να το είπαν, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει που το παραδέχτηκαν. Σωστά;»
Η Κορνέλια είχε αντιληφθεί ότι ο άντρας της χρειαζόταν την ίδια απάντηση που είχε δώσει και στον Σάντου. «Ναι, καλέ μου» είπε. Πολλές φορές, οι άντρες, όσο σκληροί κι αν προσπαθούσαν να είναι, δεν τα κατάφερναν και είχαν ανάγκη από τη γυναικεία υποστήριξη. «Αυτό έχει σημασία».
Εκείνος είχε γείρει πίσω στο κάθισμά του, κοιτώντας προς το τζάκι, εκεί όπου τα ξύλα σιγοκαίγονταν. Ένα μειδίαμα σαν χαμόγελο εμφανίστηκε για μια στιγμή στο πρόσωπό του και κάπως χαλάρωσε. Όχι πολύ, ίσα-ίσα για να μην σωριαστεί από την καρέκλα. Χρειαζόταν παρηγοριά και ελπίδα. Κι η Κορνέλια του τις προσέφερε. Όσο ήταν εφικτό κάτι τέτοιο.
Η ίδια η Κορνέλια τώρα έτριψε τα χέρια της στην ποδιά της και τα κοίταξε. Τα νύχια της ήταν βρόμικα. Οι άδειες χούφτες της, γεμάτες ρόζους και δερμάτινες χαρακιές. Από τις χίλιες διαδρομές που έκανε νοητικά και που σχετίζονταν με τα παιδιά, μία από επικράτησε και εμφανίστηκε στο προσκήνιο και η Κορνέλια έφυγε από το τώρα. Φαντάστηκε τα χέρια της να κουνιούνται πέρα δώθε και εκείνη να σιγοτραγουδάει. Τα άσπρα της μαλλιά, να ακουμπούν τους ώμους της. Το βάρος του μωρού την παρηγορούσε, το προσωπάκι του είχε κλειστά βλέφαρα και χείλη. Ήταν φασκιωμένο με μια προβιά, από αυτές που είχε χρησιμοποιήσει και για τα δικά της παιδιά. Κάποια στιγμή, σήκωσε το κεφάλι. Από πάνω της, στέκονταν ο Σάντου και η γυναίκα του. Χαμογελούσαν. Είχαν έρθει για επίσκεψη ή έμεναν μαζί με εκείνη και τον Λούκα; Δεν ήξερε. Δεν είχε σημασία. Και πώς έμοιαζε η γυναίκα του Σάντου; Ήταν όμορφη, σίγουρα, και καλή. Αξιαγάπητη. Ο Σάντου τη σεβόταν και εκείνη έκανε το ίδιο με αυτόν. Είχαν μια ωραία οικογένεια, που θα μεγάλωνε όσο ήθελαν εκείνοι.
Από το διπλανό δωμάτιο, ήρθε ο Λούκα, που φορούσε το καπέλο του, για να κρύψει τα δικά του άσπρα μαλλιά. Χαμογέλασε αμέσως, με το που είδε τα παιδιά. Φαινόταν λίγο παραξενεμένος, αλλά, εντάξει, η Κορνέλια τον καταλάβαινε. Μόλις είχε ξυπνήσει. Κανονικά, θα πήγαινε στα χωράφια, έτσι έκανε κάθε πρωί. Αλλά τώρα, θα το ανέβαλλε.
Α, κάποιος χτύπησε την πόρτα. Η αντρική φωνή δεν ήταν γνωστή, αλλά ταυτόχρονα ήταν. Η Κορνέλια σταμάτησε το τραγούδι και ζήτησε από την νύφη της να ανοίξει. Φωνές από παιδιά που έπαιζαν και από μεγάλους που κάτι συνεννοούνταν επισκέφτηκαν το σπίτι των Βλαντιμιρέσκου. Στο κατώφλι, εμφανίστηκαν η Στεφανία με τον σύζυγό της, ο οποίος κρατούσε το ένα από τα δικά τους μωρά. Το άλλο το είχε η Στεφανία. Άλλη μια ευτυχισμένη οικογένεια, τρεις στο σύνολο, μέσα στο σπίτι. Πόσο άλλο όμορφη μπορούσε να γίνει αυτή η μέρα;
Ο Λούκα άρχισε να μιλάει με τον γιο του και τον γαμπρό του, για δουλειές. Μα ήταν δυνατόν; Η Κορνέλια τον μάλωσε. Αυτά αργότερα, του είπε. Τώρα έχουμε τα παιδιά. Και τα παιδιά των παιδιών μας. Έλα, σε παρακαλώ, Λούκα. Κάτσε να πιεις τον καφέ σου και να γευματίσεις. Κι εσείς, μην στέκεστε όρθιοι, βρε καλά μου.
Η Στεφανία είπε ότι σε λίγο θα έπρεπε να ταΐσει τον μικρό. Η σύζυγος του Σάντου είπε το ίδιο για το δικό της μωρό. Αχ, αυτές οι νέες μανούλες. Πάνω απ’ όλα τα μικρά τους. Να μην κλάψουν, να μην πεινάσουν, να μη δυστυχήσουν. Πόσο τις καταλάβαινε, πόσο τις χαιρόταν… Πόσο χαρούμενη την έκανε η κόρη της που έγινε μάνα. Πόσο χαιρόταν το ζευγάρι που είχαν δημιουργήσει επιτέλους ο Σάντου και η γυναίκα του. Πάντα το είχε αγωνία η Κορνέλια. Και για τα δυο της παιδιά. Να μεγαλώσουν και να ζήσουν ευτυχισμένα, γεμάτα αγάπη. Γι’ αυτό μάλωνε καμιά φορά και την Στεφανία, όταν την έβλεπε να τρώει πολύ. Ανησυχούσε μπας και δε βρισκόταν κάποιος χριστιανός που να την θέλει, άμα γινόταν χοντρή σαν την ίδια. Αλλά είχε βρεθεί ένα καλό παλικάρι. Ναι, ήταν εκεί, με το ζεστό του χαμόγελο και τα δυνατά του μπράτσα να προστατεύουν το μωρό που είχε στην αγκαλιά του.
Η Κορνέλια το προσπάθησε, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε και έκλαψε. Έγειρε το κεφάλι της, για να μην πέσουν τα δάκρυά της στο μωρό και το ξυπνήσει. Τα παιδιά της έσπευσαν να την παρηγορήσουν. Ο σύζυγος της Στεφανία και η γυναίκα του Σάντου την παρακάλεσαν κι αυτοί να ηρεμήσει. Ο Λούκα… είπε…
«Είσαι καλά; Κορνέλια;»
Τον κοίταξε. Δεν ήταν δίπλα της, αλλά απέναντί της. Τα μαλλιά του δεν είχαν ασπρίσει αρκετά, για να θυμίζει τον παππού που είχε δει προ ολίγου. Ήταν μοναχοί τους στην κουζίνα, όχι του σπιτιού τους, αλλά σε αυτή του σπιτιού του πατέρα Στεφάν και της Ντανιέλα.
Ήταν ξανά στο παρόν. Το μέλλον είχε χαθεί. Τα παιδιά δεν ήταν εδώ. Τα παιδιά δεν είχαν παντρευτεί. Ούτε είχαν δικά τους μωρά. Τα χέρια της Κορνέλια ήταν άδεια. Απέξω, δεν ακουγόταν τίποτα άλλο από τη βροχή και τους κεραυνούς που έπεφταν.
Το μόνο που δεν είχε εξαφανιστεί ήταν τα δάκρυά της. Αυτά διέτρεχαν τα μάγουλά ως το πιγούνι της και μετά προσγειώνονταν στα χέρια και στην ποδιά της. Είχε ονειρευτεί χωρίς να κλείσει τα μάτια της, και αυτό ήταν η πιο οδυνηρή συνειδητοποίηση. Η μέρα συνεχιζόταν, δεν είχε παρέλθει. Είχαν ακόμα Φεβρουάριο του ’97. Ένα Φεβρουάριο του οποίου οι τελευταίες μέρες ήταν ατέλειωτες και οι νύχτες ανατριχιαστικές.
«Κορνέλια;»
Ο Λούκα άφησε το πόστο και τα όπλα του και ήρθε δίπλα της. Πέρασε το αριστερό του χέρι γύρω από τους ώμους της.
Εκείνη ανταπέδωσε. Αλλά δεν μίλησε. Δεν ήταν καλά και δεν ήθελε να πει κι άλλα ψέματα.
7 μετά μεσημβρίας
5 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν
Κάστρο του Μπραν
Οι βρικόλακες ήταν συγκεντρωμένοι στην τραπεζαρία, όπου κάθονταν στις σχεδόν σάπιες καρέκλες, οι οποίες μόνο αρχοντικές δεν ήταν πια. Όλοι τους, από τους κατώτερους έως τους πλέον ισχυρούς. Η Ρεβέκκα είχε πλάι της την Μαγκνταλένα και την Ροζάλια, που είχαν πάρει δύο καθίσματα και τα είχαν τοποθετήσει ένα στα δεξιά και ένα στα αριστερά της Ρεβέκκα. Ο Νικολάι, ο Βασίλι και η Έλενα κάθονταν από τη μια μεριά. Από την απέναντι, ήταν η Μαριάννα, ο Ιονάταν, ο Βαντίμ, ο Νάντρου, ο Αρσένιε, ο Μιρόν, η Ρίλια και ο Ράζβαν, όλοι τους με τα χέρια να κρέμονται σαν χαλασμένοι δείκτες ρολογιού, με το στόμα ανοιχτό να βγάζει κάπου-κάπου ένα μισο-νυσταγμένο, μισο-πεινασμένο γρύλισμα, και με το βλέμμα τους σταθερά καρφωμένο στο τραπέζι με τα μουχλιασμένα πιάτα και τα γεμάτα με νεκρά έντομα ποτήρια και μπουκάλια που είχαν ξεμείνει από τη βραδιά που πέθαναν όλοι οι ένοικοι του κάστρου από την Ροντίκα Ντραγκίτσι. Στο κέντρο της τραπεζαρίας, υπήρχε ένα κηροπήγιο με αναμμένα τρία κεριά. Έξω από τα διαλυμένα παράθυρα, η βροχή συνεχιζόταν ακάθεκτη και ο ουρανός είχε χαθεί στο έρεβος.
Η Ρεβέκκα, που είχε ακόμα νωπή την ανάμνηση από τη συνάντησή της με την Κόμισσα -και το αίμα που είχε ρουφήξει από τον Ιονάταν και τον Βαντίμ, χωρίς βέβαια να τους δώσει τη δική της ισχυρή φύση, αλλά τους μετέτρεψε σε νεκροζώντανα ανδρείκελα-, σκεφτόταν όσα της είχαν αναφέρει οι άλλοι από τις τελευταίες τους επιδρομές. Υπήρχαν οπλισμένοι άνθρωποι που φρουρούσαν τους δρόμους του Μπραν, αλλά δεν ήταν τόσο καλοί. Τραυμάτισαν την Έλενα, ναι, όμως δίχως να τη βλάψουν πολύ, ενώ ο Βασίλι τούς είχε αφοπλίσει πολύ εύκολα. Επιπλέον, από τους πιο πρόσφατους κατώτερους, ο νεαρός Μιρόν είχε αντισταθεί, παρά το ότι ήταν σε μειονεκτική θέση, αφού έπρεπε να προστατέψει τους δύο γέρους που είχε μαζί του. Κόντεψε να ξεκοιλιάσει τον Νικολάι και να τον αποκεφαλίσει, κάρφωσε στην κοιλιά της Έλενα ένα σταυρό και χτύπησε τον Βασίλι στο κεφάλι. Τα σημάδια είχαν εξαφανιστεί, αλλά αυτό δεν έσβηνε όσα είχε καταφέρει ο Μιρόν. Ένας εναντίον τριών και είχε κάνει τόσο χαμό. Δεν ήταν να το πάρουν αψήφιστα, παρότι η αδύναμη ανθρώπινη φύση του Μιρόν τον πρόδωσε στο τέλος. Υπό άλλες συνθήκες, μπορεί και να τους κατάφερνε πιο καίρια πλήγματα και να άντεχε περισσότερο. Όπως είχε θέσει σωστά ο Νικολάι, τι θα γινόταν αν στο Μπραν υπήρχαν κι άλλοι σαν τον Μιρόν; Ή και σε άλλες χώρες;
Αλλά η καλή της η Κόμισσα είχε την λύση. Την πιο απλή, την πιο ξεκάθαρη. Την οποία επανέλαβε τώρα η Ρεβέκκα. «Το ξαναλέω. Η Κόμισσα αποφάσισε ότι έχει έρθει η ώρα να δράσουμε. Θέλει το αίμα του Μπραν. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δηλαδή, είτε θα έρθουν με το μέρος μας, είτε θα προσπαθήσουν να μας εξοντώσουν, οπότε θα τους σκοτώσουμε και θα πιούμε το αίμα τους, αλλά χωρίς να τους αλλάξουμε».
«Όσοι αντισταθούν» είπε ο Νικολάι «θα πεθάνουν, σωστά;»
«Ναι. Αλλά αν τα παρατήσουν, θα τους αλλάξουμε. Θα το κρίνουμε εκείνη τη στιγμή. Επίσης, να ξαναπώ ότι τα ζώα δεν τα αλλάζουμε, απλά τα σκοτώνουμε».
«Ειδικά τα παλιόσκυλα» είπε ο Βασίλι.
«Σίγουρα, αυτά».
«Θα αρχίσουν να ουρλιάζουν, με το που θα μας πάρουν χαμπάρι. Θα ειδοποιήσουν τα θηράματα».
«Πλέον δεν θα έχει σημασία, Βασίλι. Γιατί δεν θα σταματήσουμε μέχρι να χαθεί και ο τελευταίος χωριάτης. Αν χρειαστεί, θα μείνουμε στο Μπραν μέχρι λίγο πριν το ξημέρωμα. Δεν θα σταματήσουμε. Το Μπραν θα πεθάνει. Όση αντίσταση κι αν φέρουν τα θηράματα».
Η Μαγκνταλένα είπε στη Ρεβέκκα «Κάτι που πρέπει να σκεφτούμε είναι το ότι θα αφήσουμε νεκρούς και καταστροφή. Τι θα γίνει αν έρθουν από κάποια άλλη πόλη και δουν τι κάναμε;»
«Γι’ αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Δεν θα χάσουμε το χρόνο μας για να μαζέψουμε τα σκουπίδια».
Ο Νικολάι είχε άλλη ερώτηση. «Όταν πιάσαμε τον Μιρόν και τους γέρους, έφευγαν από το Μπραν. Τουλάχιστον, αυτό φαινόταν να κάνουν, αν σκεφτούμε ότι είχαν γεμίσει την άμαξα με ρούχα και άλλα τέτοια. Είμαστε σίγουροι ότι θα βρούμε κόσμο στο Μπραν; Μήπως έχουν φύγει;»
Ο Βασίλι αναθεμάτισε. Η Ροζάλια και η Μαγκνταλένα, το ίδιο.
Η Ρεβέκκα απάντησε και πάλι. «Δεν νομίζω να έφυγαν όλοι, Νικολάι. Πού να πάνε τόσα θηράματα; Αλλά και να έχουν φύγει, δεν θα μας ενοχλήσει και πολύ αυτό. Θα τους βρούμε. Όπου κι αν πάνε θα τους βρούμε. Άλλωστε, αυτό είναι το σχέδιο. Να κατακτήσουμε τον κόσμο, να τους κάνουμε όλους βρικόλακες. Όσους δεν επιλέξουν τον θάνατο, δηλαδή».
«Δεν καταλαβαίνεις;» ρώτησε ο Βασίλι. «Αν έχουν φύγει, θα το πουν σε όλους και θα βρούμε πολύ περισσότερη αντίσταση, από αυτή που περιμένουμε. Η δουλειά μας θα γίνει ακόμα δυσκολότερη».
«Ίσως. Αλλά… Ξέρεις τι λέω εγώ, Βασίλι; Γιατί να σκοτιστούμε τώρα γι’ αυτό; Σε λίγες ώρες, θα επισκεφτούμε το Μπραν. Και θα μάθουμε αν έφυγαν τα θηράματα».
Επικράτησε σιωπή.
Μπρασώφ
Ο Ζαλάν έδωσε την άδειά του και ο Μίκλος μπήκε στο γραφείο. Δεν έχασε χρόνο, δεν κάθισε όπως την προηγούμενη φορά, παρά ανέφερε τα νεώτερα στον ανώτερό του. «Κύριε αντιστράτηγε, συνεχίζουμε τις έρευνες για τους συγγενείς των αφιχθέντων. Για τους πρώην ουσάρους, που είπαν οι Βλαντιμιρέσκου, δεν έχουμε κάποια πληροφορία. Από τα δικά μας αρχεία δε φαίνεται να καταζητείται κάποιος λιποτάκτης του ουγγρικού στρατού. Έστειλα μήνυμα και στο Επιτελείο γι’ αυτό. Επίσης, έχουμε επιβεβαίωση για τους “υπόπτους”. Όλοι οι ηλικιωμένοι, και αυτή η Κοβάτσι που μας είπαν οι Βλαντιμιρέσκου, μετά από επίμονες ερωτήσεις μας και απειλές -οφείλω να πω-, είπαν ότι θεωρούν ως υπεύθυνους για τις εξαφανίσεις… βρικόλακες». Ο Μίκλος έριξε μια ματιά στις σημειώσεις του. «Συγκεκριμένα, ανέφεραν μία “Κόμισσα”. Έτσι την είπαν. Δεν ξέρουν ποιο είναι το όνομά της, καθώς, όπως ανέφεραν, “ξεχάσαμε και τώρα το πληρώνουμε”. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό».
«Μάλιστα». Ο Ζαλάν έριξε λίγες ακόμα στάχτες από το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο. «Μια άγνωστη Κόμισσα, λοιπόν. Και βρικόλακες».
«Είναι και η ίδια βρικόλακας, απ’ ό,τι κατάλαβα. Λένε ότι είναι μεγάλη σε ηλικία. Δεν ξεκαθάρισαν πόσο ακριβώς. Αλλά είπαν, πολύ μεγάλη, διακοσίων χρονών και βάλε».
«Οι Βλαντιμιρέσκου; Πήγαν σε αυτή τη Σορίνα;»
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε. Το επιβεβαιώσαμε. Δεν έχουν φύγει από το Μπρασώφ».
«Καλώς. Κάποιο άλλο ευχάριστο νέο;»
«Ναι, αλλά δεν θα το έλεγα ευχάριστο. Έχουν έρθει από την Gazeta Transilvaniei. Περιμένουν έξω από την πύλη. Θέλουν πληροφορίες για τους χωριάτες και για το Μπραν. Κάποιος τους το είπε».
«Πάντα υπάρχει κάποιος για να μιλήσει». Ο Ζαλάν έπιασε το φλιτζάνι του, αλλά ο καφές είχε τελειώσει. Ξεφύσησε. Έτριψε τα μάτια του, μια κίνηση που, απ’ ό,τι φαινόταν, μπορεί και να του γινόταν συνήθεια. Ήθελε να μιλήσει με τους δημοσιογράφους, αλλά όχι ακόμα. Όχι προτού έχει να τους πει κάτι ουσιώδες, που να αποδεικνύει ότι η πολιτοφυλακή κάνει όντως τη δουλειά της υπό τη δική του ηγεσία.
«Τι θα θέλατε να τους πούμε, κύριε αντιστράτηγε;» Ο Μίκλος ακουγόταν επίμονος, μα κουρασμένος.
Ο αντιστράτηγος δεν του απάντησε σε αυτό. «Τι πιστεύεις ότι πρέπει να κάνουμε, Μίκλος; Μμμ; Πώς θα πρότεινες να συνεχίσουμε με αυτή την υπόθεση;»
«Νομίζω ότι τα πάμε μια χαρά, κύριε αντιστράτηγε. Θέλω να πω, με τα στοιχεία που έχουμε, δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά. Βασιζόμαστε σε μαρτυρίες, αλλά όλες αναφέρουν ότι στο Μπραν υπάρχουν βρικόλακες». Χαμογέλασε. «Πώς να αντιδράσουμε σε αυτό; Πόσο σοβαρά μπορούμε να πάρουμε έναν τέτοιο ισχυρισμό;»
«Ναι, ναι, το ξέρω». Ο Ζαλάν θυμήθηκε τα λόγια της Στεφανία για όσους είχαν μείνει στο Μπραν. Κινδυνεύουν. Όλοι τους. Κύριε αντιστράτηγε, σας εκλιπαρώ, στείλτε μερικούς από τους άντρες σας. Σας εκλιπαρώ. Θα τους επιτεθούν. Δεν ξέρουμε πότε, αλλά θα το κάνουν. Το έχουν ξανακάνει και χάθηκαν άνθρωποι από το Μπραν. Συγχωριανοί μας. Σας εκλιπαρώ. Σας εκλιπαρώ. Σας εκλιπαρώ.
«Με όλο το σεβασμό, κύριε αντιστράτηγε» είπε ο Μίκλος «όμως, για την ώρα ας ακολουθήσουμε τις διαταγές που δώσατε πιο πριν. Όταν μάθουμε κι άλλα για την υπόθεση…»
Ζαλάν: Γιατί φύγατε μόνο οι γέροι και τα παιδιά;
«… τότε στέλνουμε άντρες στο Μπραν, για να ερευνήσουν».
Σάντου: Γιατί κάποιος έπρεπε να μείνει και να αντιμετωπίσει τους… όποιους επιτίθενται στο χωριό.
«Συν τοις άλλοις, βρέχει πάρα πολύ και έχει σκοτεινιάσει. Μέχρι να φτάσουν οι δικοί μας, θα έχουν πουντιάσει. Εντάξει, είμαστε σκληροτράχηλοι στην πολιτοφυλακή, αλλά ξέρουμε και πότε συμφέρει να κάνουμε εξορμήσεις». Χαμογέλασε, αλλά, όταν είδε τον ανώτερό του να μη συμμερίζεται την προσπάθειά του για χιούμορ, σοβάρεψε πάλι. «Αυτό νομίζω εγώ» ολοκλήρωσε τη σκέψη του ο Μίκλος.
Οι μαυροντυμένες μορφές τον κυνηγούσαν στο άγνωστο χωριό. Αυτός, φοβισμένος σαν να ήταν ξανά μικρό παιδί. Δεν τις είχε δει καθαρά, αλλά κάτι είχε δει. Κατάλευκα πρόσωπα, κάτω από τις κουκούλες. Γαμψά νύχια, σαν του αετού. Και… μήπως είχαν μεγάλα δόντια αυτές οι μορφές και ήθελαν να πιουν το αίμα του; Και σαν να ήταν γυναίκα η μορφή που προπορευόταν. Φαινόταν να έχει γυναικεία στήθη.
Κι εκείνος έτρεχε. Και φώναζε. Αλλά κανείς δεν τον άκουγε. Ήταν μόνος. Αυτός και οι (βρικόλακες) μαυροντυμένες μορφές.
«Κύριε αντιστράτηγε;»
«Κατάλαβα» είπε ο Ζαλάν, που ένιωθε ότι το κεφάλι του θα σπάσει και το σώμα του θα πέσει στο πάτωμα, ξεψυχισμένο. Η σκατο-υπόθεση ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι από διάφορες κλωστές ραψίματος, από εκείνες που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες –και η δικιά του ενίοτε, όταν άφηνε τους φαντασμένους ποιητές. Αλλά το ρούχο που είχε προκύψει ήταν ένας συνδυασμός τσιγγάνικης και χωριάτικης τεχνοτροπίας από την Τρανσυλβανία, το οποίο ρούχο ο Ζαλάν δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος θα καταδεχόταν να το φορέσει.
Όποιους επιτίθενται στο χωριό.
Σας εκλιπαρώ.
Χάθηκαν άνθρωποι.
Θεωρούν ως υπεύθυνους για τις εξαφανίσεις βρικόλακες… Ανέφεραν μία “Κόμισσα”.
Σας εκλιπαρώ.
Χάθηκαν.
Άνθρωποι.
Βρικόλακες.
Οι υπεύθυνοι.
Οι μαυροντυμένες μορφές.
Τον κυνηγούν.
Χριστέ μου.
Σας εκλιπαρώ.
Δεν με παρατάς, κοριτσάκι; Ε; Δεν με παρατάτε όλοι σας, λέω εγώ;
«Με τους δημοσιογράφους τι θέλετε να κάνουμε, κύριε αντιστράτηγε;»
«Τίποτα». Ο Ζαλάν ξεφύσησε και σηκώθηκε και έκανε το γύρο του γραφείου. Έπιασε το παλτό και το κράνος του. «Άκου, Μίκλος. Εγώ φεύγω. Έστω και για δύο ώρες. Δεν το βλέπω να κρατάω περισσότερο αν μείνω εδώ. Θα μιλήσω εγώ στους τύπους από την Gazeta Transilvaniei. Θα τους ξεκαθαρίσω ότι, προς το παρόν, δεν υπάρχει κάτι που να αξίζει να δημοσιεύσουν. Όταν έχουμε, θα τους πούμε. Εσύ φρόντισε να μην ανοίξει το στόμα του κανένας άλλος, γιατί θα πέσουν κεφάλια».
Ο Μίκλος είχε την άποψη ότι μπορούσαν να πουν στην εφημερίδα για τους αφιχθέντες, μήπως δει κάποιος συγγενής το άρθρο και εμφανιστεί, αλλά αφού μίλησε ο Ζαλάν, το θέμα θεωρείτο λήξαν. Δεν θα σκοτιζόταν κιόλας. Είχε άυπνος από το προηγούμενο βράδυ. Ακόμα και στη βασική εκπαίδευση τούς άφηναν να κοιμηθούν λίγο, πριν τους αρχίσουν στα καψόνια. Τώρα το κορμί του έμοιαζε να έχει βαρύνει κατά εκατό κιλά. Ώρες-ώρες, το ένιωθε σαν να μούδιαζε, σαν να παρέλυε. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει και να ξεκουραστεί, αλλά αυτό δεν ήταν στα άμεσα σχέδια. Οπότε ναι, έδινε ήδη πάρα πολλά στους χωριάτες. Αρκούσαν. «Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
«Με πρώτο και καλύτερο το δικό σου κεφάλι, αφού θα είσαι ο ανώτερος αξιωματικός σε υπηρεσία. Έγινα κατανοητός;»
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε»
Ο Ζαλάν άνοιξε την πόρτα, αλλά δε βγήκε. Είδε την πλάτη και το πίσω μέρος του κράνους των πολιτοφυλάκων που στέκονταν έξω από το γραφείο του, καθώς και την πόρτα απέναντι, που ήταν αίθουσα ανακρίσεων. Σας εκλιπαρώ. Χάθηκαν άνθρωποι. Αναστέναξε. «Μίκλος;» είπε.
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε;»
«Ετοίμασε δεκαπέντε άντρες, από τους οποίους ένας λοχαγός θα ηγείται και θα έχει ακόμα έναν λοχία. Πες τους ότι το πρωί, πριν ξημερώσει, ξεκινάνε για το Μπραν. Ό,τι σκατόκαιρο κι αν έχει. Θα πάρουν μαζί τους και μια άμαξα μεταφοράς κρατουμένων. Θέλω επιτόπιες έρευνες και ανακρίσεις. Ως το μεσημέρι, να έχουν ξεμπερδέψει με όλους τους χωριάτες του Μπραν που θα βρουν εκεί και να έχουν πάρει το δρόμος της επιστροφής για το Μπρασώφ». Πήρε μια ανάσα. Σας εκλιπαρώ. Θα τους επιτεθούν. «Αν υπάρχουν ύποπτοι ή αν το κρίνουν απαραίτητο οι επικεφαλείς, ας μείνουν, αλλά να στείλουν εδώ έναν πολιτοφύλακα, για να μας πει τι γίνεται, αν χρειάζονται ενισχύσεις κλπ».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
«Θα προσπαθήσω να έρθω κι εγώ όσο πιο νωρίς μπορέσω, βέβαια. Απλά στο λέω να το έχεις κατά νου. Αν δεν προλάβω, προχώρησε το σχέδιο όπως είπα».
Ο Μίκλος διαβεβαίωσε τον ανώτερό του ότι όλα θα γίνονταν όπως ήθελε.
Ο Ζαλάν έφυγε από το γραφείο, με τη φωνή της Στεφανία Βλαντιμιρέσκου να τον στοιχειώνει ακόμα με τα παρακάλια της.
Μπραν
Οι Οσμοκέσκου είχαν ξυπνήσει πριν από καμιά ώρα και κάθονταν μαζί με τους Βλαντιμιρέσκου. Όταν τους άκουσε να σηκώνονται, η Κορνέλια είχε προσπαθήσει αφενός να ηρεμήσει τον εαυτό της και να σκουπίσει τα δάκρυά της, και αφετέρου έσπευσε να τους πείσει πως έπρεπε να μείνουν στο κρεβάτι. Όμως, και ο Στεφάν και η Ντανιέλα ήταν αποφασισμένοι και δεν έκαναν πίσω.
«Περνάμε όλοι δύσκολες στιγμές» είπε η Ντανιέλα με καρτερικότητα. «Δεν έχουμε καιρό για να κοιμόμαστε. Πρέπει να είμαστε όλοι απίκο».
«Είμαστε εμείς εδώ» είχε πει η Κορνέλια. «Μην κουράζεστε».
«Σε ευχαριστώ, καλή μου» της είχε χαμογελάσει ο Στεφάν, δίχως χαρά, «αλλά οφείλουμε να είμαστε δίπλα σας. Να είμαστε όλοι μαζί».
Η σύζυγος του Λούκα δεν το είχε προχωρήσει, παρά ακολούθησε τους Οσμοκέσκου στην κουζίνα. Εκείνος σηκώθηκε και βοήθησε τα δύο γερόντια.
«Για ποιο λόγο έκλαιγες, αγαπητή μου;» ρώτησε η Ντανιέλα όταν κάθισαν.
Η Κορνέλια σταμάτησε και κοίταξε τον άντρα της. Μετά, προχώρησε και πήρε τη θέση της στα δεξιά του Λούκα. «Ονειροπόλησα για λίγο» είπε. «Φαντάστηκα το μέλλον των παιδιών μου, καθώς και το δικό μου και του Λούκα. Είδα πως είχαν κάνει τις δικές τους οικογένειες και πως είχαν έρθει να μας δουν και εγώ ήμουν πολύ χαρούμενη».
Ο πατήρ Στεφάν είπε «Είμαι βέβαιος πως θα ευτυχίσουν. Και ο Σάντου και η Στεφανία. Το αξίζουν, είναι πολύ καλά παιδιά».
«Ναι» χαμογέλασε η Κορνέλια και κοίταξε το χέρι του Λούκα που έπιασε το δικό της. «Ναι, κι εγώ αυτό νομίζω, πάτερ». Ρούφηξε τη μύτη της. «Άλλωστε, γι’ αυτό τα διώξαμε. Για να ευτυχήσουν». Σκούπισε το πρόσωπό της με την ανάστροφη της παλάμης της. «Με συγχωρείτε. Απλά μου λείπουν τα παιδιά μου. Ποτέ δεν μου είχαν φύγει και… δεν μου είναι εύκολο».
«Σε καταλαβαίνουμε, Κορνέλια» τη διαβεβαίωσε ο Στεφάν. «Είναι πολύ σκληρό για όλους μας, και περισσότερο για όσους έχουν παιδιά. Δε χρειάζεται να απολογείσαι». Προσπάθησε να κρατήσει τη φωνή του όσο πιο ψύχραιμη μπορούσε, όπως έκανε και η Ντανιέλα. Γιατί κι εκείνος είχε δει ένα όνειρο, αλλά δεν είχε καμιά σχέση με αυτό της Κορνέλια. Βασικά, ήταν το ακριβώς αντίθετο: ένα σκοτάδι χωρίς ανθρώπους, και δη χαρούμενους ανθρώπους. Υπήρχαν μόνο τέρατα. Τέρατα που λυμαίνονταν ό,τι αποθέματα έβρισκαν από πλάσματα του Θεού. Τον είχε τρομάξει πολύ τον Στεφάν και το είχε πει στην γυναίκα του, η οποία πρότεινα να σηκωθούν, γιατί δεν ήταν σωστό να κοιμούνται, ενώ οι άλλοι αγωνιούσαν. Του τόνισε, όμως, να μην αποκαλύψει τον εφιάλτη του και στους Βλαντιμιρέσκου. Ο Στεφάν τής είχε πει ότι δεν θα του ήταν εύκολο, αλλά πως θα το προσπαθούσε.
«Σας ευχαριστώ, πάτερ».
Τώρα είχαν όλοι μπροστά τους ένα μικρό ποτήρι ή φλιτζάνι με τσάι και ένα πιάτο με plăcintă, ένα γλυκό αρτοσκεύασμα με τυρί urdă και μήλο. Είχαν ανάψει πέντε κεριά και φρόντισαν ώστε να διατηρηθεί η φωτιά στο τζάκι. Δεν πολύ-μιλούσαν, παρά είχαν βυθιστεί ο καθένας στις σκέψεις του, με εξαίρεση την Κορνέλια που είχε αδειάσει το μυαλό της και ίσα που κατάφερνε να μην κλείσει τα μάτια της. Προηγουμένως, τουλάχιστον, που ετοίμαζε το τσάι και έκοβε το γλυκό, είχε κάτι να κάνει και ξεχνιόταν. Μεγάλο πράγμα να έχεις κάτι για να απασχολείσαι και να μη σκέφτεσαι κάθε ώρα και στιγμή τα δεινά που σε ταλαιπωρούν.
Ο Στεφάν και η Ντανιέλα έσφιγγαν τις μαγκούρες τους και το βλέμμα τους πλανιόταν στις εικόνες που κοσμούσαν το σπιτικό τους. Παρακαλούσαν τον Θεό, τον Χριστό, τον κάθε άγιο ξεχωριστά, να μην τους εγκαταλείψουν. Να τους δώσουν τη δύναμη που χρειάζονταν και τη φώτιση να πάρουν τις σωστές αποφάσεις. Και, πάνω από όλα, να έχουν καλά όσους έφυγαν εγκαίρως από το Μπραν και να έχουν το καλύτερο δυνατό μέλλον.
Ο Λούκα, από τη μεριά του, έλεγχε ανά λίγα δευτερόλεπτα τα μουσκέτα και το μαχαίρι που είχε στη ζώνη του. Όπως και το παράθυρο, αν και δεν του άρεσε, γιατί δεν μπορούσε να δει το παραμικρό. Όμως, ήξερε ότι συνέχιζε να βρέχει. Ήξερε πως ήταν αυτός ο λόγος -έστω, ένας από τους λόγους- που θα εμπόδιζε τους Ούγγρους να έρθουν στο Μπραν. Ο καιρός δεν ήταν με το μέρος τους. Ο Λούκα ευελπιστούσε να είναι ο Θεός, όμως. Να είναι κοντά τους όταν θα Τον χρειάζονταν. Γιατί μια φορά μόνοι τους δεν θα τα κατάφερναν. Ήταν πολύ λίγοι και καθόλου εκπαιδευμένοι στην τέχνη του πολέμου. Ήξεραν από κυνήγι, αλλά πόσο να τους βοηθούσαν κι αυτά τα λίγα που γνώριζαν περί αυτού; Δεν είχαν να πιάσουν κάνα αγριογούρουνο, αλλά να παλέψουν με νεκροζώντανα τέρατα. Εντελώς διαφορετική κατάσταση.
Η Ντανιέλα τον έβλεπε τον Στεφάν, που καθόταν μεν, αλλά έχοντας φοβερή υπερένταση, αφού έσφιγγε και ξέσφιγγε τη μαγκούρα του, σαν να ήθελε να τη χρησιμοποιήσει για να σηκωθεί και να φύγει. Ο εφιάλτης του, προφανώς. Τον είχε αναστατώσει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι είχε καταλάβει η ίδια. Ήταν και το ότι ένιωθε πως δεν είχε μπορέσει να βοηθήσει όπως ήθελε τους συγχωριανούς του. Συν το ότι αμφέβαλλε για την πίστη του. Αυτό, πάλι; Ολόκληρος παπάς και να αναρωτιέται πού είναι ο Θεός και γιατί δεν νιώθει ότι είναι κοντά στους πιστούς Του; Πώς περίμενε ότι θα αντιμετώπιζαν τους δαίμονες, αν δεν είχαν τον Θεό δίπλα τους; Δεν υπήρχε περίπτωση ο Μεγαλοδύναμος να άφηνε έτσι το ποίμνιό Του.
Αλλά ίσως αφήσει εμάς, σκέφτηκε. Ο Στεφάν έχει διαπράξει πολύ μεγάλη αμαρτία. Είναι εκπρόσωπος του Κυρίου και την τελευταία εβδομάδα γυροφέρνει στον νου του απορίες που για τον ίδιο θα έπρεπε να είναι απαντημένες. Θα έπρεπε να ξέρει ότι είναι «άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου». Όχι, διόρθωσε τον εαυτό της, το ξέρει, αλλά δεν το έχει δεχτεί. Ο ίδιος έχει διαβεβαιώσει στο παρελθόν την αγαπημένη μας Στεφανία πως ο Θεός απαντάει, αλλά όχι όπως μιλάνε οι άνθρωποι. Έχει καταφέρει να παρηγορήσει τόσους και τόσους πιστούς, πριν αλλά και όσο είμαστε στο Μπραν. Μπόρεσε να συμφιλιωθεί με τον Ντράχοσλαβ και να τον φέρει κοντά στους συγχωριανούς του. Με τι δύναμη τα κατάφερε όλα αυτά; Μόνο με τη δική του;
Ο Στεφάν έπρεπε να ζητήσει συγχώρεση. Ξανά και ξανά. Γι’ αυτό ήταν έτσι τώρα. Ανησυχούσε γιατί ολιγοπιστούσε. Όπως τότε, παλιά, που περνούσαν τα χρόνια, δεν έκαναν παιδιά και ο Στεφάν κατέπεφτε και εκνευριζόταν και κοιτούσε τα πρόσωπα στις εικόνες σαν να ήταν προδότες της χώρας του, ενώ στην πραγματικότητα εκείνος πρόδιδε την πίστη του. Τι νόμιζε, ότι η Ντανιέλα δεν πληγωνόταν που δεν κυοφορούσε και που δεν αποκτούσαν παιδιά; Δεν έκλαιγε; Δεν απογοητευόταν; Ναι, αντιλαμβανόταν τον πόνο του άντρα της, όμως αυτό ήταν ένα πράγμα και το πώς αυτός το διαχειριζόταν ήταν ένα άλλο.
Η Ντανιέλα θυμήθηκε που ήταν νέοι και εκείνος στεκόταν στην Ωραία Πύλη της εκάστοτε εκκλησίας και κήρυττε. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά και γένια και σοβαρό ύφος, δασκαλίστικο, αλλά όχι με την κακή έννοια. Δεν προσπαθούσε να επιβάλλει όσα έλεγε, αλλά να προβληματίσει. Να πείσει τον κόσμο για την αλήθεια των λόγων του Ευαγγελίου, αφήνοντας όμως τον καθένα και την καθεμιά να αποφασίσει για το τι θα δεχόταν και τι όχι. Η Ντανιέλα, ξανθιά με ανοιχτά πράσινα μάτια τότε, τον παρατηρούσε από τη θέση της, θαυμάζοντάς τον. Όπως όλοι στον ναό. Δεν τον διέκοπταν, δεν μίλαγαν μεταξύ τους, απαξιώντας για τα λεγόμενά του. Ήταν εκεί, για να τον ακούσουν. Για να πιστέψουν.
Πού είχε πάει εκείνος ο Στεφάν; Τι είχε απογίνει; Είχε γίνει κυνικός και ανυπόμονος, αντί να ήταν ευγενικός και με καρτερικότητα;
Έχω να τα βάλω με ανύπαρκτα τέρατα, της είχε πει, λίγο καιρό αφότου είχαν έρθει στο Μπραν και έμαθε για τα όσα έλεγαν οι κάτοικοι για τους βρικόλακες. Είναι ο λόγος μου απέναντι στον δικό τους.
Δεν ήταν τόσο ανύπαρκτα πια. Όφειλε να το παραδεχτεί. Όλοι όφειλαν να το παραδεχτούν. Τα τέρατα υπήρχαν. Αλλά και πάλι, αυτό δεν ήταν λόγος για ολιγοπιστίες. Γιατί, για να υπάρχει ο Διάβολος και οι υπηρέτες του, τότε υπάρχει και ο Θεός, με τους πιστούς Του και τους αγγέλους Του. Και είναι πιο ισχυρός.
Η Ντανιέλα είδε τον Στεφάν να αναδεύεται και να την κοιτάζει. Συγνώμη, έλεγαν τα μάτια του. Τον είχε μάθει πλέον. Όταν έμενε για πολλή ώρα αμίλητος και μετά την κοιτούσε με σμιγμένα φρύδια, ζητούσε την συμπάθειά της για ό,τι θα έκανε στη συνέχεια. Γιατί κι εκείνος ήξερε ότι αυτή θα προσπαθούσε να τον σταματήσει. Κάτι που η Ντανιέλα πήγε να πράξει και τώρα, αλλά την πρόλαβε.
Ο Στεφάν έσπασε τη σιωπή, λέγοντας «Λούκα, πήγαινε σε όλους τους κατοίκους. Πες τους να έχουν τον νου τους. Χτύπα και την καμπάνα. Κάτι θα γίνει. Το νιώθω. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Πήγαινε και γύρνα αμέσως εδώ».
Ο Λούκα είπε ναι και έπιασε το ένα από τα μουσκέτα. Φόρεσε το πανωφόρι του και, αφού πήρε την άδεια από την Κορνέλια -που του ένευσε-, βγήκε στο σκοτάδι και τη μπόρα του Μπραν.
«Χριστέ μου» έκανε, όταν οι δυνατές σταγόνες της βροχής άρχισαν να πέφτουν πάνω του. Έμοιαζε σχεδόν εσκεμμένο, λες και τον είχαν στόχο. Ήταν σαν να πετούσαν κάποιοι με εκείνα τα στρογγυλά… πράγματα που πετάνε και που τόσο τα έδειχνε η Gazeta Transilvaniei (όταν είχε κάνα άρθρο για τις βουνοπλαγιές της Τρανσυλβανίας και πόσο πολύ άξιζε να επισκεφτεί κανείς τα χωριά που υπήρχαν κοντά σε αυτές και να περιδιαβεί τα Καρπάθια από ψηλά)… Πώς τα έλεγαν; Αερόστατα, ναι. Ήταν, λοιπόν, σαν να πετούσαν κάποιοι με μερικά από δαύτα και προσπαθούσαν να μουσκέψουν όλο τον τόπο με μάνικες.
Ο Λούκα χαμογέλασε λιγάκι. Του φαινόταν πολύ παιδική η σκέψη του, ώρες-ώρες.
Νιάου.
Κοίταξε κάτω στα πόδια του και είδε μια γάτα με άσπρο και μαύρο τρίχωμα, το οποίο είχε επίσης βιώσει τον κατακλυσμό του Μπραν. Ούτε να την είχαν βουτήξει σε ποτάμι, σκέφτηκε ο Λούκα και χαμογέλασε κι άλλο. Η γάτα τινάχτηκε δυο τρεις φορές και έγλειψε το τρίχωμά της, σαν να ήθελε να μαζέψει τα νερά, αλλά ο Λούκα πολύ αμφέβαλλε αν θα τα κατάφερνε.
«Θα ’ρθεις μαζί μου;» της είπε και η γάτα σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε με τα μεγάλα σκουρόχρωμα μάτια της. Και έγλειψε τα μουστάκια της. Και νιαούρισε ξανά.
Ο πατέρας της Στεφανία και του Σάντου δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό, αλλά, όπως διαπίστωσε όταν άρχισε να περπατάει, μάλλον σήμαινε ότι η γάτα θα του κρατούσε λίγη παρέα, καθότι τον ακολουθούσε κατά πόδας, με τα αυτιά και την ουρά της κατεβασμένα.
Αλλά, γύρω στα είκοσι λεπτά αργότερα, όταν επέστρεψε στο σπίτι, δεν ήταν μαζί του η γάτα. Γιατί είχε πάει και είχε ελευθερώσει τα σκυλιά του, την Σαλμπάτικα και την Λένουσα. Τα άφησε παραδίπλα από το σπίτι των Οσμοκέσκου, στην εκκλησία, όπου η σκεπή προεξείχε λίγο και κάπως θα μείωνε την έκθεση των σκυλιών στη βροχή. Το να τις ελευθερώσει ήταν μια ιδέα που του ήρθε όταν πήγε στο πρώτο σπίτι, αυτό των Τσομπάνου, όπου είδε κάνα πεντάρι ή έξι σκυλιά να κάθονται κοντά στον εξωτερικό τοίχο και να τον πλησιάζουν μόνο όταν αυτός μπήκε στην αυλή. Τον μύρισαν, τον αναγνώρισαν και επέστρεψαν στη θέση τους, αφήνοντας τον Λούκα να συλλογίζεται ότι τα περισσότερα σκυλιά του Μπραν ήταν (ή είχαν υπάρξει) κυνηγόσκυλα, τα οποία, τουλάχιστον μέχρι πριν λίγα χρόνια, φρόντιζαν να κρατάνε μακριά τα άγρια ζώα. Κι εφόσον οι κάτοικοι δεν ήταν στρατιώτες, αλλά κυνηγοί, τι θα χρειάζονταν να έχουν κοντά τους σε περίπτωση ανάγκης; Όπως, ας πούμε, όταν θα έρχονταν τα τέρατα;
Τα σκυλιά τους, βέβαια! Τα οποία τους είχαν προειδοποιήσει τις προηγούμενες νύχτες –άλλο που εκείνοι δεν είχαν κάνει κάτι γι’ αυτό. Τώρα ήταν που θα τα χρειάζονταν και αυτό το τόνισε σε όλους. «Αφήστε τα σκυλιά ελεύθερα» τους είπε. «Όσο πιο πολλά, τόσο το καλύτερο».
Και κάπως έτσι, ένας εκπρόσωπος από κάθε οικογένεια βγήκε και αμόλησε τα σκυλιά του, κυρίως τα ενήλικα. Σιγά-σιγά, το Μπραν γέμισε με μεγαλόσωμα τετράποδα, τα οποία, από τη μια ήταν χαρούμενα που ήταν ελεύθερα, αλλά από την άλλη δεν τους άρεσε που θα καταβρέχονταν.
Όμως, κι αυτό άρχισε να αλλάζει. Η βροχή σταδιακά περιορίστηκε σε στάλες, μέχρι που τελικά σταμάτησε. Το οποίο ήταν καλό ή κακό; Οι κάτοικοι δεν ήταν βέβαιοι, ειδικά και μετά τα νεώτερα με την εκτίμηση του πατέρα Στεφάν ότι κάτι θα γινόταν.
Αυτό που δεν πρόσεξε ο Λούκα ήταν πως και κάποιος άλλος είχε κινηθεί στο σχεδόν εγκαταλελειμμένο χωριό. Βγήκε, έκανε όσα είχε σχεδιάσει και επέστρεψε στο πόστο του.
Κοντά στα σύνορα με την Ουγγαρία
Οι τέσσερις πρώην ουσάροι και μετέπειτα σωματοφύλακες του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου είχαν καταλύσει στις πεντέμισι για δύο ώρες σε ένα πανδοχείο της πόλης Οραντέα. Ταξίδευαν χωρίς σταματημό από τη στιγμή που είχαν περάσει την Ντέβα, όπου έμειναν πάλι για δύο ώρες και πήραν προμήθειες. Μέχρι τώρα, δεν είχαν συναντήσει κανένα εμπόδιο, κι ούτε περίμεναν να συναντήσουν. Δεν ήταν φυγάδες ή λιποτάκτες. Εντάξει, είχαν κλέψει από το πρώην αφεντικό τους –και από τα δύο πρώην αφεντικά τους-, αλλά πολύ αμφέβαλλαν ότι οι Τσομπάνου θα πήγαιναν στην πολιτοφυλακή γι’ αυτό, για μερικά όπλα. Πέραν του ότι τα κατείχαν παράνομα εξ αρχής που τα πήραν -οι σωματοφύλακές τους τα είχαν “δανειστεί” από τον ουγγρικό στρατό, όταν ήταν ακόμα στο τάγμα των ουσάρων και είχαν ελεύθερη είσοδο στις αποθήκες πυρομαχικών-, πλέον είχαν πιο σοβαρά προβλήματα να λύσουν. Κι αυτός ήταν ο λόγος που οι Ούγγροι είχαν πάρει το δρόμο της επιστροφής προς την πατρίδα. Οι βρικόλακες. Τα παραμύθια που είχαν αποδειχτεί πιο αληθινά απ’ όσο θα ήθελαν.
Κάποια στιγμή λίγο μετά το Μπραντ, καθώς συνάντησαν τους πρώην συναδέλφους τους ουσάρους που έκαναν ασκήσεις με πυρά -πράγμα που σήμαινε ότι ο δρόμος ήταν κλειστός και κανείς δεν περνούσε, αλλά τους δικούς τους, τους ομοεθνείς τους, εννοείται πως θα τους άφηναν-, σκέφτηκαν να πουν για τα τέρατα, μπας και σωθούν ή μήπως και σταλούν μονάδες στο Μπραν, αλλά απέρριψαν την ιδέα. Πρώτον, δεν θα τους πίστευαν, όπως και οι ίδιοι δεν είχαν πιστέψει ότι υπήρχαν βρικόλακες -μέχρι που τους είδαν, δηλαδή- και δεύτερον, δεν θα σκοτίζονταν για το τι συνέβαινε στο γαμημένο το Μπραν. Το είχαν αφήσει πίσω τους, και αυτό και τα προβλήματά του. Τέλος.
Έτσι είχαν αποφασίσει, μα στην πραγματικότητα τους ήταν δύσκολο να ξεχάσουν, ειδικά οι δύο που είχαν συναπαντηθεί με τα φρικιά. Ο ύπνος τους ήταν ταραχώδης, γεμάτος σκοτάδι και σκιές που αποσπόντουσαν από το περιβάλλον τους, για να τους επιτεθούν. Μορφές που βρομούσαν θάνατο και σαπισμένη σάρκα. Ψηλές και δυνατές και γρήγορες μορφές. Ανίκητες. Δαίμονες επί της Γης. Τους περικύκλωναν και εκείνοι δεν ήξεραν πού να σημαδέψουν, από πού να περιμένουν το χτύπημα. Και το ότι αργούσε να συμβεί το αναπόφευκτο τούς ήταν πολύ χειρότερο από το να τους σκότωναν αμέσως.
Οι Ούγγροι εύχονταν να ξεχνούσαν σύντομα τα όσα είχαν δει και τα όσα είχαν νιώσει. Πήγαιναν στην πατρίδα. Για μια νέα αρχή. Ήταν ακόμα νέοι, κάτω από τα σαράντα. Κάπου στη Βουδαπέστη περίμενε τον καθένα τους από μια κυρά. Τέσσερις γυναίκες, οι οποίες θα σήμαναν το τέλος της συνεργασίας των Ούγγρων. Γιατί έτσι το είχαν συνεννοηθεί. Από τη στιγμή που θα πατούσαν το πόδι τους στην πρωτεύουσα, θα χωρίζονταν και ίσως καμιά φορά να συναντιούνταν στο δρόμο και να ένευαν ο ένας στον άλλο. Μπορεί και με την πάροδο του χρόνου να κρατούσαν επαφή. Θα το έβλεπαν.
Προς το παρόν, και ώρα οχτώ παρά δέκα, ξεκινούσαν από το πανδοχείο της Οραντέα. Είχαν πληρώσει το λογαριασμό τους, οπότε δεν ανησυχούσαν γι’ αυτό. Απλά βγήκαν στην κρύα νύχτα και πλησίασαν την άμαξα. Δύο μπήκαν μέσα και οι άλλοι δύο ανέβηκαν στη θέση του οδηγού. Τα όπλα τα είχαν πάνω τους –σιγά μην τα άφηναν στην άμαξα, να τους κλέψουν τίποτα αλήτες ή τσιγγάνοι. Ο δρόμος ήταν άδειος από κόσμο, με εξαίρεση κάνα δυο πολιτοφύλακες που περιπολούσαν. Κατά τα άλλα, ούτε ψυχή. Οι δύο έριξαν μια γρήγορη ματιά προς κάθε κατεύθυνση, για παν ενδεχόμενο. Μήπως πεταγόταν κάνα τέρας και τους έπιανε απροετοίμαστους… Αλλά δε συνέβη κάτι.
Οι Ούγγροι έφυγαν και, όπως αποδείχτηκε, δε βρήκαν κανένα ουσιώδες εμπόδιο ούτε στα σύνορα. Γιατί ναι, τους σταμάτησαν, και ναι, τους είπαν ότι η πολιτοφυλακή του Μπρασώφ ζητούσε να μάθει για τέσσερις συγκεκριμένους άντρες που είχαν υπηρετήσει στον ουγγρικό στρατό και είχαν φύγει πριν δέκα χρόνια περίπου. Αλλά μήπως θα μπορούσαν οι συνάδελφοι στα σύνορα να πουν ότι δεν συνάντησαν ποτέ τους εν λόγω πρώην ουσάρους; Ειδικά αν τους έδιναν και μια μικρή προμήθεια, για το ότι αναγκάζονται να μένουν ξάγρυπνοι μες στο κρύο, για τα λίγα λεφτά που τους πληρώνει η χώρα τους;
Σαφώς. Κανείς δεν είδε κανέναν.
Τουλάχιστον, αυτό υποσχέθηκαν οι μεν στους δε.
9 μετά μεσημβρίας
3 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν
Μπρασώφ
Στο σπίτι της Σορίνα και του Ματέι, ο Σάντου και η Στεφανία κάθονταν στην κουζίνα και περίμεναν τους δύο γονείς να βάλουν τα παιδιά τους για ύπνο. Τα μεγαλύτερα, η Σάσα και ο Άμπελ, δεν είχαν τόσο θέμα, κοιμούνταν εύκολα, αλλά ο μικρότερος, ο Ντορίν, ήθελε να του πουν παραμύθι και οι δύο, να τον καληνυχτίσουν και μετά να τον αφήσουν. Αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να κλείσει μάτι. Η Στεφανία είχε ρωτήσει αν καταλάβαινε ο μικρός τι του αφηγούνταν -δύο χρονών ήταν, άλλωστε-, αλλά είπαν πως, απ’ ό,τι είχαν καταλάβει, δεν τον ενδιέφερε το περιεχόμενο, όσο το να ακούει την μαμά και τον μπαμπά, σαν να ήθελε ενδόμυχα να θυμάται πως ήταν μαζί του, κοντά του.
Τα παιδιά Βλαντιμιρέσκου ένιωθαν άβολα στο σπίτι. Δηλαδή, παρά την πολύ καλή φιλοξενία και όλες τις ανέσεις που τους παρείχαν οι Καρντέι, δεν ήθελαν να είναι εδώ. Τους έλειπαν οι γονείς τους, τους έλειπαν οι Οσμοκέσκου, τους έλειπαν τα ζωντανά τους. Τους έλειπε το Μπραν. Ήταν σαν να τους είχαν εξορίσει. Το μυαλό τους πήγαινε μόνο στον τόπο τους, ειδικά από τη στιγμή που είχαν φύγει από το κτίριο της πολιτοφυλακής, όπου η Στεφανία κατάλαβε τι εννοούσε ο Σάντου όταν της είχε πει να μην εμπιστεύεται τους Ούγγρους. Πολύ αμφέβαλλε αν θα έκαναν κάτι, και μάλιστα άμεσα. Είχαν δίκιο όλοι όσοι έλεγαν ότι οι Ούγγροι δεν θα ενδιαφέρονταν για το τι συνέβαινε στο Μπραν. Μακάρι να ήταν διαφορετικά τα πράγματα, μα ήταν ανώφελο να προσποιούνται πια. Έπρεπε να το δεχτούν. Όσο κι αν τους πλήγωνε, η αλήθεια ήταν μία. Το χωριό ήταν κατ’ ουσίαν ανυπεράσπιστο. Οι εναπομείναντες κάτοικοι θα έπρεπε να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.
Ίσως, σκεφτόταν η Στεφανία, αν κρατούσαν, αν κατάφερναν να αντιμετωπίσουν τα τέρατα και τη μάγισσα που τα διαφεντεύει για πολύ καιρό…
Αλλά θα μπορούσαν; Θα μπορούσαν;
«Τι λες να κάνουν στο Μπραν;» ρώτησε ο Σάντου, βγάζοντάς τη από τις σκέψεις της. Έτριβε τα χέρια του, από νευρικότητα. «Ο μπαμπάς, η μαμά; Ο πατήρ Στεφάν, η Ντανιέλα; Οι υπόλοιποι;»
«Δεν ξέρω. Ελπίζω να είναι καλά» απάντησε η Στεφανία και έπιασε το σταυρό που φορούσε στο λαιμό της. Παρακάλεσε τον Θεό να φυλάει τους κατοίκους του χωριού. Περίμενε. Καμιά κίνηση. Καμιά φωνή. Καμιά απάντηση. Την τρέλαινε όταν συνέβαινε αυτό. Θυμήθηκε που ο πατήρ Στεφάν της είχε πει ότι ο Θεός απαντάει όποτε το κρίνει απαραίτητο και όχι με τον τρόπο των ανθρώπων. Αλλά απαντάει.
Πότε, όμως; Και πώς;
Τότε ήρθαν οι γονείς Καρντέι, χαμογελώντας. Κάθισαν στο τραπέζι και, μετά τα τυπικά (για το πώς είναι να μεγαλώνεις παιδιά και τις δυσκολίες του να εργάζεσαι ως δάσκαλος), ρώτησαν και πάλι για ποιο λόγο είχαν φύγει ο Σάντου και η Στεφανία από το Μπραν. Δεν είχαν πειστεί ότι οι γονείς τους απλά τους είχαν στείλει για να περάσουν λίγο χρόνο με τους συγγενείς τους. «Γιατί, αν ήταν έτσι, τότε για ποιο λόγο έφυγε ο Σάντου την πρώτη φορά; Ή και η Κορνέλια; Και ο Λούκα, γιατί να μην έρθει;» τόνισε η Σορίνα.
Τα παιδιά δεν ένιωθαν καλά. Δεν ήταν όπως με τους Ούγγρους, που τους ανέκριναν, αλλά δεν τους ήταν ευχάριστο να λένε ψέματα και να προσπαθούν να αποφεύγουν να παραδεχτούν για το Κακό που είχε βρει το Μπραν. Γιατί ήθελαν να πουν τα πάντα. Το είχαν ανάγκη, έπρεπε να μιλήσουν σε ανθρώπους που δεν θα τους απόπαιρναν ούτε θα τους κατηγορούσαν ή κάτι τέτοιο, αλλά καταλάβαιναν ότι το μόνο που θα κατάφερναν θα ήταν να αναστατώσουν τους Καρντέι. Θα τους τρομοκρατούσαν, ειδικά τη Σορίνα, που καταγόταν από το Μπραν και σίγουρα θα ήξερε για τους θρύλους που κυκλοφορούσαν για το κάστρο και την Κόμισσα.
«Άλλαξε γνώμη η μαμά» είπε ο Σάντου. «Και… έπεισε και τον μπαμπά, να με αφήσει να έρθω». Ούτε δεκάχρονο δεν θα έπειθα, σκέφτηκε, αλλά τι άλλο να πει; Δεν είχε όρεξη για κουβέντες.
Η Στεφανία είπε «Απλά θεώρησαν ότι θα ήταν καλή ιδέα να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί σας. Άλλωστε, ο μπαμπάς τα καταφέρνει με τις δουλειές, όποτε ο καιρός είναι καλός για δουλειές».
«Είστε σίγουροι;» ρώτησε η Σορίνα. «Δεν μου ακούγονται και πολύ σωστά αυτά που λέτε».
Ο Ματέι, που μάλλον έπιασε το βασικό νόημα -ότι τα παιδιά δεν θα έλεγαν κάτι άλλο-, άλλαξε θέμα και τους ρώτησε πώς τους φαίνεται το Μπρασώφ. «Βέβαια, το πετύχατε σε δύσκολη περίοδο. Υπάρχει μια γενικότερη ελπίδα, θα έλεγα, ότι μπορούμε να διώξουμε τους Ούγγρους και να ενωθούμε με τη Βλαχία και τη Μολδαβία. Γι’ αυτό και τις τελευταίες μέρες έχουμε διαδηλώσεις. Γίνονται προσπάθειες να πειστούν όλοι οι ντόπιοι και να πιεστεί η κυβέρνηση της Ουγγαρίας…»
Η κουβέντα συνεχίστηκε, με τη Στεφανία και τον Σάντου να μιλάνε ελάχιστα, καθότι δεν μπορούσαν να σκεφτούν τίποτα άλλο από το Μπραν και τους δικούς τους.
Να ήταν όλοι καλά, άραγε;
Με αυτή την ερώτηση να τους τυραννάει, ξάπλωσαν λίγο αργότερα, αλλά κοιμήθηκαν τα ξημερώματα.
Όταν πλέον το Μπραν ήταν ήσυχο ξανά.
11 μετά μεσημβρίας
1 ώρα πριν την Επίθεση στο Μπραν
Κάστρο του Μπραν
Το κάρο που είχε φτιάξει κάποτε ο Μιχαήλ, ο πατέρας της Μαγκνταλένα και σύζυγος της Μαριάννα, γέμιζε τώρα με κούτσουρα και παλιά ρούχα, που είχαν πάρει οι βρικόλακες από διάφορα δωμάτια του κάστρου και το κελάρι. Έβγαλαν το όχημα από το στάβλο που το είχαν παραχώσει όταν το πήραν κατά το φινάλε της πρώτης τους επίθεσης στο Μπραν. Η Ρεβέκκα, η Ροζάλια και η Μαγκνταλένα επέβλεπαν τους άλλους, χωρίς να μιλάνε. Μόνο χαμογελούσαν. Γιατί μαζί με αυτά τα αντικείμενα θα έπαιρναν και άλλα χρήσιμα σύνεργα.
Όταν ήταν έτοιμοι, η Ρεβέκκα έδωσε το έναυσμα και ξεκίνησαν.
Για το Μπραν.
Για μια νέα αρχή.
Μισή ώρα πριν την Επίθεση στο Μπραν
Μπραν
Περίμεναν. Ήταν μαζεμένοι στην κουζίνα ή σε κάποιο άλλο δωμάτιο του σπιτιού που είχαν συγκεντρωθεί σε ομάδες. Αλλού τέσσερα άτομα, αλλού έξι, αλλού δέκα. Στους Τσομπάνου ήταν τουλάχιστον τριάντα. Όλοι γνωστοί πλέον. Όλοι ενδιαφέρονταν για όλους. Όλοι είχαν σκοπό να σώσουν τους εαυτούς τους και όσους άλλους είχαν έρθει να μείνουν στο σπίτι τους ή είχαν πάει να μείνουν σε άλλο σπίτι, για να είναι πιο ασφαλείς.
Περίμεναν. Είχαν τα όπλα έτοιμα. Οι άντρες βαστούσαν από ένα και είχαν άλλο ένα δίπλα. Κυρίως, μουσκέτα, αλλά και μερικά Μάνλιντσερ που τους είχαν μοιράσει οι Τσομπάνου. Ο καθένας, όμως, προτιμούσε το όπλο που ήξερε από παλιά. Με αυτό είχε κυνηγήσει τόσες και τόσες φορές, με αυτό θα πολεμούσε. Τουλάχιστον, αυτό θα έκαναν οι περισσότεροι –συμπεριλαμβανομένου και του Λούκα Βλαντιμιρέσκου.
Περίμεναν. Οι γυναίκες που δεν ήξεραν να χρησιμοποιούν τα όπλα κάθονταν δίπλα στους άντρες, κρατώντας τα πυρομαχικά. Αυτές θα γέμιζαν και εκείνοι θα έριχναν. Για να μην χάνουν χρόνο. Για να χτυπήσουν εγκαίρως το στόχο.
Περίμεναν. Είχαν αναμμένα κεριά, για να βλέπουν. Γιατί τα τέρατα, σαν όντα του σκοταδιού, μπορούσαν να κινηθούν ακόμα και χωρίς μια σπίθα να φέγγει. Αλλά εκείνοι, οι άνθρωποι, δεν το μπορούσαν και έτσι, παρά το ότι προδίδονταν, είχαν αναγκαστεί να αφήσουν μια δυο μικρές εστίες φωτιάς.
Περίμεναν. Είχαν μαζί τους και δυο τρεις ξύλινους σταυρούς και σκόρδα και αγιασμό. Γιατί οι παλιοί έλεγαν ότι αυτά είναι τα σπουδαιότερα όπλα απέναντι σε βρικόλακες. Χρειάζονταν καθετί που γνώριζαν ότι είχε αποτέλεσμα ή που είχαν ακούσει ότι βοηθάει.
Περίμεναν. Απέξω άκουγαν μόνο το φύσημα του αέρα, κι αυτό όχι συνέχεια. Κάπου-κάπου, κάποιο σκυλί γάβγιζε, όμως δίχως ένταση. Παρ’ όλ’ αυτά, εκείνοι καλύπτονταν και κάρφωναν τη ματιά τους προς τις εισόδους που είχαν αποφασίσει να υπερασπίζονται, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν ότι δεν θα συνέβαινε κάτι, κι έτσι χαλάρωναν λιγάκι.
Περίμεναν. Δεν είχαν σταματήσει τις προσευχές τους. Επαναλάμβαναν το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών» και όποιον άλλο ύμνο μπορούσαν να θυμηθούν. Σε κάποιο σπίτι, μια γυναίκα έψαλλε σιγανά το «Η ζωή εν τάφω». Ο άντρας της σοκαρίστηκε και της ζήτησε να θυμηθεί κάποιον άλλο στίχο. Αλλά εκείνη δεν το μπορούσε.
Περίμεναν. Κοιτούσαν προς το παράθυρο και την πόρτα. Είχαν σφραγίσει τις εισόδους με τραπέζια και καρέκλες. Όποιος προσπαθούσε να εισβάλλει θα δυσκολευόταν αρκετά για να μπορέσουν να αμυνθούν. Ίσως και να μη μπορούσε να μπει. Αν ίσχυαν τα λεγόμενα των παλιών, τότε οι βρικόλακες θα χρειάζονταν την άδεια των ενοίκων. Και σίγουρα, κανένας δεν θα έδινε την άδειά του για να μπουν τα τέρατα.
Περίμεναν. Συχνά δάκρυζαν και προσπαθούσαν να φέρουν ξανά και ξανά στο μυαλό τους αναμνήσεις με τα παιδιά τους και με τους ηλικιωμένους συγγενείς τους. Δουλειές που έκαναν μαζί, παιχνίδια που έπαιζαν μαζί. Γιορτές που περνούσαν μαζί. Χαρές και λύπες -αλλά κυρίως χαρές- που έρχονταν και παρέρχονταν. Ποτέ δεν είχαν χωρίσει και νόμιζαν πως ποτέ δεν θα χώριζαν.
Περίμεναν. Ο Βέλκαν είχε στα αριστερά του τον Ντράχοσλαβ και στα δεξιά του την Εμιλιάνα, ενώ πιο πίσω στην κουζίνα ήταν άλλοι δύο άντρες. Ο νεώτερος Τσομπάνου είχε ακουμπήσει το Μάνλιντσερ πάνω στα πόδια του, με το δείκτη του δεξιού του χεριού να αγγίζει τη σκανδάλη. Στον νου του, είχε την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου και φανταζόταν ότι ερχόταν σε αυτόν. Είχε πει στους άλλους, που φυλούσαν άλλους χώρους του σπιτιού πως, αν έβλεπαν την συγκεκριμένη γυναίκα, να τον φώναζαν. Είπε ότι είναι δική του.
Περίμεναν. Ο Ντράχοσλαβ, όπως και ο Στεφάν με την Ντανιέλα, ήταν οι μόνοι ηλικιωμένοι που είχαν μείνει στο Μπραν και ήξεραν πως αυτές τις ώρες ήταν μάλλον οι μόνοι που δεν θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν σε κάποιον. Αυτές τις στιγμές είχαν σκεφτεί όταν πρότειναν να φύγουν και οι γέροντες, μαζί με τα παιδιά. Αλλά οι ίδιοι είχαν αποφασίσει να μείνουν. Δεν υπήρξε κανείς να τους πιέσει. Όχι ότι θα κατάφερνε και κάτι, δηλαδή, ακόμα και με το να τους φώναζε. Δεν θα έφευγαν. Κατά κάποιον τρόπο, βοηθούσαν τους άλλους, έτσι πίστευαν. Επηρέαζαν τους συγχωριανούς τους, απέπνεαν μια μορφή δύναμης, διαφορετική ο καθένας, που οι άλλοι άνθρωποι τη χρειάζονταν. Ήταν μια έμμεση πνοή ζωής, όταν τα πράγματα ζόριζαν και χρειάζονταν το κάτι παραπάνω, για να τους κρατήσει. Έβλεπαν και άκουγαν τον ένα ή τον άλλο -τον Ντράχοσλαβ, βέβαια, τις τελευταίες μέρες, γιατί πρωτύτερα σχεδόν δεν τον αναγνώριζαν- και μια σιγουριά τους γέμιζε, ένα αίσθημα ότι μπορούσαν να σηκώσουν βάρη που έμοιαζαν αδιανόητα. Τους χρειάζονταν κοντά τους.
Περίμεναν. Τους τρέλαινε που ήταν ακίνητοι και που δεν ήξεραν τι και πότε θα συμβεί. Οι άντρες, που είχαν εμπειρία από κυνήγι -το οποίο ήταν χρονοβόρο-, θα περίμενε κανείς ότι θα είναι πιο ήρεμοι και πως θα το πουν και στις γυναίκες τους. Αλλά οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Γιατί δεν ήταν αυτοί οι κυνηγοί. Ήταν οι κυνηγημένοι. Τα υποψήφια θηράματα. Και το ήξεραν, και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο πέραν από το να εύχονται για το καλύτερο, για τη σωτηρία τους.
Περίμεναν. Δεν ήξεραν ποιο θα ήταν το χειρότερο σενάριο αυτής της βραδιάς –ή και άλλων: το να έχει δίκιο ή άδικο ο πατήρ Στεφάν; Δηλαδή, το να γίνει κάτι σήμερα ή να μη γίνει; Αν γινόταν, θα βίωναν τον τρόμο. Αν δεν γινόταν, θα έχαναν το μυαλό τους από την αναμονή, μόνο και μόνο για να έχουν να περιμένουν και την επόμενη βραδιά, και την μεθεπόμενη ίσως κοκ. Απ’ όπου κι αν το έπιαναν, οδηγούνταν σε αδιέξοδο. Και δεν υπήρχε τρόπος να γυρίσουν από κει που είχαν έρθει. Όχι πια. Ή που θα συνέβαινε το αναμενόμενο ή που δεν θα συνέβαινε -σήμερα.
Περίμεναν.
Περίμεναν.
Περίμεναν.
Από το Κάστρο στο Μπραν
Το κάρο των βρικολάκων ήταν το μοναδικό που κυκλοφορούσε στο δρόμο. Δεν υπήρχε άλογο για να το σύρει, όχι. Αυτή τη δουλειά την είχε αναλάβει ο Μιρόν Μπρεμπάν. Είχε πιάσει τον άξονα και τραβούσε πάνω στο χιόνι το όχημα, του οποίου οι ρόδες κολλούσαν ορισμένες φορές, αλλά οι άλλοι κατώτεροι που ακολουθούσαν βοηθούσαν, σηκώνοντας το κάρο και αφήνοντάς το λίγο παρακάτω. Μαζί με τους κατώτερους ήταν και ο Βασίλι, για να είναι σίγουρο ότι δεν θα εξοκείλουν από την πορεία προς το χωριό. Μια φορά, μάλιστα, παραλίγο να χάσουν πολύτιμο χρόνο, αφού ο Μιρόν, όταν πέρασαν από τα απομεινάρια της άμαξας του, σταμάτησε και άφησε το κάρο, με τον άξονα να συντρίβεται στο έδαφος, αλλά χωρίς να σπάσει. Ο Βασίλι πρόλαβε τον νεαρό, όπως και τους γονείς του -που κι αυτοί είχαν αναγνωρίσει κάτι δικό τους, που τους έλειπε-, έδωσε εντολή να επιστρέψουν στο πόστο τους και έτσι συνέχισαν.
Πάνω από τα δέντρα, από το δάσος, από τους γκρεμούς, από τα παγωμένα ρυάκια, πετούσαν η Ρεβέκκα, η Μαγκνταλένα, η Ροζάλια και ο Νικολάι, ως νυχτερίδες. Προπορεύονταν, χωρίς να βιάζονται. Έβλεπαν το Μπραν, μικρά σπίτια με καφετιές σκεπές ως επί το πλείστον, που έστεκαν σαν διάσπαρτες μονάδες «χελώνας» του αρχαίου ρωμαϊκού στρατού, οι οποίες προσπαθούσαν να κρυφτούν στο σκιώδες τοπίο. Το πλησίαζαν και αποκαλύπτονταν όλο και περισσότερες λεπτομέρειες. Να η εκκλησία, με το νεκροταφείο, όπου οι ταφόπλακες θύμιζαν στίγματα παιδικής αρρώστιας. Το μεγαλύτερο σπίτι, αυτό του Τσομπάνου, που ήταν σαν να είχαν μεταφέρει δύο μεγάλα κομμάτια του ίδιου οικήματος και τα συνέδεσαν αργότερα, το ένα πάνω στο άλλο. Τα μαντριά και οι στάβλοι, που είχαν χτιστεί περιμετρικά του χωριού. Τα χωράφια που είχαν υποστεί την λευκή βία του χειμώνα. Δεν έβλεπαν τους ανθρώπους, αλλά δεν περίμεναν να κυκλοφορούν τέτοια ώρα. Θα ήταν κλεισμένοι στις οικείες τους. Θα κοιμούνταν.
Αλλά όχι για πολύ ακόμα.
Οι βρικόλακες συνέχισαν το σεργιάνι σε ξηρά και αέρα.
Το Μπραν τούς περίμενε.
Κι εκείνοι πήγαιναν σε αυτό, σαν σπερματοζωάρια που επιτίθενται σε ωάριο.
Μπραν
3 λεπτά πριν την Επίθεση
Κάποιοι από τους κατοίκους είχαν αρχίσει να έχουν πονοκέφαλο. Άλλοι έπιναν νερό ή βότκα, για να καλμάρουν την καρδιά τους. Ένας δύο που κόντευαν τα εξήντα προσπαθούσαν να κρατήσουν ανοιχτά τα μάτια τους, μιας και δεν είχαν συνηθίσει να μένουν ξάγρυπνοι. Ο Λουσιάν Μαρτινέσκου σκέφτηκε αν θα άνοιγε αύριο τον Καφενέ. Η Εμιλιάνα Τσομπάνου, αφήνοντας στην άκρη την ανάμνηση των θυγατέρων της, θυμήθηκε τον αποθανόντα πατέρα της και κατ’ επέκταση την μητέρα της, που την είχε αφήσει σε μια πολύ δύσκολη στιγμή της ζωής της, ενώ θα έπρεπε να είναι δίπλα της. Είχαν φύγει από το Μπρασώφ, για αλλαγή, για να μην βιώνουν όλοι τους το πένθος που βάραινε το πατρικό της Εμιλιάνα. Πόσο έξω είχαν πέσει, όταν νόμιζαν ότι θα βελτιώνονταν τα πράγματα -ειδικά για τις μικρές-, αν επέστρεφαν στο Μπραν… Ο Ντράχοσλαβ κρατούσε τη μαγκούρα, αλλά στην τσέπη του παντελονιού του είχε ένα εξάσφαιρο πιστόλι Γκάσερ. Γεμάτο. Για παν ενδεχόμενο. Ο γιος του, ο Βέλκαν, φανταζόταν την πόρτα να ανοίγει και να εμφανίζεται η Μαγκνταλένα και εκείνος αρχικά να βλέπει το πρόσωπό της πίσω από το σκόπευτρο του Μάνλιντσερ και έπειτα, με απανωτές ριπές, να της βγάζει τα μάτια και να της διαλύει τη μύτη και να καταστρέφει κάθε τι όμορφο που είχε αυτή. Ο Λούκα Βλαντιμιρέσκου είχε δίπλα του το ένα μουσκέτο, αφού κρατούσε το άλλο, και καθόταν πλαγιαστά στην κουζίνα των Οσμοκέσκου, έτσι ώστε να γυρίζει το κεφάλι στα δεξιά και να βλέπει την γυναίκα του και το ηλικιωμένο ζευγάρι και μετά να γυρίζει στα αριστερά και να βλέπει την πόρτα και το παράθυρο.
Περίμεναν.
Το κάρο κυλούσε. Οι νυχτερίδες πλησίαζαν.
2 λεπτά πριν την Επίθεση
Οι γιοι των Ιλιέσκου και Στεφόνιου, που είχαν μείνει πίσω για να υπερασπιστούν τον τόπο τους, ήταν μαζί με τις γυναίκες στους στο ίδιο σπίτι και αναρωτιόντουσαν αν θα έβλεπαν ξανά τους πατεράδες τους και αν τους πήγαιναν ποτέ ξανά στο καφενείο, για να περάσουν την ώρα τους. Η Κορνέλια είχε γεμάτη την ποδιά της με σακουλάκια με μπαρούτι και μαύρα βόλια και τη βέργα του όπλου. Τα γόνατά της την πονούσαν από το καθισιό, αν και πίστευε ότι περισσότερο έφταιγε που αγωνιούσε και που φοβόταν. Η Ντανιέλα καθόταν πίσω της, κρατώντας το σταυρό που φορούσε στον λαιμό της. Έφερε στον νου της στιγμές από το κατηχητικό, όταν εκείνη δίδασκε τα παιδιά ανάγνωση και γραφή, μέσα από τα Ιερά Κείμενα. Προσπαθούσε να μην τα ζορίζει, να μην τα κάνει να απογοητευτούν όταν δεν τα κατάφερναν, αλλά μερικές φορές της ήταν δύσκολο και ύψωνε τη φωνή της. Επικρατούσε σιγή και τα παιδιά κατέβαζαν το κεφάλι κι εκείνη ένιωθε ένοχη, ότι τα αδικούσε. Όμως, της έλειπαν εκείνες οι ώρες, γιατί ως επί το πλείστον περνούσαν ξέγνοιαστα και με χαρά και αναπλήρωνε το χρόνο που δεν θα είχε με ένα δικό της παιδί. Θα είχε άραγε ποτέ ξανά την ευκαιρία να διδάξει;
Τα τέρατα έρχονταν.
1 λεπτό
Οι γιοι της κυρίας Κοβάτσι και οι σύζυγοί τους συζητούσαν και χαριτολογούσαν, για να μην κοιμηθούν, παρά το ότι η μητέρα τους τους έλεγε από παλιά ότι τα βράδια δεν έπρεπε ποτέ να μιλάνε, γιατί ο Διάβολος άκουγε τι έλεγαν και κατέστρωνε τα ύπουλα σχέδια του. Στο δωμάτιο της Λία και της Αντελίνα, δύο αντρόγυνα περίμεναν, πότε λέγοντας κάτι άσχετο (για τα χωράφια, για τα ζώα…) και πότε κοιτώντας την κούκλα που είχε ανασύρει ο Βέλκαν από την αποθήκη και που την είχε στήσει στον τοίχο ανάμεσα στα κρεβάτια των κοριτσιών. Τους προκαλούσε θλίψη, γιατί ήξεραν πως σε αυτό το χώρο θα έπρεπε να κοιμούνται δύο παιδιά, σκέψη που τους θύμιζε τα δικά τους τέκνα και… τι να έκαναν άραγε; Να ήταν καλά;
40 δευτερόλεπτα
Τα σκυλιά σηκώθηκαν από το έδαφος και άρχισαν να γαβγίζουν. Οι γάτες ξύπνησαν και νιαούρισαν φοβισμένες. Τα αιγοπρόβατα βέλαξαν. Οι κότες κακάρισαν.
Τα ζώα σήμαναν το συναγερμό.
Ο Στεφάν έκλεισε τα μάτια του και παρακάλεσε τον Θεό να τους φυλάξει.
30
Στον κεντρικό δρόμο του Μπραν, εμφανίστηκε το κάρο και οι βρικόλακες που το ακολουθούσαν. Από τον αέρα προσγειώθηκαν οι τέσσερις ανώτεροι. Χωρίς να καθυστερήσουν άλλο, έπιασαν τους αυτοσχέδιους δαυλούς που είχαν φτιάξει και χρησιμοποιώντας μια τσακμακόπετρα, ένα κομμάτι σίδερο και μπαρούτι, τους άναψαν και ο κάθε ανώτερος βρικόλακας διάλεξε ένα σπίτι.
20
Η Ρεβέκκα φώναξε «ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΜΠΡΑΝ. ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΤΕ. ΒΓΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΔΕΧΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΜΟΙΡΑ ΣΑΣ. ΔΕΧΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΗ ΦΥΣΗ ΠΟΥ ΦΕΡΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΓΙΝΕΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΥΠΗΚΟΟΙ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΣΑΣ ΡΟΝΤΙΚΑ ΝΤΡΑΓΚΙΤΣΙ. ΑΝ ΔΕΝ ΣΥΜΜΟΡΦΩΘΕΙΤΕ, ΘΑ ΥΠΟΦΕΡΕΤΕ. ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΠΑΨΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ. ΔΕΧΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΣΕΤΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ».
10
Οι κατώτεροι βρικόλακες χωρίστηκαν ώστε να καλύψουν τους δύο παράπλευρους δρόμους, από την μεριά των χωραφιών και των μαντριών και των στάβλων.
Κανείς δε βγήκε από το σπίτι του.
5
Ο Νικολάι και ο Βασίλι κοιτούσαν με θανατερή προσμονή το μισοφωτισμένο σπίτι που διάλεξαν για αρχή.
Κανείς δε βγήκε από το σπίτι του.
3
Η Μαγκνταλένα και η Ροζάλια ένευσαν η μία στην άλλη, για την τέλεια νύχτα που ήταν βέβαιες ότι θα περάσουν.
Κανείς δε βγήκε από το σπίτι του.
Μόνο ο πατήρ Στεφάν είπε «ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΣΤΟ ΜΠΡΑΝ! ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΣΤΟ ΜΠΡΑΝ!»
1
Η καμπάνα σήμανε δώδεκα. Η μέρα είχε αλλάξει. Ο Φεβρουάριος έδωσε την θέση του στον Μάρτιο και τότε η Ρεβέκκα έριξε τον πρώτο δαυλό, για να ακολουθήσουν το παράδειγμά της και οι άλλοι.
Πέντε σπίτια στο Μπραν έπιασαν φωτιά. Και μετά άλλα πέντε. Και άλλα πέντε. Και άλλα έξι. Και άλλα δέκα. Έβαλαν φωτιά και στο καφενείο και στην εκκλησία. Οι βρικόλακες πηγαινοέρχονταν από το κάρο προς κάθε κατεύθυνση, προς όπου έβρισκαν σπίτια, μέχρι που στο τέλος να μην υπήρχε ούτε ένα που να μην πυρπολούνταν. Κρατούσαν έναν ή δύο δαυλούς και τους έριχναν σε ένα (ή και δύο, ανάλογα) παράθυρο του οικήματος που στέκονταν απέξω, σπάζοντας το τζάμι. Δεν σκέφτονταν καν ότι μπορεί κάποια σπίτια να είναι άδεια. Απλά τους επιτίθονταν. Απλά τα πολιορκούσαν, σαν θρησκόληπτοι που καταστρέφουν ένα μνημείο άλλης θρησκείας. Λόγω και του χειμώνα, οι άνθρωποι είχαν απλώσει προβιές στο πάτωμα, ενώ τα τραπέζια και οι καρέκλες ήταν από ξύλο. Σε μερικά σπίτια, έτυχε τα παράθυρα που έσπασαν τα τέρατα να έχει και κρεβάτι και ντουλάπα.
Οι ένοικοι άρχισαν να ουρλιάζουν. Δεν περίμεναν επ’ ουδενί κάτι τέτοιο, να δουν ένα φλεγόμενο παλούκι να μπήγεται στην κατοικία τους και να κατατρώει τα σπλάχνα της. Αναστατώθηκαν τόσο πολύ, που οι άντρες παράτησαν το όπλο τους και έσπευσαν να βοηθήσουν τις γυναίκες. Στο σπίτι των Τσομπάνου, όπου ο δαυλός έπεσε στην κουζίνα, όλοι όσοι ήταν στο ισόγειο (δέκα άτομα συνολικά) άφησαν το πόστο τους, πήραν και έτρεξαν να σβήσουν τη φωτιά. Ακόμα και ο Βέλκαν ξέχασε προς στιγμήν την Μαγκνταλένα, για να προλάβει το κακό, ενώ ο Ντράχοσλαβ, που δεν μπορούσε να κάνει κάτι, έμεινε να περιτριγυρίζεται από κινούμενους ανθρώπους που προσπαθούσαν να περισώσουν την περιουσία του. Δεν είχαν ιδέα ότι και στον πρώτο όροφο είχε πέσει ένα μεγάλο ξύλο που καιγόταν, και το αντιλήφθηκαν όταν άκουσαν τις φωνές και το ποδοβολητό όσων είχαν στηθεί για να φυλάξουν εκεί. Στους Μαρτινέσκου, οι ιδιοκτήτες και οι Νικολέσκου φώναζαν οι μεν στους δε, να φέρουν νερό από τη λεκάνη της κουζίνας, μήπως και γλιτώσουν την κρεβατοκάμαρα. Οι γιοι της κυρίας Κοβάτσι χτυπούσαν τις φλόγες με πανωφόρια και έριχναν νερό, αλλά μια δυο φορές σταμάτησαν για να σταυροκοπηθούν και να σκεφτούν πόσο δίκιο είχε η μάνα τους, που έλεγε ότι δεν πρέπει να μιλάνε το βράδυ, για να μην τους ακούει ο Διάβολος. Οι γιοι των Στεφόνιου και Ιλιέσκου, ακολουθώντας τις διδαχές των πατεράδων τους, είπαν στις γυναίκες τους να μείνουν μακριά από τις φλόγες, καθότι εκείνοι ήταν οι άντρες του σπιτιού. Ο τωρινός επίτροπος της εκκλησίας, ο Ντομίνικ Παβλένκο, που φιλοξενούσε με την γυναίκα του Έμα τις κόρες των Κοσοβέι, Στόιτσα και Ντάλτσα, μετά των συζύγων τους, παράλληλα με το τρέξιμο που έκανε για να αντιμετωπίσει την καταστροφή του σπιτιού του, άρχισε να ψέλνει, αλλά όχι τις μελωδίες που συνήθιζε, παρά κατάρες που είχε μάθει από τους γονείς του, ο Θεός να αναπαύει την ψυχή τους. Σε ένα σπίτι, ένας άντρας και μια γυναίκα φέρθηκαν τόσο απρόσεκτα, που, ενώ άφησαν το όπλο και τα πυρομαχικά τους στην άκρη για να σβήσουν τη φωτιά, ωστόσο δεν πρόσεξαν ότι τους χύθηκε το μπαρούτι στο έδαφος και στα ρούχα τους, με αποτέλεσμα, δευτερόλεπτα αργότερα, να βρεθούν να καίγονται οι ίδιοι και να αφήνουν το σπίτι στη μοίρα του, για να σώσουν τον εαυτό τους, κλαίγοντας και νιώθοντας τα ρούχα και τη σάρκα τους να τσουρουφλίζονται και τους πόνους να απλώνονται στο κορμί τους σαν αιμοδιψή παράσιτα. Σε άλλη περίπτωση, ένας άντρας που έφερνε ένα τσουκάλι με νερό γλίστρησε και έπεσε, πριν φτάσει στο δωμάτιο που έλιωνε λεπτό προς λεπτό. Το ακόμα χειρότερο εδώ ήταν πως πίσω του ακολουθούσαν κατά πόδας άλλα τρία άτομα, που δεν πρόφτασαν να αποφύγουν τη σύγκρουση και βρέθηκαν κι αυτά στο δάπεδο και το νερό που έφερναν χύθηκε μακριά από τις φλόγες. Δυο πολύ χειροδύναμες γυναίκες κουβαλούσαν ένα τεράστιο, στρογγυλό καζάνι και, όταν είδαν τι συνέβαινε στο δωμάτιο των παιδιών στο σπίτι της μιας, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν το περισσότερο από το νερό στους άντρες τους –ή σε ό,τι είχε μείνει από αυτούς. Μια άλλη γυναίκα, που ήταν επτά μηνών έγκυος στο πρώτο της παιδί, αλλά είχε πείσει τον πολύ πιο αδύνατο άντρα της να μείνει μαζί του, τον βοηθούσε όπως-όπως, κυρίως εμψυχώνοντάς τον με λόγια, αφού εκείνος ήταν αναγκασμένος να πηγαινοέρχεται με κόπο, κρατώντας σε κάθε χέρι από ένα μικρό δοχείο.
Οι βρικόλακες συνειδητοποίησαν σχεδόν αμέσως ότι κάποια σπίτια δεν είχαν ενοίκους -ή, αν είχαν, αυτοί ήταν εντελώς άχρηστοι-, γιατί δεν ακούστηκαν από όλα τους ουρλιαχτά και οι φλόγες δε βρήκαν αντίσταση και οι καπνοί υψώνονταν από κάθε ρωγμή σαν χέρια μαθητών που ξέρουν να πουν το μάθημα της ημέρας. Άκουσαν συνεχείς ανατινάξεις και έπιπλα που διαλύονταν. Ο Καφενές, δε, που είχε και πολλά αλκοολούχα ποτά, έμοιαζε με γεμάτη πυριτιδαποθήκη πολεμικού πλοίου που έχει ανοιχτή πόρτα και της ρίχνουν δυο τρεις μακρινές βολές με τουφέκι. Οι εκρήξεις ήταν απανωτές, τα ξύλινα ράφια έπεφταν από τη βάση τους και τα γυάλινα μπουκάλια θρυμματίζονταν και άφηναν το υγρό που είχαν να αναμειχθεί με το υπόλοιπο οινόπνευμα που είχε γεμίσει το χώρο.
Τελευταία είχαν αφήσει την εκκλησία, την Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Αυτή την ανέλαβαν όλοι οι ανώτεροι, που της πέταξαν από δύο δαυλούς ο καθένας. Σύνολο δέκα καιόμενα ξύλα. Δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση. Δεν υπήρχε εκεί μέσα ή και έξω κάποιος να τους σταματήσει. Ήταν πραγματική αγαλλίαση για τους βρικόλακες να τη βλέπουν να γίνεται στάχτη και τις φλόγες να ξεπηδούν από τα παράθυρα σαν γιγάντια, κίτρινα φίδια. Η Μαγκνταλένα ανέλαβε την πλευρά που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο νεκροταφείο του Μπραν. Πάτησε πάνω σε μερικούς τάφους, στάθηκε έξω από τα παράθυρα και πέταξε τους δαυλούς. Πριν φύγει, έριξε μια ματιά προς τον τάφο του πατέρα της, του Μιχαήλ. Κάτι παλιό ήρθε και συντάραξε το νεκροζώντανο σώμα της, κάτι που ήθελε να ξεκολλήσει από το βούρκο στον οποίο το είχε πετάξει τη νύχτα που η Ρεβέκκα την έκανε βρικόλακα. Μια θλίψη για τις τελευταίες ώρες που είχε δει ζωντανό τον Μιχαήλ, ζωντανό και ακμαίο, προτού τον προδώσει η καρδιά του.
Η Μαγκνταλένα αυτή τη φορά όχι απλά πέταξε τις αναμνήσεις από τον πατέρα της σε ένα βούρκο, αλλά τις απέβαλλε εντελώς, επικαλύπτοντάς τες με άλλες, όπου η ίδια και η αγαπημένη της Ρεβέκκα έκαναν έρωτα στο σκοτεινό κάστρο της Κόμισσας. Με αυτό τον τρόπο, κατάφερε τώρα να πάρει τη ματιά της από τον τάφο του Μιχαήλ Μπενγκέσκου και να φύγει, ποδοπατώντας το χώμα στο οποίο αναπαύονταν οι ψυχές των νεκρών του Μπραν.
Αυτό που ανέμεναν οι βρικόλακες, τελικά άρχισε να γίνεται. Άνθρωποι έβγαιναν από τα σπίτια τους, τρέχοντας αναμαλλιασμένοι, κάποιοι με τα ρούχα τους ακόμα να καπνίζουν από τις φλόγες, ενώ οι περισσότεροι έβηχαν και είχαν τα χέρια τους στο στέρνο, για να μπορέσουν να αναπνεύσουν. Πολλοί σκόνταψαν στο παγωμένο έδαφος και ξεπάγιασαν όταν βρέθηκαν μπρούμυτα ή ανάσκελα πάνω του. Οι περισσότεροι άντρες κρατούσαν το όπλο τους, ενώ οι γυναίκες ακολουθούσαν με ένα σταυρό και αγιασμό.
Οι βρικόλακες δεν άργησαν να τους πάρουν χαμπάρι και να τους επιτεθούν, σαν αγέλη λύκων. Άνοιξαν τα χέρια τους, χαμογέλασαν και έτρεξαν ή πέταξαν προς τους θνητούς, με τα νύχια και τα δόντια τους έτοιμα να καταστρέψουν τη σάρκα και να διαλύσουν κάθε άμυνα, προτού αλλάξουν ή απλά σκοτώσουν (και τραφούν από) τους ανθρώπους.
Τα μόνα οικήματα που έμειναν ανέπαφα για λίγο παραπάνω από τα υπόλοιπα, ήταν το σπίτι των Μπενγκέσκου και το σπίτι των Μολντοβάνου. Η Μαγκνταλένα και η Ροζάλια, που είχαν αναλάβει να ξεφορτωθούν τις οικείες τους, ένιωσαν εκείνο το παλιό κάτι που είχε αισθανθεί προ ολίγου η Μαγκνταλένα να σκιρτάει μέσα τους. Θυμήθηκαν τότε που ήταν άνθρωποι, με την οικογένειά τους. Η Μαγκνταλένα με την μητέρα και τον πατέρα της και η Ροζάλια με τον άντρα και τον πεθερό της. Ευχάριστες μνήμες ήλθαν και παρήλθαν, κάνοντας τις δύο μεταμορφωμένες γυναίκες να διστάσουν και να σφίξουν το δαυλό στο χέρι τους. Σχεδόν αισθάνθηκαν όπως τότε, αδύναμες λόγω της ανθρώπινης φύσης τους, μα και ευτυχισμένες χάρη στους αγαπημένους τους. Μάλιστα, πλησίασαν κι άλλο και άγγιξαν το χερούλι της πόρτας, αλλά ένιωσαν το χέρι τους να καίγεται και το αποτράβηξαν. Δεν ήταν πλέον ευπρόσδεκτες ούτε στην ίδια τους την οικία. Αυτό τις τσάντισε, μα και τις απογοήτευσε. Θα έλεγε κανείς ότι λυπήθηκαν. Αλλά η φωνή της Μίας Ρεβέκκα που άκουγε πλέον η Μαγκνταλένα, αλλά και εκείνη που πλημμύριζε το μυαλό της Ροζάλια, επικράτησαν, και οι δύο ερωμένες της Ρεβέκκα πυρπόλησαν η κάθε μία το σπίτι της. Και, ενώ η Ροζάλια αποχώρισε όπως είχε πλησιάσει, η Μαγκνταλένα εκτοξεύτηκε δέκα μέτρα παραπέρα από το ωστικό κύμα που τη χτύπησε, όταν ο δυναμίτης που είχε βάλει ο Βέλκαν νωρίτερα, όταν είχε βγει και ο Λούκα για να ειδοποιήσει τους άλλους, ανατινάχτηκε με τρομερή ισχύ. Καθώς ήταν πεσμένη στο χιόνι και ανασηκωνόταν, η Μαγκνταλένα έφερε στο νου της το βράδυ που είχε γίνει ένα ανώτερο ον σε αυτό το σπίτι που τώρα δεν υπήρχε πια. Τα ξύλα που είχε αναγκαστεί να βγει και να μαζέψει. Τη σούπα που ποτέ δεν έφαγαν. Την ανησυχία της μητέρας της για την Ρεβέκκα. Τη θλίψη για τον νεκρό πατέρα της. Της τα θύμισε αυτό το σπίτι και η καταστροφή του.
Ξέχασέ το, της είπε η Μία Ρεβέκκα. Επιτέλεσε το καθήκον του. Πλέον, σου ήταν άχρηστο. Ξέχασέ το.
Η Μαγκνταλένα κατένευσε. Άκουσε ένα νιαούρισμα πιο δίπλα της γύρισε. Θα χαμογελούσε στη θέα της γάτας με το άσπρο και μαύρο τρίχωμα -άλλωστε, ανέκαθεν τις συμπαθούσε τις γάτες-, αν το ζωντανό δεν είχε κατεβασμένα τα αυτιά του και δεν την κοιτούσε έτοιμο να της χιμήξει. «Εσύ ήσουν τότε, έτσι;» είπε. «Εκείνο το βράδυ, που απέκτησε νόημα η ζωή μου. Εσένα είχα δει».
Η γάτα γρύλισε. Το τρίχωμά της είχε ανακατωθεί.
Η Μαγκνταλένα σηκώθηκε και είπε στη γάτα «Φύγε. Μην κάνεις καμιά ανοησία».
Αλλά η γάτα δεν την άκουσε και της ρίχτηκε με τα μπροστινά πόδια να έχουν ξεγυμνώσει τα νύχια τους και το στόμα ανοιχτό.
Η Μαγκνταλένα έπιασε την γάτα στον αέρα, φυλάκισε τα πόδια της και με το άλλο χέρι τύλιξε τα δάχτυλά της στο λαιμό του ζώου. Η γάτα προσπάθησε να σκούξει και να χτυπήσει, αλλά ήταν ανώφελο.
«Σου είπα να φύγεις, π’ ανάθεμά σε» είπε η Μαγκνταλένα. «Εσύ φταις για ό,τι θα…»
Όμως, τότε συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχαστεί και πως το έργο των δικών της δεν ήταν τόσο εύκολο, όσο πίστευε. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ανώτεροι αναγκάστηκαν να πετάξουν, για να κάνουν τη δουλειά τους. Γιατί τα σκυλιά δεν τους άφησαν σε χλωρό κλαρί. Τους επιτέθηκαν με γυμνωμένα δόντια. Τα πιο πολλά, μιας και γνωρίζονταν μεταξύ τους, συνεργάστηκαν και κατάφεραν πολλές δαγκωματιές, ειδικά στους κατώτερους βρικόλακες, που ήταν και πιο αργοί στις αντιδράσεις τους και πιο ανόητοι, μιας και προσπαθούσαν να αποσπάσουν από πάνω τους τα μαινόμενα ζώα τραβώντας τα και όχι με το να τα πνίξουν ή να τους βγάλουν τα μάτια, όπως εντέλει αναγκάστηκαν να κάνουν οι ανώτεροι, που, από ένα σημείο και μετά, απηύδησαν. Γιατί δεν περίμεναν πως τα σκυλιά θα ήταν ελεύθερα, νόμιζαν πως θα ήταν όπως τις άλλες φορές, δηλαδή πως μονάχα θα γάβγιζαν από μακριά. Αυτή τη φορά είχαν γίνει εχθρικοί στρατιώτες.
Και να σου τώρα ένα σκυλί που επιτέθηκε στην Μαγκνταλένα και τη δάγκωσε στο δεξί της μπράτσο. Εκείνη μόρφασε και πέταξε τη γάτα μακριά, για να ασχοληθεί με το καινούριο πρόβλημα που την είχε βρει. Έχωσε τα νύχια της στο κεφάλι του σκυλιού και το πίεσε, διαλύοντας το κρανίο του και πιάνοντας τον εγκέφαλό του, τον οποίο και έβγαλε, για να τον αφήσει να πέσει. Κοίταξε το χέρι της που είχε ακόμα αίματα. Τα έγλειψε και μπορούσε να παραδεχθεί ότι της άρεσε, αν και όχι όπως το αίμα των ανθρώπων.
Γύρεψε τη γάτα, αλλά δεν την είδε. Λίγο πριν πεθάνει και η τελευταία ρανίδα ανθρωπιάς μέσα της, χάρηκε που δεν θα αναγκαζόταν να τη σκοτώσει.
Η Ρεβέκκα και ο Νικολάι, από την άλλη, είχαν μπλέξει με τέσσερα σκυλιά, δύο εκ των οποίων ήταν η Σαλμπάτικα και η Λένουσα, του Λούκα Βλαντιμιρέσκου. Οι βρικόλακες τα είχαν χτυπήσει, αλλά όχι πολύ δυνατά, για να τα αποβάλλουν από πάνω τους, κι αυτό κυρίως επειδή τα ζώα τούς δάγκωναν σε διάφορα σημεία και απομακρύνονταν γρήγορα. Ορμούσαν στα πόδια ή χαμηλά στην κοιλιά, ξέσκιζαν τα μαύρα ρούχα των τεράτων και έκαναν πίσω, με κομμάτια υφάσματος να κρέμονται από τα αιματοβαμμένα σαγόνια τους.
«Αναθεματισμένα!» έβρισε η Ρεβέκκα και γύμνωσε τα δικά της δόντια.
Ο Νικολάι έκανε να επιτεθεί, αλλά τότε ακούστηκε μια εκπυρσοκρότηση και το κεφάλι του βρικόλακα εκτοξεύτηκε προς τα πίσω, παρασέρνοντας και το υπόλοιπο σώμα.
«Φύγετε μακριά από τα σκυλιά μου, καθάρματα!» φώναξε ο Λούκα και έπιασε το δεύτερο μουσκέτο, όσο η Κορνέλια γέμιζε το πρώτο. Τώρα που είχαν σβήσει τη φωτιά που παραλίγο να κατακάψει το χαμηλό σπίτι και όσους διέμεναν σε αυτό, ο πατέρας της Στεφανία και του Σάντου μπορούσε να ασχοληθεί με τα τέρατα. Σημάδεψε την Ρεβέκκα, η οποία του χαμογέλασε απειλητικά. «Αφήστε μας ήσυχους!» είπε και έριξε, πετυχαίνοντας την αρχηγό των βρικολάκων στον αριστερό ώμο.
Η Ρεβέκκα τινάχτηκε πλαγιαστά και η Λένουσα με τη Σαλμπάτικα πίστεψαν ότι θα έπεφτε και πως θα είχαν το πάνω χέρι. Αλλά έκαναν τρομερό λάθος. Η Ρεβέκκα όχι μόνο δεν λύγισε τα πόδια της, αλλά στράφηκε τόσο γρήγορα, με τα χέρια της να εκτινάσσονται και τέσσερα νύχια να καρφώνονται στα μάτια των σκυλιών, τα οποία σπαρτάρησαν και γάβγισαν με πόνο, όμως όχι για πολύ.
«Όχι!» ούρλιαξε ο Λούκα, που στράφηκε στην Κορνέλια, λέγοντας «Δώσε μου το όπλο. Δώσε μου το όπλο μου». Εκείνη του το έδωσε, αλλά, όταν αυτός γύρισε προς τον κεντρικό δρόμο, η Ρεβέκκα δεν ήταν πια εκεί –τουλάχιστον, όχι ως εκεί που μπορούσε να δει ο ίδιος. Έβλεπε, όμως, ανθρώπους να τρέχουν και να φωνάζουν, ενώ πίσω τους ή από ψηλά τους ρίχνονταν ανθρωπόμορφοι δαίμονες. Είδε άλλα σκυλιά να κυνηγάνε σερνόμενες μαυροντυμένες μορφές. Είδε σώματα τετράποδων να διαλύονται και αίμα να βάφει το χιόνι. Τέλος, είδε πολλές από τις μορφές να πετάνε καιόμενα ραβδιά σε σπίτια που μόλις είχαν ηρεμήσει από την προηγούμενη επίθεση.
«Θεέ μου» ψέλλισε με υποταγμένη φωνή.
Η Κορνέλια άφησε τη βέργα του μουσκέτου πριν το γεμίσει ξανά. Κοίταξε πρώτα τους κάτωχρους Οσμοκέσκου, που προσεύχονταν, και έπειτα αποτόλμησε μια ματιά κι αυτή. Σταυροκοπήθηκε και έσφιξε τον άντρα της στον ώμο. «Τι Κακό μας βρήκε; Τι Κακό μάς βρήκε, Χριστέ μου;» είπε.
Ο Λούκα κοίταξε την γυναίκα του. «Τα παιδιά, Κορνέλια» είπε με δάκρυα στα μάτια. «Είναι ασφαλή. Τα παιδιά μας είναι ασφαλή».
Η Κορνέλια συμφώνησε, χωρίς να σκεφτεί αυτό που είχε πει ο Στεφάν στη Στεφανία λίγο πριν φύγουν η μάνα της με τον Σάντου. Το Μπρασώφ δεν ήταν τόσο μακριά. Όχι γι’ αυτό το Κακό, είχε τονίσει. Αλλά οι γονείς των παιδιών δεν το θυμήθηκαν, γιατί ένιωσαν ξανά πόσο τους έλειπαν τα μικρά τους. Αυτός ο πόνος υπερκέρασε την ψευδή αίσθηση καθολικής ασφάλειας που παρείχε η απόσταση.
Ο Λουσιάν Μαρτινέσκου και ο Χοράσιου Νικολέσκου τα κανόνισαν στα γρήγορα: πρώτα θα έβγαινε ο ένας, μετά οι γυναίκες και τέλος ο άλλος. Έτσι και έκαναν. Βγήκε ο Λουσιάν, ακολούθησαν η Κωνστάνσα και η Τζορτζέτα και στο τέλος ο Χοράσιου, ενώ το σπίτι γινόταν παρανάλωμα του πυρός. Ο Βασίλι και η αδερφή του η Έλενα τούς είδαν και έσπευσαν να τους ορμήσουν, όμως τους περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη, όταν η σκυλίτσα των Μαρτινέσκου τους επιτέθηκε. Η Ιντελιτζέντ, έχοντας και τον καημό του Πέταρ και του Βάλι που της έλειπαν, βρήκε την ευκαιρία της να ξεσπάσει στην απειλή που είχε μυρίσει από νωρίς. Όμως, ο Λουσιάν είχε φροντίσει να μην αρχίσει τα γαβγίσματα -η Κωνστάνσα τη συγκρατούσε και της έλεγε πως όλα είναι καλά-, ακριβώς για μια στιγμή σαν αυτή.
Η Έλενα, που προπορευόταν του αδερφού της, δεν πρόλαβε να κάνει στην άκρη ή να αμυνθεί κι έτσι η Ιντελιτζέντ έπεσε πάνω της με φόρα και την έριξε στο χιόνι και άρχισε να δαγκώνει και να ξεσκίζει το φόρεμα της μεταλλαγμένης γυναίκας, η οποία μούγκριζε ακατάληπτους ήχους. Ο Βασίλι έκανε να αρπάξει την Ιντελιτζέντ, αλλά δύο βόλια από τα μουσκέτα του Λουσιάν και του Χοράσιου τον έστειλαν πέντε μέτρα πιο πίσω. Οι δύο άντρες δεν έχασαν καιρό. Πέταξαν τα όπλα και έβγαλαν από τον ώμο τα Μάνλιντσερ που τους είχαν δανείσει οι Τσομπάνου. Όπλισαν και έβαλλαν ξανά και ξανά και ξανά: προς τον Βασίλι, στα πόδια της Έλενα και σε άλλους βρικόλακες που κυκλοφορούσαν στο Μπραν και, έτσι όπως στέκονταν, τους παρείχαν «καθαρό» στόχο. Έσωσαν μερικούς συγχωριανούς τους, αλλά για λίγο.
Τότε, όμως, άκουσαν την μια από τις γυναίκες να βγάζει ένα βογκητό και γύρισαν. Είδαν την Ροζάλια να έχει αρπάξει την κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερή της Τζορτζέτα Νικολέσκου και να είναι έτοιμη να καρφώσει τα δόντια της στο λαιμό της άλλης.
Ο Χοράσιου σήκωσε το όπλο, αλλά δε χρειάστηκε να ρίξει αμέσως, γιατί η Κωνστάνσα έριξε αγιασμό στην Ροζάλια, η οποία ούρλιαξε και έκανε πίσω, προσπαθώντας να καθαρίσει το πρόσωπό της, που καψαλιζόταν και έβγαζε καπνό. Έτσι, δεν πρόσεξε ποτέ τις τρεις σφαίρες που την έστειλαν πίσω, προς το καιόμενο σπίτι.
«Ελάτε, πάμε» είπε ο Λουσιάν και έδειξε προς τον πίσω δρόμο, που έβγαζε στα χωράφια, στα μαντριά και στους στάβλους. «Πάμε να βρούμε μια άμαξα ή ένα κάρο».
«Περίμενε, Λουσιάν» του είπε η Κωνστάνσα. «Η Ιντελιτζέντ!»
Ο Μαρτινέσκου είδε την σκυλίτσα να σπαρταράει, καθώς η Έλενα είχε ανακτήσει την κυριαρχία της μονομαχίας τους. Είχε καρφώσει τα νύχια της στα πλαϊνά της Ιντελιτζέντ και προσπαθούσε να «σκάψει», να της βγάλει τα σωθικά.
«Μπάσταρδη! Άσε το σκυλί μου ήσυχο!» φώναξε ο Μαρτινέσκου και σημάδεψε. Πυροβόλησε στο κεφάλι την Έλενα και είδε με ευχαρίστηση μια μεγάλη τρύπα να ανοίγει και αίμα να χύνεται από την πληγή. Τα χέρια της Έλενα προσγειώθηκαν στο έδαφος.
Αλλά το κακό είχε γίνει. Η Ιντελιτζέντ είχε χτυπηθεί άσχημα. Μπόρεσε να φύγει από την Έλενα, αλλά δεν έκανε πάνω από τρία βήματα και έπεσε άψυχη. Ο Λουσιάν είδε με τρόμο πως το τέρας είχε δαγκώσει τη σκυλίτσα στη μουσούδα και σχεδόν της είχε αφαιρέσει όλο το δέρμα και τα κόκαλα από κάτω.
«Όχι, Ιντελιτζέντ, όχι».
«Έλα, Λουσιάν, μη χάνουμε χρόνο» του είπε ο Χοράσιου. «Έλα».
Ο Λουσιάν, σκεπτόμενος πόσο θα λυπόνταν τα παιδιά του, με βαριά καρδιά και πόδια που μόνο που δεν τα έσερνε, ακολούθησε τους άλλους. Ίσως να είχε νιώσει καλύτερα, αν ήξερε πως οι τελευταίες σκέψεις της Ιντελιτζέντ ήταν αναμνήσεις από τα παιχνίδια που έκανε κάποτε με τον Βάλι και τον Πέταρ, και όχι κάτι λυπητερό.
Η εγκυμονούσα ήταν μόνη της, έξω από το σπίτι, αφού ο άντρας της, σχεδόν νεκρός από τις αναθυμιάσεις -πάντα είχε πρόβλημα με τα πνευμόνια του, δεν έπαιρνε επαρκείς εισπνοές, κι όλο έλεγε ότι θα πήγαινε σε γιατρό να τον δει, αλλά οι δουλειές προηγούνταν και μετά, η γυναίκα του είχε μείνει έγκυος, κι αυτός δεν ήθελε να την αφήσει, μήτε να μετακινηθούν, για να μην πάθει κάτι εκείνη ή και το μωρό-, μπόρεσε να τη βοηθήσει να βγει από το σπίτι, για να καταρρεύσει ο ίδιος το επόμενο δευτερόλεπτο, στο κατώφλι. Η εγκυμονούσα έκανε να σκύψει, αλλά, από τη μια η φουσκωμένη της κοιλιά κι από την άλλη η πονεμένη μέση της, δεν την άφησαν. Έκανε πίσω με δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια της, ενώ οι φλόγες έτρωγαν το σώμα του λιπόθυμου άντρα της.
Όταν γύρισε και βρέθηκε σε κάτι που μπορούσε να το διανοηθεί μόνο ως κόλαση επί της γης, ίσως η Αποκάλυψη του Ιωάννη, έμεινε απλώς να κοιτάζει και να μην ξέρει τι να κάνει, προς τα πού να πάει, ποιον να αποφύγει και ποιον να συμβουλευτεί. Ο κόσμος γύριζε, τα μάτια της δεν μπορούσαν να εστιάσουν κάπου. Έβλεπε κινούμενες μορφές, εντελώς άγνωστες της. Άκουγε δάκρυα άλλων και ουρλιαχτά και κάτι ήχους που της θύμιζαν τις στιγμές που μαγείρευε και ξεκοκάλιζε κάποιο ζώο, για να φάνε.
Ήταν όλα τόσο περίεργα, τόσο δυσοίωνα.
Κι αυτή ήταν μόνη.
Αλλά όχι για πολύ, καθότι είδε ένα γνωστό της πρόσωπο να την πλησιάζει. Ήταν η Ρίλια Μπρεμπάν, η μητέρα του Μιρόν, η οποία είχε ένα πολύ παράξενο βλέμμα και ήταν κάτωχρη, αλλά οι κινήσεις της είχαν μια χάρη, μια σβελτάδα που δεν ταίριαζε σε μια ηλικιωμένη. Δεν είχε τη μαγκούρα της, ενώ από το στόμα της δεν έβγαιναν λόγια παρηγοριάς ή ενθάρρυνσης -όπως τότε, πριν τρεις μήνες που είχαν συναπαντηθεί και η Ρίλια της είχε πει ότι μια χαρά θα τα πήγαινε, απλά έπρεπε να προσέχει και να μην κάνει απότομες κινήσεις, να μη σηκώνει βάρη και να πίνει πολύ γάλα, για το μωρό. Το μόνο που έβγαινε από το ανοιχτό στόμα της Ρίλια ήταν μουγκρητά ζώου και σάλια.
Κι η εγκυμονούσα συνειδητοποίησε δύο πράγματα: πρώτον, ότι δεν είχε πάρει μαζί της το σταυρό ή έστω τον αγιασμό. Ούτε καν ένα μαχαίρι. Είχε φύγει εσπευσμένα, μετά από αγχωμένα παρακάλια του άντρα της. Δεύτερον, αυτό το ον που την πλησίαζε δεν ήταν ακριβώς αυτό που περιέγραφε ο Ιωάννης στο κείμενό του, αλλά δε διέφερε και πολύ. Μάλλον, δε διέφερε καθόλου.
Δεν είχε σκεφτεί ξανά πόσο θα ήθελε να είναι μετά θάνατον με τον σύζυγό της, αν εκείνος πέθαινε πρώτος. Αλλά τώρα, καθώς προσπαθούσε να μιλήσει λογικά στην Ρίλια και έβλεπε ότι η άλλη δεν καταλάβαινε και δεν έκανε πίσω, το σκέφτηκε. Στα αλήθεια. Θα ήταν μαζί. Ξανά Χάιδεψε την κοιλιά της και ζήτησε συγνώμη από το μωρό -το οποίο η Ρίλια είχε πει τότε ότι πίστευε πως ήταν κορίτσι, γιατί η κοιλιά της εγκυμονούσης έπαιρνε κατηφορική κλίση.
Και σταμάτησε να οπισθοχωρεί και περίμενε το τέλος.
Αλλά το τέλος ήρθε, μόνο και μόνο για να γίνει μια νέα αρχή, αφού η εγκυμονούσα έγινε κατώτερη βρικόλακας. Όσο για το μωρό, αυτό μάλλον ήταν πιο τυχερό, γιατί η Ρίλια άρπαξε και τράβηξε προς το μέρος της την γυναίκα τόσο βίαια, που την πέταξε μπρούμυτα στο έδαφος.
Όταν σηκώθηκαν, και οι δύο ήταν γεμάτες αίματα. Η Ρίλια στο πρόσωπο και η άλλη στο λαιμό και ανάμεσα στα πόδια.
Οι γιοι της κυρίας Κοβάτσι ένιωθαν πως ήθελαν να κάνουν εμετό και ήξεραν ότι δεν θα το απέφευγαν. Είχαν δει τις συζύγους τους να πεθαίνουν με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο που θα μπορούσαν να φανταστούν. Καθώς εκείνοι έσβηναν τις φλόγες, ακούστηκε από το απέναντι σπίτι, αυτό των Μπενγκέσκου, μια τρομερή έκρηξη, σαν να πυροβολούσαν χίλιοι στρατιώτες μαζί. Πριν καν οι άντρες μπορέσουν να σηκώσουν το κεφάλι τους, τα παράθυρα του δωματίου της μητέρας τους έγιναν θρύψαλα και πέτρες χτύπησαν στο κεφάλι τις δύο γυναίκες, που στέκονταν δίπλα-δίπλα, κρατώντας η κάθε μία από ένα άδειο τσουκάλι, το οποίο έπεσε, όπως κι εκείνες. Οι άντρες είδαν το αίμα και το κόκαλο του κρανίου να ξεπροβάλλουν και τους γύρισαν τα εντόσθια, ενώ ό,τι είχαν φάει ξανάρθε στο προσκήνιο του μυαλού τους, με μια απαίσια γεύση που ξεκίνησε από το στομάχι και ανέβηκε γοργά στον ουρανίσκο και έπειτα βγήκε από το ανοιχτό τους στόμα, σαν καταρράκτης.
Σκούπισαν το στόμα τους και περπάτησαν ως τις νεκρές συζύγους τους. Έσκυψαν και έκαναν να τις αγγίξουν, αλλά δίστασαν, με τα χέρια τους να τρέμουν, και τα μανίκια των πουκαμίσων τους υγρά από το νερό και τα υπολείμματα που είχαν μαζέψει μετά τον εμετό. Γιατί; Γιατί, Θεέ μου, γιατί; αναρωτιούνταν, ενώ από το κεφάλι των γυναικών το αίμα συνέχιζε να βγαίνει, να μουλιάζει τα μαλλιά και να υγραίνει το καπνισμένο πάτωμα. Πώς θα το πω στα παιδιά; έλεγε μέσα του ο καθένας τους. Πώς θα τους πω ότι δεν θα ξαναδούν ποτέ την μητέρα τους;
Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για τις σώσουν. Αλλά ο ένας εξ αυτών είδε ένα χλομό πρόσωπο να είναι πίσω από το κατεστραμμένο παράθυρο. Ήταν ο Μιρόν, που δεν τον ήξεραν τόσο καλά οι γιοι της κυρίας Κοβάτσι, αλλά τον αναγνώριζαν… και ταυτόχρονα δεν τον αναγνώριζαν, γιατί είχε αλλάξει. Τους κοίταζε με τις μαύρες τρύπες που είχαν αναπτυχθεί στα μάτια του. Στεκόταν σαν να ήταν παιδάκι που έχει χαθεί. Αλλά τα δόντια, αφύσικα μακριά, δεν άφηναν περιθώρια για να μπερδευτεί κανείς. Δεν ήταν ο Μιρόν Μπρεμπάν. Ήταν ένα τέρας. Ένα από αυτά που τους είχαν ρίξει τα ξύλα με τη φωτιά. Ήταν ένα από αυτά τα τέρατα που έφταιγαν για την έκρηξη στο απέναντι σπίτι και για τον θάνατο των γυναικών.
Οι γιοι της κυρίας Κοβάτσι φώναξαν απειλές προς το ον και αμέσως γύρεψαν τα μουσκέτα τους. Ο ένας βρήκε κάποιο, το πήρε, το ύψωσε και σημάδεψε. Και πυροβόλησε.
Το κεφάλι του βρικόλακα απέκτησε μια μεγάλη τρύπα στο κούτελο και παρέσυρε και το υπόλοιπο σώμα προς τα κάτω.
Όταν βρήκε και ο δεύτερος γιος το άλλο όπλο, το μάζεψε και μαζί βγήκαν έξω. Ο ένας από τους δύο γύρισε προς το χαμό που συνέβαινε στον κεντρικό δρόμο του Μπραν. Είδε μια γυναίκα να προσπαθεί να απωθήσει ένα τέρας, που ήθελε να τη δαγκώσει.
«Μπάσταρδε» είπε. Σημάδεψε. Είχε το κεφάλι του βρικόλακα ακριβώς στο σκόπευτρο. Έκανε να πατήσει τη σκανδάλη, αλλά τότε κάτι βαρύ προσγειώθηκε πάνω του και έπεσε και του έφυγε το όπλο από τα χέρια. Δεν άκουσε το ουρλιαχτό της γυναίκας, που ανέβασε την ένταση, μόνο και μόνο για την κατεβάσει μετέπειτα σε κάτι σαν μουγκρητό ζώου, γιατί δύο χέρια τον γράπωσαν από τους ώμους και τέσσερα δόντια καρφώθηκαν στο πλάι του κεφαλιού του.
«Βοήθεια» είπε στον αδερφό του, αλλά κι αυτός είχε το ίδιο πρόβλημα.
Δύο επιπλέον βρικόλακες, πρώην κάτοικοι του Μπραν, σηκώθηκαν από το έδαφος έξω από το σπίτι της κυρίας Κοβάτσι, με τους ήδη υπάρχοντες, που τους άλλαξαν, να έχουν φύγει, για να βρουν άλλα θύματα. Δε σκέφτονταν πλέον τα παιδιά ή τη σύζυγό ή την μητέρα τους, αλλά πώς θα κατασιγάσουν τη δίψα τους για αίμα.
Το να βγουν έξω και οι χωρικοί που έμεναν προσωρινά στους Τσομπάνου ήταν θέμα χρόνου. Το Κακό που συνέβαινε στον τόπο τους, οι συγχωριανοί τους που υπέφεραν, οι εκρήξεις, τα γαβγίσματα των σκυλιών… Τους τρέλαιναν. Τους προκαλούσαν ανατριχίλα και τους έκαναν να σκέφτονται για τον κόσμο που θα έπρεπε να ζήσουν τα παιδιά τους. Ήθελαν αυτός ο κόσμος να είναι έτσι; Να μην υπάρχει το Μπραν, αλλά ένα απέραντο χωράφι σπαρμένο με αίμα και νεκροζώντανα φρικιά; Δεν θα έπρεπε να παλέψουν; Δεν θα έπρεπε να φανούν αντάξιοι του σκοπού που είχε θέσει ο πατήρ Στεφάν. Κανένας δαίμονας στο Μπραν. Κανένας δαίμονας στο Μπραν.
Ακόμα, ήταν και αυτό το παιχνίδι που υπήρχε στο παιδικό δωμάτιο της Λία και της Αντελίνα. Εκείνη η κούκλα που είχε βρει ο Βέλκαν και την είχε αφήσει εκεί που ανήκε. Παραλίγο να καεί, όταν έπεσε και ο δεύτερος δαυλός, όμως οι κάτοικοι που φύλαγαν το συγκεκριμένο χώρο, μεταξύ των οποίων και ο επιστάτης των Τσομπάνου, ο Σεραφείμ Καρατζιάλε με την γυναίκα του, περιέσωσαν το παιχνίδι, μετά από την επιμονή μιας εκ των γυναικών που βοηθούσαν. Είπε ότι είναι σημαντική αυτή η κούκλα. Είπε ότι δεν θα το άντεχε αν καταστρεφόταν. Είπε ότι σημαίνει κάτι, κάτι που δεν θέλει να χαθεί, που δεν πρέπει να χαθεί. Είπε, τέλος, ότι αυτό το παιχνίδι θα έπρεπε να είναι εδώ, ακέραιο, όταν θα επέστρεφαν οι μικρές Τσομπάνου.
Κι έτσι την πήραν μακριά από τις φλόγες, μέχρι να τις σβήσουν και να την αφήσουν ξανά στο κρεβάτι της Αντελίνα, το οποίο, μιας που ήταν πιο μακριά από το μπαλκόνι και το παράθυρο, δεν είχε καεί. Την άφησαν εκεί. Γιατί ήταν σημαντική.
Κατέβηκαν κάτω, μόνο και μόνο για να βρουν τους χώρους άδειους, με εξαίρεση την κουζίνα, όπου οι εναπομείναντες Τσομπάνου είχαν σηκωθεί και ετοιμάζονταν να βγουν.
«Ελάτε, φεύγουμε» είπε ο Βέλκαν. «Θα χρειαστούμε βοήθεια, για τον πατέρα μου. Θα τον έχουμε στο κέντρο κι εμείς θα είμαστε γύρω του. Εσείς» έδειξε δύο άντρες «θα κοιτάτε πίσω, μη μας έρθουν από εκεί. Εντάξει; Είστε σύμφωνοι;»
Ναι, ήταν.
«Δεν θέλω να φύγω από το σπίτι μου» είπε ο Ντράχοσλαβ με παράπονο, μα και πείσμα. «Εγώ εδώ γεννήθηκα και εδώ θα πεθάνω».
«Πατέρα, δεν έχουμε χρόνο γι’ αυτά. Θα γυρίσουμε στο Μπραν, όταν θα ηρεμήσουν τα πράγματα».
«Ποτέ δεν θα ηρεμήσουν, γιε μου. Μόνο όταν θα πεθάνουν αυτά τα φρικιά θα ηρεμήσει τούτος ο τόπος. Αλλά εγώ δεν θα είμαι εκεί. Εύχομαι να είσαι εσύ, όμως».
«Πατέρα, σας παρακαλώ» είπε η Εμιλιάνα με δάκρυα στα μάτια και τον έπιασε από τον ώμο. «Σας παρακαλώ, ελάτε».
«Όχι. Φύγετε. Σωθείτε εσείς, που είστε νέοι».
«Πατέρα!» φώναξε ο Βέλκαν. «Μην μου το κάνεις αυτό».
Ο Ντράχοσλαβ σήκωσε το τρεμάμενο χέρι του και έπιασε το μανίκι του γιου του και τον έφερε κοντά του. Τον αγκάλιασε και ο Βέλκαν, κλαίγοντας ξανά μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, ανταπέδωσε.
Και άκουσε τους ψιθύρους.
Και έδωσε στον πατέρα του ό,τι του ζήτησε.
Και είπε «Εντάξει, πατέρα. Εντάξει. Καταλαβαίνω».
Όταν άφησαν ο ένας τον άλλο, ο Βέλκαν έπεισε την Εμιλιάνα και τους άλλους και έφυγαν. Βγήκαν από το σπίτι και δεν ξαναείδαν ποτέ τον Ντράχοσλαβ Τσομπάνου.
«Μην απομακρύνεστε» διέταξε ο Βέλκαν και όπλισε το Μάνλιντσερ. «Σεραφείμ, πρόσεχε τα μετόπισθεν».
«Ναι, κύριε Τσομπάνου».
Έξω έβλεπαν ανθρώπους να πυροβολούν εδώ κι εκεί, κινούμενους στόχους, κάποιοι εκ των οποίων ήταν ντυμένοι στα μαύρα, ενώ άλλοι είχαν παραδοσιακές φορεσιές, που όμως είχαν σκιστεί σε διάφορα σημεία και είχαν λερωθεί από κόκκινους λεκέδες. Άκουσαν σφαίρες να βγαίνουν και άλλες να μπαίνουν στη θαλάμη και μετά τα όπλα εκπυρσοκροτούσαν με θόρυβο, έβγαζαν στάλες φωτιάς, σπίθες που εξαφανίζονταν το επόμενο δευτερόλεπτο, ενώ αόρατες στο ανθρώπινο μάτι σφαίρες ή βόλια γύρευαν σαν μικροσκοπικοί σάτυροι ένα σώμα για να το προσβάλλουν. Πολλοί από τους σκόρπιους ανθρώπους ήταν οι ίδιοι που είχαν κλειστεί στο σπίτι των Τσομπάνου.
«Βέλκαν» είπε η Εμιλιάνα και του έδειξε τον κήπο, που ήταν γεμάτος με νεκρά σκυλιά. «Κοίτα τι έπαθαν, τα καημένα».
Ο Βέλκαν θυμήθηκε τον Σάντα και τον Φέρκα, που τους είχαν βρει σε τέτοια κατάσταση και που αναγκάστηκαν να τους θάψουν -ενώ αυτά τα ζώα θα έμεναν εδώ, να γίνονται έρμαια των εντόμων και ποιος ξέρει ποιων αγριμιών-, και η καρδιά του σφίχτηκε. Αλλά μπόρεσε να ελέγξει τον εαυτό μου. «Πάμε» είπε.
Προχώρησαν προς τα βόρεια, προς τα χωράφια.
Αλλά μπροστά τους είδαν τη Ρεβέκκα και τον Νικολάι.
«Πάτε κάπου;» ρώτησε η αρχηγός των βρικολάκων. Πρόσεξε τις γυναίκες που ήταν ανάμεσα στους άντρες. «Αγαπητά μου πλάσματα» τους απευθύνθηκε «αφήστε τους άντρες. Δεν σας αξίζουν. Ελάτε να σας δώσω την αιώνια ζωή και την αδιανόητη δύναμη που κατέχω. Ελάτε να γίνετε ανώτερα όντα. Το αξίζετε».
«Άσε ήσυχες τις γυναίκες, παλιο-μπάσταρδη» είπε ο Βέλκαν και σήκωσε το Μάνλιντσερ. «Άσε μας όλους ήσυχους».
«Το ξέρεις ότι δεν θα μου κάνει τίποτα αυτό, έτσι δεν είναι;»
Ο Βέλκαν την πυροβόλησε και η Ρεβέκκα απέκτησε μια αιμορροούσα πληγή στην κοιλιά.
«Θα έλεγα πως σου πάει» της είπε. «Τι θα έλεγες να σε γεμίσουμε με τρύπες;»
Όπλισε.
Η Ρεβέκκα πήρε λίγο από το αίμα της και το έγλειψε. Και χαμογέλασε. «Θα έλεγα ότι λες πολλά, αλλά πως θα πάθεις ό,τι σου αξίζει. Θα ψοφήσεις. Όλοι σας θα ψοφήσετε». Έγειρε το κεφάλι της προς τα δεξιά. «Όπως ψόφησαν και τα σκυλιά σας».
Ο Βέλκαν και άλλοι δύο άντρες σημάδεψαν τη Ρεβέκκα και τον Νικολάι, τη στιγμή που από πίσω τους ακούστηκαν δύο ριπές.
Ο Σεραφείμ και άλλος ένας είχαν ρίξει σε αυτούς που κάποτε ήξεραν ως οικογένεια Μπρεμπάν. Ήταν και οι τρεις, ο Ράζβαν, η Ρίλια και ο Μιρόν, και την ίδια στιγμή δεν ήταν αυτοί, αλλά τέρατα που ήθελαν να τους σκοτώσουν και να τους κάνουν κι αυτούς τέρατα.
Οι γυναίκες ούρλιαξαν, αλλά η Κωνστάνσα, η σύζυγος του Σεραφείμ, φώναξε «Τους σταυρούς και τον αγιασμό! Γρήγορα». Οι άλλες την άκουσαν και μπήκαν μπροστά από τους συζύγους τους και κράτησαν το σύμβολο της πίστεώς τους, ενώ ο Μιρόν και ο Ράζβαν ξανάβρισκαν το βηματισμό τους, μετά τον πυροβολισμό που υπέστησαν, και ακολούθησαν την Ρίλια.
Όμως, σταμάτησαν γύρω στα έξι μέτρα από την ομάδα και γρύλισαν.
«Φοβούνται τον σταυρό» είπε η Κωνστάνσα. Κοίταξε τον άντρα της. «Σεραφείμ, τι κάθεσαι; Ρίξε στα τέρατα!»
Ο Καρατζιάλε και ο άλλος τύπος σημάδεψαν.
Αλλά τότε τρεις βρικόλακες έπεσαν από ψηλά στο κέντρο της ομάδας. Πρώην συγχωριανοί τους. Τα τέρατα χτύπησαν τις γυναίκες αρκετά δυνατά, για να τους ρίξουν τα ιερά αντικείμενα που κρατούσαν, ενώ παράλληλα το καθένα δάγκωνε από έναν ένοπλο άντρα.
Η Ρεβέκκα και ο Νικολάι επιτέθηκαν κι αυτοί, παρά τους πυροβολισμούς του Βέλκαν και των άλλων, που τους πετύχαιναν, αλλά που δεν τους κρατούσαν πίσω.
Τώρα δοκιμάζουμε πραγματικά τις δυνάμεις μας, είχε πει η Ρεβέκκα την πρώτη νύχτα που επιτέθηκαν στο Μπραν. Πλέον, καθώς έπεφτε πάνω στα θηράματα, σκεφτόταν πόσο μεγάλη αλήθεια είχε ξεστομίσει εκείνο το βράδυ.
Οι γιοι των Ιλιέσκου και Στεφόνιου βρίσκονταν προς την πλευρά των χωραφιών, στα δυτικά του χωριού, με τα όπλα προτεταμένα και οπισθοχωρούσαν, ρίχνοντας πότε-πότε ματιές προς τα πίσω. Οι γυναίκες τους τους ακολουθούσαν, αλλά με πιο αργό βήμα, αφού οι δύο άντρες τις είχαν πυροβολήσει στα γόνατα, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν πως εκείνες μπορούσαν ακόμα να περπατήσουν.
Μετά την αδυναμία τους να προστατέψουν επαρκώς το σπίτι του Ιλιέσκου, αναγκάστηκαν να βγουν και να έρθουν κι αυτοί αντιμέτωποι με τη φρίκη στην οποία βυθιζόταν ώρα με την ώρα ο Μπραν. Κάπου ανάμεσα στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να φύγουν εσπευσμένα και στην (υποχρέωση) θέλησή τους να βοηθήσουν όποιον συγχωριανό ή όποια συγχωριανή έβλεπαν ότι είχε πρόβλημα, δεν πρόσεξαν τους πάλαι ποτέ φίλους τους Ιονάταν Φερέσκου και Βαντίμ Πιτσούρκα, που από την 27η Φεβρουαρίου ήταν κατώτεροι βρικόλακες, οι οποίοι έπιασαν τις γυναίκες και τις δάγκωσαν στο λαιμό, μεταφέροντάς τους το δηλητήριο της φύσης τους.
Αποτέλεσμα αυτού ήταν τώρα να προσπαθούν να φύγουν μακριά από τις συζύγους τους, των οποίων το βλέμμα θύμιζε αυτό ενός πεινασμένου λύκου.
«Σε παρακαλώ» είπε ο ένας στην γυναίκα. «Σε παρακαλώ, μη με αναγκάσεις να σε πυροβολήσω ξανά».
Το ίδιο είπε και ο άλλος στη δική του.
Εκείνες δεν έδωσαν σημασία.
Οι άντρες τις παρακάλεσαν άλλη μια φορά και, αφού δεν κατάφεραν κάτι με τα λόγια, έσφιξαν ο καθένας το όπλο του και σημάδεψαν.
Αλλά δεν πρόλαβαν να πυροβολήσουν, αφού από πίσω τους ήρθε -χωρίς να κάνει αρκετό θόρυβο για να τον ακούσουν- ο ένας εκ των γιων της κυρίας Κοβάτσι και τους έριξε στο έδαφος.
Την επόμενη στιγμή, έπεσαν πάνω τους και οι γυναίκες.
«Λούκα» είπε ο πατήρ Στεφάν «συγχώρεσε με, αλλά πρέπει να βγεις. Πρέπει να βοηθήσεις τους δικούς μας, τους συγχωριανούς μας. Δεν είναι δίκαιο εμείς να καθόμαστε εδώ και εκείνοι να παλεύουν με τους δαίμονες».
Ο Λούκα κοίταξε την Κορνέλια, η οποία δεν ήξερε τι να πει. Της φαίνονταν όλα μάταια. Ακόμα και η αμυδρή πιθανότητα να έρχονταν οι Ούγγροι της φαινόταν γελοία. Τι θα έκαναν; Ποιος μπορούσε να κάνει το οτιδήποτε απέναντι σ’ αυτά τα τέρατα; Φυσικά, θα προτιμούσε αν είχαν έρθει ακόμα και για να τους συλλάβουν, χωρίς ανακρίσεις και άλλα τέτοια, έχοντας αποφασίσει ότι όλοι οι κάτοικοι του Μπραν ήταν ένοχοι. Χίλιες φορές αυτή η καταδίκη, παρά το Κακό που λάμβανε χώρα αυτό το εφιαλτικό βράδυ.
Ο Στεφάν δεν ένιωθε ούτε στο ελάχιστο ότι είχε το δικαίωμα να πει στον Λούκα τι να κάνει. Δεν είχε ιδέα για το τι έπρεπε να κάνουν. Αλλά όσα ψέλλισε τα πίστευε. Όντως, έπρεπε να συνδράμουν όσοι μπορούσαν. Και τι δεν θα έδινε να μπορούσε και ο ίδιος να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των τεράτων. Κανένας δαίμονας στο Μπραν. Αυτό έλεγε. Με οποιοδήποτε κόστος.
Αλλά πώς να άλλαζε τα πράγματα, ούτως ώστε να μην ήταν στην άνετη θέση του, σχετικά μακριά από τον άμεσο κίνδυνο της μάχης; Δεν μπορούσε να το πράξει. Δεν ήταν ικανός να κάνει το οτιδήποτε. Μόνο να προσευχηθεί μπορούσε, αν και… πλέον… φοβόταν ότι οι αμφιβολίες για την πίστη του είχαν αποδειχτεί βάσιμες.
Πού ήταν ο Θεός;
Τώρα Τον χρειάζονταν!
Πού ήταν;
Ο Στεφάν δεν ξαναμίλησε.
Για τον Λούκα, όμως, τα λόγια του παπά ήταν καθοριστικά, αν και πολύ πιο καθοριστική ήταν η θέα των νεκρών σκυλιών του. Τα είχε δει να πεθαίνουν με βασανιστικό τρόπο, ενώ προσπαθούσαν να υπερασπίσουν το σπίτι και τους ενοίκους του. Η Λένουσα και η Σαλμπάτικα ήταν νεκρές, γιατί είχαν επιτεθεί στα τέρατα, τη στιγμή που αυτός στεκόταν πίσω από τοίχους που οι βρικόλακες δεν μπορούσαν να διαβούν, τουλάχιστον όχι από μόνοι τους. Τις είχε βοηθήσει λίγο, αλλά όχι αρκετά, για να συνεχίσουν να είναι ζωντανές. Εκείνη η καταραμένη τις σκότωσε και το ευχαριστήθηκε, κι αυτό είναι μια ακόμα σταγόνα στο σχεδόν γεμάτο ποτήρι που ήταν η υπομονή του Λούκα.
Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, έπεσε και η τελευταία σταγόνα. Η πιθανότητα εκείνο το τέρας και οι όμοιοι του να συναπαντηθούν κάποτε με τον Σάντου και τη Στεφανία, ίσως και με τη Σορίνα και την οικογένειά της. Δεν έπρεπε να συμβεί αυτό, για κανένα λόγο. Ο Λούκα ένιωσε βαθιά στην ψυχή του την αγωνία που θα βίωναν οι δικοί του, αν τους έβρισκαν τα τέρατα. Τα παιδιά του… να ξεκοιλιάζονται από εκείνη… ενώ τους χαμογελούσε και λουζόταν στο αίμα τους…
ΟΧΙ! ούρλιαξε μέσα του και έπιασε το κεφάλι του.
«Όχι, όχι, όχι. Δεν πρέπει να συμβεί» είπε. «Δεν πρέπει να συμβεί. Δεν πρέπει. Όχι, δεν πρέπει».
«Λούκα;» Η Κορνέλια τον άγγιξε στο μπράτσο. «Λούκα, σε παρακαλώ, μην κάνεις έτσι. Δεν θα το αντέξω».
«Δεν πρέπει να συμβεί. Δεν πρέπει. Εγώ… είμαι ο πατέρας τους. Τα παιδιά δεν πρέπει να κινδυνεύσουν από τους δαίμονες. Όχι, δεν πρέπει». Κοίταξε το μουσκέτο στο χέρι του. «Αυτό δεν κάνει. Δεν κάνει γι’ αυτή τη δουλειά».
Η Κορνέλια κατάλαβε και του έφερε το Μάνλιντσερ των Τσομπάνου. «Ίσως αυτό να κάνει» του είπε.
Ο Λούκα το πήρε, αλλά η γυναίκα του δεν το άφησε αμέσως. Κοιτάχτηκαν κατάματα. Έκλαψαν, ξέροντας ποια θα ήταν η κατάληξη.
«Όσο περισσότερους μπορείς, Λούκα. Σκότωσε όσο περισσότερους μπορείς». Έβγαλε από την τσέπη της τον αγιασμό. «Πάρε».
Εκείνος το έκανε. Έβαλε το μπουκαλάκι στην τσέπη του. Άπλωσε τα χέρια και η Κορνέλια έκανε το ίδιο. Αγκαλιάστηκαν. Φιλήθηκαν, όχι όπως παλιά, όχι όπως όταν νέοι, αλλά με πολύ περισσότερο πάθος. Γιατί ήξεραν. Ήξεραν.
Όταν άφησε την Κορνέλια, ο Λούκα χαιρέτισε τους Οσμοκέσκου.
«Πάτερ, ελπίζω ο Θεός να με συγχωρέσει. Γιατί απόψε θέλω να σκοτώσω. Το θέλω όσο δεν το πόθησα ποτέ».
Ο Στεφάν δεν του απάντησε με λόγια. Απλά ένευσε.
Η Ντανιέλα, όμως, είπε «Ο Θεός θα είναι μαζί σου, Λούκα. Και, πίστεψέ με, ξέρει. Και καταλαβαίνει».
Ο Λούκα ευχαρίστησε την παπαδιά και γύρισε προς την πόρτα. Προτού βγει, σταμάτησε και κοίταξε την Κορνέλια. Τη χάιδεψε στο μάγουλο. Ένιωσε την υγρασία των δακρύων της. «Είσαι όμορφη, Κορνέλια μου. Πάντα ήσουν».
Εκείνη έκλαψε γοερά όταν τον είδε να βγαίνει από την πόρτα.
Ο πρώην επίτροπος της εκκλησίας, που κάποτε λεγόταν Ντομίνικ Παβλένκο, αλλά που πια ήταν βρικόλακας, στεκόταν μαζί με την γυναίκα του Έμα γύρω στα τρία μέτρα μακριά από τους Μαρτινέσκου και τους Νικολέσκου. Στην άλλη πλευρά, έστεκαν οι κόρες των Κοσοβέι, Στόιτσα και Ντάλτσα, μετά των συζύγων τους, που κι αυτοί πλέον ανήκαν στην Κόμισσα. Τα τέρατα εμπόδιζαν τους ανθρώπους από το να φτάσουν στις άμαξες και στα κάρα. Τους είχαν περικυκλώσει και η συνολική εικόνα, τέσσερις ενήλικοι στο κέντρο ενός κύκλου από άλλους, έδινε την αίσθηση ότι ετοιμάζονταν να χορέψουν και όχι να αλληλοσκοτωθούν.
Οι βρικόλακες δεν τους ρίχνονταν, γιατί ο Λουσιάν και ο Χοράσιου είχαν υψωμένα τα όπλα, αλλά κυρίως γιατί οι γυναίκες είχαν εμφανίσει τους σταυρούς και τους κινούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις.
Αυτό άλλαξε όταν ήρθαν ο Βασίλι και η Ροζάλια. Πέταξαν σαν νυχτερίδες πρώτα και έπειτα έπεσαν με δύναμη πάνω στους ανθρώπους, σβήνοντας την όποια ελπίδα τους για φυγή ή έστω ένα φυσιολογικό θάνατο.
Η Ρεβέκκα είχε καθηλώσει τον Βέλκαν στο έδαφος. Τον είχε καβαλήσει, όπως θα έκανε αν ήταν εραστές. Το κάτω μέρος του φορέματος της είχε σηκωθεί ως τα γόνατα, αποκαλύπτοντας τα κάτασπρα, αλλά δυνατά πόδια της. Κρατούσε τα χέρια του μακριά από το σώμα του, σε μια λαβή που ο Βέλκαν δεν μπορούσε να σπάσει. Πέραν της φυσικής αδυναμίας του, ήταν και πληγωμένος. Έχανε αίμα από την κοιλιά, όπου τον είχε γδάρει η Ρεβέκκα, όταν τον αφόπλισε.
Ήταν μόνοι τους εκεί. Τους είχε διατάξει όλους -και την Εμιλιάνα, την οποία ο Βέλκαν είχε την ατυχία να τη δει να μετατρέπεται σε κατώτερο βρικόλακα- να φύγουν, να βρουν άλλα θηράματα.
«Τι έχεις να πεις τώρα, άνδρα; Ε; Πώς νιώθεις που είσαι τόσο άχρηστος απέναντι σε μια γυναίκα;» Κοίταξε προς τα κάτω, ανάμεσα στα δικά της και στα δικά του πόδια. Μετά τον ξανακοίταξε στα μάτια. «Δεν θα έλεγα ότι είσαι και πολύ… μεγάλος. Τίποτα δεν είσαι». Γέλασε. «Δεν μπορείς να αντέξεις τη μεγαλοπρέπεια ενός ανώτερου πλάσματος. Δεν…»
Ένας πυροβολισμός διέκοψε το λογύδριό της, ανατινάζοντας το στόμα της. Και μετά άλλος ένας. Και ένας τρίτος.
Η Ρεβέκκα άφησε τον Βέλκαν και κοίταξε τον Λούκα, που πλησίαζε, οπλίζοντας και πυροβολώντας τη με το Μάνλιντσερ. Οι σφαίρες διέλυσαν τον ένα ώμο της και το δεξί της στήθος.
«Εσύ!» έκανε. «Εσύ με τα σκυλιά. Τα ξαπόστειλα για τα καλά, ε;» Του χαμογέλασε.
«ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ, ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΠΟΡΝΗ!» φώναξε ο Λούκα.
Η Ρεβέκκα έκανε να κινηθεί, αλλά τότε ο Βέλκαν την έπιασε από τα πόδια και την έριξε χάμω. Αμέσως, έβγαλε το μαχαίρι του, σύρθηκε πάνω στο σώμα της και το έμπηξε στον αριστερό της ώμο.
Εκείνη ούρλιαξε.
«ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ, ΜΠΑΣΤΑΡΔΗ; Ε;» της είπε. «ΤΩΡΑ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΩΤΕΡΟΣ;»
Γύρισε το μαχαίρι και η Ρεβέκκα το ένιωσε να πλησιάζει την καρδιά.
«Κράτα την» είπε ο Λούκα και έπιασε το μπουκάλι με τον αγιασμό. «Κράτα την».
Αλλά ο Βέλκαν δεν τα κατάφερε. Η Ρεβέκκα έφερε πίσω το χέρι της και έπιασε το δικό του και το έσφιξε, σπάζοντας τον καρπό. Ο Βέλκαν φώναξε και χαλάρωσε τη λαβή του και τότε εκείνη μπόρεσε να στριφογυρίσει και να βρεθεί ανάσκελα από πάνω του. Είδε τον Λούκα που έτρεχε, και έκανε στο πλάι, αποφεύγοντας τον αγιασμό που ξεχύθηκε από το μπουκαλάκι. Η Ρεβέκκα έβγαλε το μαχαίρι από το σώμα της και κινήθηκε με απίστευτη χάρη, πετώντας, προς τον Λούκα. Εκείνος έκανε να την χτυπήσει, αλλά αυτή τον χάραξε στο λαιμό με μια κίνηση που ο Λούκα δεν είδε ποτέ.
Το Μάνλιντσερ έπεσε από τα χέρια του. Όπως και ο αγιασμός, με το περιεχόμενο να χύνεται στο χιόνι.
Ο Λούκα γονάτισε, μη μπορώντας να αναπνεύσει, αλλά νιώθοντας την αδυναμία να τον καταβάλει. Τα χέρια του προσπαθούσαν να σταματήσουν την ακατάπαυστη ροή ζεστού αίματος που έχανε το κορμί του, αλλά η τομή ήταν υπερβολικά μεγάλη και βαθειά.
«Δεν θα σε κάνω βρικόλακα εσένα» του είπε η Ρεβέκκα και έγλειψε το αίμα από την λεπίδα, με μερικές από τις πληγές της να γιατρεύονται αμέσως μετά. «Θα σε αφήσω να ψοφήσεις. Σαν τις σκύλες σου». Στράφηκε προς τον Βέλκαν. Ήταν ακόμα πεσμένος στο έδαφος. Τον πλησίασε. Γονάτισε και έπιασε το κεφάλι του. Και μετά το έκοψε με το μαχαίρι και το αφαίρεσε από το υπόλοιπο σώμα. Κατέβασε το πρόσωπό της και ήπιε από την μεγάλη πληγή.
Ο Λούκα πέθανε δευτερόλεπτα αργότερα, έχοντας τον αποτρόπαιο θάνατο του Τσομπάνου σαν τελευταία ανάμνηση.
Ο Ντράχοσλαβ ήταν μόνος, καθισμένος στην καρέκλα που είχε βρει νωρίτερα. Είχε γείρει πάνω της και δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο, από τα απανωτά λάθη που είχε κάνει. Που είχαν κάνει όλοι τους. Με πρώτο και βασικότερο, το ότι δεν είχαν φύγει. Ναι, οι βρικόλακες θα τους είχαν κυνηγήσει και πιθανώς θα τους έβρισκαν, αλλά αυτό μπορεί να έπαιρνε πολύ χρόνο και ίσως μέχρι τότε να είχαν καταφέρει να οχυρωθούν καλύτερα.
Είχαν φερθεί με απερισκεψία, αλλά όχι με αυτή που ανέφεραν τα τέρατα τη νύχτα που είχαν πάρει τον Ιονάταν και τον Βαντίμ. Εκείνα είχαν εννοήσει ότι δεν θα είχε νόημα να τους αντισταθούν γενικά και ότι θα έπρεπε να τους παραδοθούν οικειοθελώς, αν δεν ήθελαν να πεθάνουν με το χειρότερο τρόπο. Πράγμα που δεν ίσχυε, ο Ντράχοσλαβ το πίστευε πλέον. Η ανοησία τους ήταν που δεν έφυγαν. Τελικά, σε ό,τι έχει σχέση με την τωρινή κατάσταση, μόνο αυτή ήταν η ανοησία τους.
«Γέρο;»
Σήκωσε το κεφάλι του. Είδε μια όμορφη γυναίκα με πολύ άσπρο δέρμα και μαύρη αμφίεση να στέκεται στο κατώφλι. Σε διάφορα σημεία του ρούχου της, είχε άλλους σκουρόχρωμους λεκέδες. Χαμογελούσε στον Ντράχοσλαβ από το κατώφλι του σπιτιού του. Αλλά δεν έμπαινε.
«Είσαι ο Ντράχοσλαβ Τσομπάνου, σωστά; Γιατί δεν έρχεσαι έξω, να τα πούμε;» του είπε.
Ο Ντράχοσλαβ έσφιξε τη μαγκούρα του. Αναρωτήθηκε τι να είχε απογίνει ο γιος του και η νύφη του και όλοι οι άλλοι. Μάλλον δεν θα ήθελε να ξέρει. Αλλά δεν είχε σημασία έτσι κι αλλιώς. Δεν θα μάθαινε ποτέ για κανέναν τι είχε απογίνει.
«Έλα, παππού, με ξέρεις. Μπορούμε να περάσουμε καλά οι δυο μας» είπε η γυναίκα και έφερε τα χέρια της με τα αφύσικα μεγάλα νύχια στα στήθη της.
Ο Ντράχοσλαβ ανασήκωσε τους ώμους του. «Γιατί δεν έρχεσαι εσύ μέσα;»
Η γυναίκα σάστισε. «Θες να μπω στο σπίτι σου;»
«Ναι. Είμαι γέρος, δεν μπορώ να περπατήσω τόσο εύκολα όσο εσύ. Έλα μέσα, Μαγκνταλένα».
Κι έτσι η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου μπήκε στο σπίτι του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου. Τον προσέγγισε με αργά βήματα. Δεν χρειαζόντουσαν βιασύνες. Γύρω της υπήρχαν μαυρισμένα έπιπλα και μύριζαν απομεινάρια φωτιάς. Αλλά η καταστροφή δεν ήταν εκτεταμένη.
«Εσύ ήσουν εκείνο το βράδυ, έτσι;» ρώτησε ο Τσομπάνου. «Εσύ σκότωσες τα σκυλιά μου. Τον αγαπημένο μου Φέρκα και τον αγαπημένο μου Σάντα. Εσύ παραλίγο να μπεις στο δωμάτιο που κοιμόντουσαν οι εγγονές μου. Σωστά;»
«Ναι. Και πρέπει να παραδεχτώ ότι η μικρή με την οποία μίλησα φέρθηκε πολύ έξυπνα». Έβγαλε κάτι σαν κρώξιμο, που μάλλον ήταν γέλιο. «Σε αντίθεση με εσένα, φυσικά, που δεν θα έχεις καλή κατάληξη. Γιατί μόνο εγώ θα περάσω καλά».
«Την περίμενα όσο τίποτα άλλο αυτή τη στιγμή, Μπενγκέσκου» είπε ο Ντράχοσλαβ, ο οποίος δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πόσο θα λυπόταν ο γιος του που δεν την είχε αντιμετωπίσει ο ίδιος, που μάλιστα είχε βγει έξω. Δηλαδή, αυτό νόμιζε, ότι ο Βέλκαν δεν συναπαντήθηκε με την Μπενγκέσκου. Το οποίο μπορεί να σήμαινε πολλά πράγματα, που όμως δεν ήταν της παρούσης. Κοίταξε την Μαγκνταλένα στα μάτια. Τα δικά του ήταν κοκκινισμένα και από τα δάκρυα και από την κούραση, ενώ εκείνης απέπνεαν την απειλή του θανάτου. Ο οποίος θάνατος πλέον δεν τρόμαζε τον Ντράχοσλαβ Τσομπάνου.
«Χαίρομαι που δεν σου χάλασα το χατίρι, γέρο».
Όταν έφτασε στα δύο μέτρα, είδε τον Ντράχοσλαβ να βγάζει ένα πιστόλι και να την πυροβολεί. Μία, δύο, τρεις φορές. Τέσσερις. Πέντε. Όλες στην κοιλιά και στο κεφάλι. Η Μαγκνταλένα έκανε μονάχα δύο βήματα πίσω. Οι σφαίρες την πόνεσαν, αλλά είχε αρχίσει να τις συνηθίζει. Επιπλέον, το πιστόλι δεν έκανε σοβαρή ζημιά, ούτως ή άλλως.
Ο Ντράχοσλαβ κατέβασε το χέρι του.
«Γέρο» του είπε η άλλη. «Τα θνητά σου όπλα δεν με βλάπτουν. Είμαι ένα ανώτερο ον. Θα ζήσω αιωνίως». Τον πλησίασε. «Και τώρα έχει έρθει η σειρά σου να πάρεις λίγη από τη δόξα που προσφέρει η Ρεβ… η Κόμισσα».
«Ξέρεις, οι παλιοί πάντα έλεγαν ότι τους βρικόλακες δεν μπορείς να τους νικήσεις με κανένα άλλο όπλο, πέραν από το σταυρό, τον αγιασμό και ένα παλούκι στην καρδιά. Ίσως και αποκεφαλισμό». Χαμογέλασε στην Μαγκνταλένα, που τώρα στεκόταν ακριβώς από πάνω του. «Αλλά οι παλιοί δεν είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν πιο δυνατά όπλα».
«Τα δοκίμασαν οι άλλοι τα πιο δυνατά όπλα, γέρο. Μουσκέτα και άλλα παρόμοια. Δεν τους βοήθησαν».
«Δεν αναφερόμουν σε τέτοια όπλα, μπάσταρδη μάγισσα».
Η Μαγκνταλένα παραξενεύτηκε, αλλά δεν αντέδρασε.
Κάτι που πρόσφερε στον Ντράχοσλαβ το χρόνο που χρειαζόταν.
Έβγαλε το δυναμίτη που του είχε δώσει ο Βέλκαν, τον έφερε ανάμεσα σε αυτόν και την Μπενγκέσκου και τον πυροβόλησε με την τελευταία σφαίρα του όπλου.
Η Ρεβέκκα είχε δει την καλή της να μπαίνει στο μεγαλύτερο σπίτι του Μπραν και είχε χαμογελάσει, ξέροντας πως κάποιος ή κάποια μόλις παραδόθηκε. Έτσι είχε γυρίσει και στραφεί προς τους άλλους ανώτερους, το Βασίλι, την Ροζάλια και τον Νικολάι και πήγαινε προς αυτούς, όταν άκουσε τον εκκωφαντικό θόρυβο από το σπίτι. Είδε καπνούς να βγαίνουν. Έτρεξε. Κοίταξε στο εσωτερικό. Είδε ρωγμές και χαλάσματα και έπιπλα που είχαν γίνει κομμάτια. Στη μύτη της ήρθε η μυρωδιά του αίματος, πολύ αίματος, και καθώς ο αέρας καθάριζε μπόρεσε να διακρίνει ό,τι απέμεινε από δύο ανθρώπινα σώματα. Μάζες από κόκαλα και εντόσθια και ρούχα, όλα ανακατεμένα μεταξύ τους, πολλά από τα οποία πεταγμένα σε όλους τους τοίχους σαν να τα είχαν χτίσει εκεί, ως επιπλέον διακόσμηση.
Είδε με τρόμο τα ρούχα της αγαπημένης της Μαγκνταλένα να είναι κι αυτά εκεί. Αλλά όχι το σώμα της. Όχι, το μόνο που υπήρχε από αυτό ήταν η σκόνη του που αναμειγνυόταν με τον αέρα του σπιτιού. Η Ρεβέκκα ούρλιαξε και έκανε να μπει, αλλά δεν μπορούσε. Αυτή η κατάρα που βάραινε τους ομοίους της δεν της επέτρεπε να σπεύσει να βοηθήσει τη Μαγκνταλένα.
«Μαγκνταλένα!» φώναξε. «Μαγκνταλένα! Δεν γίνεται να πεθάνεις. Είσαι ένα ανώτερο ον. Δεν σου αρμόζει τέτοια μοίρα, να πεθάνεις δίπλα από έναν θνητό».
Ο Νικολάι ήρθε δίπλα της, όπως και η Ροζάλια. Η τελευταία άγγιξε την Ρεβέκκα στον ώμο και της είπε να φύγουν από εκεί. «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουμε αναλάβει ακόμα» σχολίασε. «Ο παπάς, η γυναίκα του και η γυναίκα του Βλαντιμιρέσκου».
Η Ρεβέκκα δεν κουνήθηκε. Σύριξε και χτύπησε τον τοίχο, κάνοντάς του μια μικρή ρωγμή.
«Έλα» την παρότρυναν οι άλλοι δύο. «Πέθανε. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι…»
Η Ρεβέκκα γύρισε και έπιασε τον Νικολάι από τον λαιμό. «Πρόσεχε τα λόγια σου, καταραμένε. Εγώ είμαι πολύ καλύτερή σου. Πολύ πιο ανώτερη από σένα και από κάθε άντρα που γεννήθηκε από μια άτυχη γυναίκα. Θες να σε εξαφανίσω δια παντός, Νικολάι; Ε;»
Ο Νικολάι δεν αποκρίθηκε.
«Ρεβέκκα μου» έκανε η Ροζάλια και της χάιδεψε τα χέρια. «Κι εγώ λυπάμαι για την Μαγκνταλένα. Αλλά έχουμε μια εντολή να εκτελέσουμε».
Η Ρεβέκκα την κοίταξε και η Ροζάλια κατάλαβε πως, αν η Ρεβέκκα ήταν άνθρωπος, θα έκλαιγε.
«Έλα, Ρεβέκκα. Πάμε».
Εκείνη δεν αντέδρασε. Φαινόταν ότι ή θα έμενε στο ίδιο σημείο, αναγκάζοντας και τον Νικολάι να είναι σε αυτή τη δυσάρεστη θέση, ή θα τον σκότωνε τελικά. Αλλά, μορφάζοντας από παραίτηση, έκανε ό,τι της έλεγαν. Άφησε τον άλλο και είπε «Πάμε, λοιπόν. Νικολάι, εσύ φέρε δύο αναμμένους δαυλούς».
«Εντάξει».
Σε λίγο, στέκονταν έξω από το σπίτι των Οσμοκέσκου. Αυτοί, ο Βασίλι, η Έλενα και δεκάδες άλλοι κατώτεροι βρικόλακες, πρώην κάτοικοι του Μπραν. Είχαν περικυκλώσει την οικία, μην τυχόν οι ένοικοι το έσκαγαν από κάποια άλλη έξοδο.
Α
λλά, απ’ ό,τι είδε η Ρεβέκκα, κανείς από τους τρεις δεν το κουνούσε από κει μέσα. Είχαν μαζευτεί κοντά-κοντά και κοιτούσαν προς αυτούς.
Τότε ήρθε ο Νικολάι με τους αναμμένους δαυλούς.
«Βγείτε από το σπίτι» είπε η Ρεβέκκα και έκανε νόημα στον άλλο να πλησιάσει και να φέρει κοντά στο παράθυρο τα παλούκια. «Όπως βλέπετε, μπορούμε να σας κάψουμε ζωντανούς. Αν βγείτε, όμως, θα σας προσφέρουμε την αιώνια ζωή και τη δυνατότητα να υπηρετήσετε την Κόμισσα».
«Δεν θα βγούμε» φώναξε ο πατήρ Στεφάν. «Φύγετε από δω, δαίμονες. Αρκετό κακό κάνατε».
Η Ρεβέκκα αναγνώρισε τη φωνή του. «Εσύ ήσουν που φώναζες “Κανένας δαίμονας στο Μπραν”, έτσι δεν είναι; Ναι, εσύ ήσουν, παπά. Πώς σου φαίνεται που έχασες; Μμμ; Πού είναι ο Θεός, παπά; Γιατί δεν Τον επικαλείσαι, μπας και σε σώσει; Ω, ξέχασα. ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΣΩΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΘΕΟΣ!»
Καμιά αντίδραση.
«Βγείτε από το σπίτι. Μόνο εσείς απομείνατε. Δεν υπάρχει τίποτα που να σας κρατάει εδώ».
Καμιά αντίδραση.
Σχεδόν. Η Ρεβέκκα άκουσε τα αναφιλητά της μιας γυναίκας, της πιο παχουλής. «Ακόμα και εκείνος ο άντρας» είπε. «Αυτός που ήταν μαζί σας και πυροβολούσε εμένα και τον Νικολάι, ενώ του σκότωνα τα σκυλιά; Ακόμα και αυτός πέθανε. Εγώ τον σκότωσα. Και τον ανέστησα, επίσης. Πλέον, είναι ένας από εμάς, τ’ ακούτε; Είναι ένα ανώτερο ον».
Ο Στεφάν είπε στην Κορνέλια «Μην το κάνεις. Και να λέει την αλήθεια, δεν είναι πια ο Λούκα που ξέραμε. Έχει γίνει ένα τέρας, Κορνέλια. Μη βγεις!»
Η Κορνέλια δεν τους κοιτούσε. «Λυπάμαι» ψέλλιζε. «Λυπάμαι».
«Μην το κάνεις, Κορνέλια» είπε και η Ντανιέλα. «Καλύτερα ο θάνατος, παρά…»
Αλλά η Κορνέλια δεν τους άκουσε. «Ελπίζω να με συγχωρέσετε. Κι εσείς και ο Θεός». Όρμησε προς την πόρτα. Άνοιξε και έπεσε στην αγκαλιά της Ροζάλια, που τύλιξε το δεξί χέρι της γύρω από τον λαιμό της Κορνέλια. «Πού είναι ο άντρας μου; Πού είναι ο Λούκα; Θέλω να δω τον άντρα μου».
«Φέρ’ την εδώ» είπε η Ρεβέκκα και η Ροζάλια υπάκουσε.
Η Κορνέλια τώρα στεκόταν έξω από την πόρτα των Οσμοκέσκου, ζητώντας ακόμα να δει τον Λούκα.
«Κράτα την από τα χέρια, Ροζάλια».
Όταν εκείνη το έκανε, η Ρεβέκκα έφερε το νύχι του δείκτη του χεριού της στη μια πλευρά του λαιμού της Κορνέλια. Είπε «Παπά. Βγείτε από το σπίτι. Αλλιώς θα τη σκοτώσω εδώ, μπροστά σας».
Οι Οσμοκέσκου δεν αντέδρασαν.
«Θέλω να δω τον άντρα μου» είπε η Κορνέλια. «Σας παρακαλώ, πού είναι;»
Καμιά αντίδραση.
«Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ. Μόνο να τον δω…»
Η Ντανιέλα κάτι είπε στον Στεφάν κι αυτός κατένευσε.
«Σας παρακαλώ…» συνέχισε η Κορνέλια.
Η Ρεβέκκα είδε τους δύο ηλικιωμένους να σηκώνονται, να πιάνονται χέρι-χέρι, για να αλληλοστηρίζονται, και να έρχονται προς το μέρος της. Είπε στον Νικολάι να σβήσει τους δαυλούς. Δεν τους χρειάζονταν πια.
Όταν βγήκαν από το σπίτι τους, με τις μαγκούρες τους να πατάνε στο κρύο έδαφος, οι Οσμοκέσκου ήξεραν πως δεν θα πατούσαν ποτέ ξανά σε αυτό.
Έκλαψαν και ψέλλισαν μια προσευχή.
Το Μπραν καιγόταν γύρω τους. Οι συγχωριανοί τους τους κοιτούσαν με απλανές, νεκρό, μα και συνάμα διεφθαρμένα ζωντανό βλέμμα. Την πρώτη μέρα απ’ όταν επέστρεψαν στο χωριό και έμαθε για τον κακό χαμό που έκαναν τα σκυλιά την προηγούμενη νύχτα ο Στεφάν είχε διερωτηθεί γιατί δεν ένιωθε σίγουρος για την πίστη του και προστατευμένος. Είχε την αίσθηση ότι θα το μάθαινε σύντομα. Και να που είχε καλό ένστικτο, ίσως για πρώτη φορά μετά από καιρό.
Επίσης, θυμήθηκε το εσωτερικό ταξίδι που δεν αποφάσιζε ποτέ του να κάνει. Εκείνο που θα ξεκινούσε από το νησί του Θεού προς το άλλο, όποιο κι αν ήταν και όπου κι αν έβγαζε. Τελικά, απ’ ό,τι φαινόταν, θα το έκανε αυτό το ταξίδι. Τον τρόμαζε, αλλά ο Θεός δεν ήταν εκεί, για να τον αποτρέψει -τουλάχιστον, ο Στεφάν δεν ένιωθε πως ήταν εκεί-, ενώ η Ντανιέλα του θα βίωνε κι αυτή την ίδια εμπειρία. Δυστυχώς.
Αλλά θα είμαστε μαζί, σκέφτηκε. Κάτι είναι κι αυτό. Μια μικρή παρηγοριά.
Ρεβέκκα: «Γονατίστε. Γονατίστε μπροστά στο ανώτερο είδος».
Η Ντανιέλα είπε «Δεν μπορούμε. Με το ζόρι περπατάμε».
«Ω, μα τι κρίμα… Τόσο κατώτεροι πια; Νικολάι, Βασίλι, βοηθήστε τους».
Ο Νικολάι και ο Βασίλι έπιασαν τον Στεφάν και την Ντανιέλα από τις μασχάλες και τους λύγισε τα γόνατα. Οι ηλικιωμένοι μόρφασαν και βόγκηξαν.
Στεφάν: «Δεν θα νικήσετε. Ο Θεός θα φροντίσει γι’ αυτό».
Ρ
εβέκκα: «Μα θα εύχεσαι να νικήσουμε, παπά. Θα το ευχηθείς, να είσαι σίγουρος».
Ο Στεφάν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Ποτέ! Άλλωστε, δεν έχει σημασία. Εγώ θα είμαι νεκρός». Κοίταξε την γυναίκα του. «Και οι δύο θα είμαστε νεκροί».
«Ω, όχι, παπά. Όχι. Εσύ δεν θα πεθάνεις. Δεν θα πεθάνεις. Δεν θα έχεις την ίδια μοίρα με την αγαπημένη μου Μαγκνταλένα».
Ο Στεφάν είδε τη Ρεβέκκα να χαμογελάει και εκείνη να τον πλησιάζει. Προσευχήθηκε για μια τελευταία φορά, πριν εκείνη σκύψει προς το μέρος του.
Λίγο αργότερα, οι βρικόλακες αναπτύχθηκαν προς τα βόρεια, τα δυτικά και τα ανατολικά του Μπραν. Είχαν σαν στόχο τα ζωντανά που έμεναν στους στάβλους, στα μαντριά και στα χωράφια. Λίγο ακόμα τσιμπούσι, για να δυναμώσουν κι άλλο, αλλά και να αποτελειώσουν τη δουλειά που είχαν έρθει να κάνουν.
Πριν από αυτό, όμως, η Ρεβέκκα είχε κάνει το χατίρι της Κορνέλια και την πήγε στον Λούκα. Και καθώς η Κορνέλια έσκυβε και αγκάλιαζε τον νεκρό άντρα της, η Ρεβέκκα την αποτέλειωσε κόβοντάς της κι εκείνης το λαιμό. Όμως, δεν άφησε όλο το αίμα να πάει χαμένο, αλλά ήπιε από αυτό, για να γιατρευτούν και οι υπόλοιπες πληγές της.
Καθώς περπατούσαν τώρα, η Ρεβέκκα κοίταξε τον Βασίλι και του είπε «Λοιπόν, ακόμα πιστεύεις ότι η δουλειά που μας άφησε η Κόμισσα είναι δύσκολη;»
Εκείνος απάντησε «Ναι».
«Γιατί; Επειδή έδιωξαν τα παιδιά και τους γέρους;»
Ναι, ήξεραν. Όταν δάγκωσαν τους κατοίκους, έμαθαν όλα όσα ήξεραν αυτοί. Μεταξύ άλλων, και το ότι τα νεαρότερα και τα μεγαλύτερα μέλη των οικογενειών είχαν φύγει για το Μπρασώφ, αλλά και πως οι Αρχές στην πόλη θα είχαν μάθει για το Μπραν.
«Θα προετοιμαστούν» είπε ο Βασίλι, ενώ άκουγε, όπως και οι άλλοι, τα ζώα να αλυχτάνε από το Κακό που τα πλησίαζε.
«Δεν θα τους ωφελήσει. Είμαστε ανώτερα πλάσματα. Επιπλέον, και τα θηράματα εδώ ήξεραν, αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, φέρθηκαν εντελώς ανόητα».
«Μπορεί και να είναι έτσι. Αλλά τι θα γίνει με τους άλλους ανώτερους, που σου είπε η Κόμισσα;»
«Θα έρθει και η δική τους σειρά, μην ανησυχείς. Αν όντως υπάρχουν, γιατί οι άντρες που ψάχνουν γι’ αυτούς είναι σαν τον Μπάρλοου. Ηλίθιοι θνητοί».
Παρότι τα πρόβατα, τα κατσίκια, οι κότες και τα άλογα είδαν, ανάμεσα στα άγνωστα φρικιά, τους ιδιοκτήτες τους, δεν τους αναγνώρισαν το χλομό τους πρόσωπο και τα σκισμένα ρούχα τους, γιατί δεν ήταν αυτοί πια. Κι έτσι προσπάθησαν να απομακρυνθούν και από αυτούς, με αποτέλεσμα να πέφτει το ένα πάνω στο άλλο, να ποδοπατούνται και να αδημονούν να γκρεμίσουν το σκεπασμένο μέρος που τα είχαν φυλακίσει.
Μάταια, όμως.
Η βροχή ξανάρχισε γύρω στις δύο τα ξημερώματα και φρόντισε να μη ξεφύγει καμιά φωτιά προς τις παρακείμενες δασικές εκτάσεις του στοιχειωμένου Μπραν.
Πρεσβυτέριο Μπόρλεϊ, Αγγλία
Ο Τζον Μπάρλοου κοιμόταν, όταν η Ροντίκα Ντραγκίτσι σηκώθηκε από το κρεβάτι τους και προχώρησε γυμνή ως το γραφείο του. Κάθισε στην καρέκλα του και κοίταξε την γραφομηχανή μάρκας T–Machine. Στον κύλινδρο, υπήρχε μια σελίδα, μισο-συμπληρωμένη με ένα διήγημα του Μπάρλοου, που είχε να κάνει με μια γυναίκα που κοιμόταν με διάφορους πλούσιους άντρες, για να την καταστήσουν έγκυο και να τους απομυζήσει –κυριολεκτικά, αφού η ίδια υποτίθεται ότι ήταν ένα διαβολικό είδος αράχνης, που μπορούσε να παίρνει ανθρώπινη μορφή και τους παραπλανούσε. Δίπλα από τη γραφομηχανή, βρίσκονταν οι χειρόγραφες σημειώσεις του σχετικά με την έρευνα που διεξήγαγε τον τελευταίο καιρό. Σχετιζόταν με μια υπόθεση που είχαν κάνει διάφοροι συγγραφείς, ότι πράγματι υπήρχαν υπερφυσικά όντα ανάμεσα στους ανθρώπους. Λυκάνθρωποι, βαμπίρ, φαντάσματα. Ακέφαλα πνεύματα που αναζητούσαν εκδίκηση για την τιμωρία που τους είχε επιβληθεί. Και άλλα παρόμοια.
Ήταν σχεδόν αστείο το ότι ο Μπάρλοου δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο κοντά στην αλήθεια ήταν και πόσο επικίνδυνα ζούσε από τότε που ήρθε στο κάστρο της –ίσως και από πιο πριν, ίσως και από την πρώτη στιγμή που είχε αποφασίσει να ασχοληθεί με ζητήματα που ξεπερνούσαν την αμελητέα φύση του. Το διήγημα που έγραφε, καθώς και η έρευνα με την οποία καταπιανόταν… Ήταν σαν να προσπαθούσε να καταλάβει όσα γίνονταν γύρω του. Αλλά αυτός δεν το πήγαινε εκεί, όχι, καθόλου. Αυτό που ήθελε ήταν τόσο πεζό, που καταντούσε από τη μια γελοίο και από την άλλη ριψοκίνδυνο. Ήθελε απλά να έχει έμπνευση, για να γράφει ευφάνταστες ιστορίες, για το περιοδικό του, και έτσι να βγάζει χρήματα.
Η Ροντίκα, όμως, τον καταλάβαινε. Ήταν άνθρωπος. Και άνδρας. Και, όπως πίστευε ακράδαντα η αγαπημένη της Ρεβέκκα, οι άνδρες ήταν τα πιο ηλίθια πλάσματα που είχαν δημιουργηθεί ποτέ. Φυσικά, εξαίρεση αποτελούσε ο αγαπημένος της Ίλιε Στάνκου. Ο στρατιώτης της. Αυτός δεν ήταν ηλίθιος άνδρας. Ήταν γενναίος. Αψήφησε τον κίνδυνο του να αγαπήσει μια κόμισσα και της προσέφερε την τρυφερότητα και την ευτυχία που δεν είχε καταφέρει να της δώσει κανένας άλλος, και ειδικά ο κόμης –ο οποίος δεν ήθελε κιόλας να έχει μια χαρούμενη γυναίκα. Πώς γίνεται να είναι ηλίθιος ένας ερωτευμένος; Απλά δεν γίνεται. Ακόμα και οι ανοησίες που μπορεί να κάνει συγχωρούνται και με το παραπάνω. Γιατί θέλει να είναι ευτυχισμένος και να κάνει και κάποιον άλλο ευτυχισμένο. Θα ήταν άδικο να χαρακτηρίσει κανείς ως ηλίθια μια τόσο καλή ψυχή.
Ο νυχτερινός ουρανός έξω από το Πρεσβυτέριο ήταν μαύρος, σαν τα μάτια της Ροντίκα. Τα άστρα, τόσο λευκά, όσο τα δόντια της, που τώρα είχαν μακρύνει. Το σώμα της είχε μυρμηγκιάσει, όπως κάθε φορά που ετοιμαζόταν να γευτεί αίμα. Δεν είχε νιώσει καθόλου ικανοποίηση από τον έρωτα του Μπάρλοου. Ποτέ κανείς δεν θα αντικαθιστούσε τα χάδια και τον οργασμό που της είχε προσφέρει ο Ίλιε. Ο συγγραφέας το μόνο που κατάφερνε κάθε φορά που ξάπλωνε με την Ροντίκα ήταν να σπαταλάει την ενέργειά του και να χάνει λίγο ακόμα από το μυαλό του.
Δεν ήξερε τι του γινόταν, μόνο οι ιστορίες του τον ένοιαζαν. Δε φανταζόταν καν τι είχε καταφέρει όταν την επισκέφτηκε στο κάστρο της. Είχε ξυπνήσει μέσα της ένα θηρίο που εκείνη το συγκρατούσε προσφέροντάς του πότε-πότε άτυχους διαβάτες και πεζοπόρους και πλανόδιους που πήγαιναν στο Μπρασώφ ή που έρχονταν από αυτό. Η Ροντίκα είχε μείνει στάσιμη για αιώνες και ο Μπάρλοου τής είπε πως είχε έρθει η ώρα να κάνει το καθήκον της.
Να προσφέρει στον κόσμο, σε κάθε χώρα και σε κάθε λαό, το μεγαλύτερο αγαθό όλων. Την αιώνια ζωή. Ξεκινώντας από ένα ασήμαντο χωριό στα Καρπάθια. Κι εκείνη είχε αφήσει ελεύθερο το θηρίο που κατοικούσε μέσα στην ίδια και στα παιδιά της, στη Ρεβέκκα, στον Νικολάι, στο Βασίλι και στην Έλενα, οι οποίοι είχαν κάνει το καθήκον τους.
Το Μπραν έπεσε.
Σειρά είχε η υπόλοιπη Τρανσυλβανία. Μετά, η Βλαχία, η Μολδαβία, η Ουγγαρία, η Γαλλία, η Ελλάδα… Οι χώρες της Ανατολής. Η Αφρική. Και αργότερα, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία. Μία-μία, όλες οι χώρες θα έπεφταν. Ή θα εξυψώνονταν, ανάλογα πώς το έβλεπε κανείς. Θα έπαιρνε πολύ χρόνο, αιώνες ίσως, αλλά αλίμονο, είχαν να προσφέρουν όσο ήθελαν. Άλλωστε, ήταν βρικόλακες. Ο χρόνος δεν είχε καμιά σημασία γι’ αυτούς.
Αλλά όλα στον καιρό τους.
Η Ροντίκα διάβασε ξανά τις σημειώσεις του ανίδεου Μπάρλοου. Είχε πει γι’ αυτά τα ευρήματα στην Ρεβέκκα. Οι συγγραφείς που είχαν δώσει τις πληροφορίες ζούσαν σε διάφορα μέρη του κόσμου και, αν δεν είχαν κάποια άλλη, άσχετη ή σχετική δουλειά, θα ήταν σαν άστεγοι, χωρίς σπίτι, οικογένεια και κάποιον σκοπό στη ζωή τους. Η Ροντίκα είχε πει στη Ρεβέκκα πως θα έπρεπε να τους επισκεφτούν κι αυτούς, ίσως νωρίτερα από ό,τι υπολόγιζαν. Μπορεί να αναλάμβανε η ίδια αυτό το καθήκον, όταν θα ξεμπέρδευε με τον Μπάρλοου. Δεν έπρεπε να συνεχίσουν να γράφουν και να μιλούν γι’ αυτά τα πράγματα, γιατί κάποιοι θα τους πίστευαν και ποιος ξέρει τι θα έκαναν.
Οι περισσότεροι είναι άντρες, είχε πει η Ρεβέκκα. Δεν έχουμε λόγο να ανησυχούμε.
Υπάρχουν και παμπόνηροι άντρες, Ρεβέκκα μου. Πίστεψε με, έχω γνωρίσει μερικούς από δαύτους. Μάλιστα, τους είδα να πιάνουν και να σκοτώνουν τον Ίλιε μπροστά στα μάτια μου. Δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι.
Ο Μπάρλοου αναδεύτηκε και γρύλισε, σαν γουρούνι, όπως όταν έβλεπε εφιάλτες.
Η Ροντίκα, ξέροντας πως μπορεί αυτός να πεταγόταν ιδρωμένος και ενθουσιασμένος για μια ακόμα ιδέα που του γεννήθηκε από το όνειρό του, άφησε τα χαρτιά και σηκώθηκε και τον πλησίασε και έσκυψε πάνω από τον εκτεθειμένο λαιμό του. Και έγινε ξανά η Κόμισσα.
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
