Το πρόσωπο του παραθύρου

Άνοιξα τα μάτια μου για μια ακόμη φορά. Ήταν σκοτεινά. Ήμουν στο δωμάτιό μου, ξαπλωμένος και μουσκεμένος από τον ιδρώτα. Βρισκόμουν στο μόνιμο καταφύγιό μου, στο μέρος όπου, ό,τι και να συνέβαινε έξω από αυτούς τους τοίχους, οτιδήποτε και να αντιμετώπιζα, ήξερα πως θα επιστρέψω και θα νιώσω ασφαλής. Ασφαλής από κάθε ασθένεια και κάθε καταστροφή. Ασφαλής από τα τέρατα αυτού του κόσμου. Ή κάθε κόσμου, εδώ που τα λέμε.

Πήρα βαθιές ανάσες και σκούπισα με το μανίκι της πιτζάμας μου το μέτωπό μου. Ανέκαθεν έβλεπα εφιάλτες. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ο ύπνος ήταν κάτι σαν αίθουσα κινηματογράφου για μένα. Ένας χώρος με ήχους και εικόνες. Με πρόσωπα που έκαναν διάφορα πράγματα. Με εμένα στο επίκεντρο, να τρέχω να ξεφύγω από κάτι ή να περνάω καλά -έβλεπα και τέτοια, ναι. Ήταν ένα σινεμά ιδιωτικό, οι προβολές και τα ποπ κορν προορίζονταν μονάχα για μένα. Δεν θυμάμαι βράδυ ή μεσημέρι που να έκλεισα τα μάτια και να τα άνοιξα δίχως να έχω δει μια «ταινία». Ακόμα και σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, ο προσωπικός μου κινηματογράφος δεν έπαυε να λειτουργεί. Έβλεπα τα τέρατα του παρελθόντος να με ακολουθούν, να με κυνηγάνε πλάσματα ταινιών που είχα δει, ή άλλα, δικά μου, πιο περίεργα και κακομούτσουνα. Δολοφόνοι, άνθρωποι ή μη, μόνιμοι κάτοικοι του υποσυνειδήτου μου, εφορμούσαν να αρπάξουν μια εκδοχή του εαυτού μου, ένα αδύνατο δίποδο ον που άλλο δεν ήξερε, παρά να τρέχει. Ένα αδύναμο ανθρωπάκι, αυτό ήμουν στα όνειρά μου.

Ανασηκώθηκα. Κοίταξα τη γυναίκα μου, που κοιμόταν βαθιά. Ήταν τόσο γαλήνια! Μάλλον δεν θα έβλεπε άσχημα όνειρα. Φόρεσα τις παντόφλες μου και πήγα στο δωμάτιο του γιου μου. Το ίδιο ήρεμος. Δεν μου έμοιαζε ως προς αυτό. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί δεν θα ήθελα να βλέπει εφιάλτες. Ήλπιζα όμως πως αν έβλεπε, θα μου το έλεγε αμέσως. Για να τον βοηθήσω. Δεν έπρεπε να κάνει ό,τι έκανα εγώ στην ηλικία του. Οι γονείς μου δεν ήξεραν πόσο συχνοί ήταν οι εφιάλτες μου. Δεν τους μιλούσα ιδιαίτερα για αυτά τα πράγματα. Κάτι αναφορές, αλλά αόριστες. Ακόμα κι όταν με έβλεπαν υπερβολικά ήσυχο και με ρωτούσαν τι έχω, δεν τους έλεγα όλη την αλήθεια. Τα κράταγα μέσα μου. Μέγα λάθος, αλλά…

Χάιδεψα το κεφαλάκι του μικρού. Ήταν το δεύτερο άτομο στη ζωή μου που αγαπούσα περισσότερο κι από μένα τον ίδιο. Φρόντιζα να είμαι δίπλα του, να τον στηρίζω. Να του λέω πως δεν πρέπει να πάψει να πιστεύει στον εαυτό του. Ήμουν άνεργος εδώ και δύο χρόνια. Είχα γκριζαρισμένα μαλλιά εδώ και εφτά χρόνια. Έπαιρνα αγχολυτικά εδώ και είκοσι χρόνια. Ναι, είχα πάει σε ψυχίατρο. Μου είπε τις θεωρίες του, μου έγραψε τα φάρμακα, αλλά δεν με βοήθησε όσο θα ήθελα. Δεν σταμάτησαν οι εφιάλτες.
«Θες να σταματήσουν;» Αυτό με είχε ρωτήσει. Με είχε βάλει σε σκέψεις. Ήταν δυνατόν να μην ήθελα; Ηλίθιος ήταν ο άνθρωπος; Αυτά σκεφτόμουν. Στην αρχή. Μετά, όταν τα ξανάφερα στο μυαλό μου, κατάλαβα πως το ερώτημά του ήταν και στοχευμένο και σωστό. Γιατί να βλέπω εφιάλτες, αφού ήμουν καλά κατά τα άλλα; Γιατί να με κυνηγάνε ανθρωποφάγα τέρατα ταινιών, αφού είχα σταματήσει τις ταινίες τρόμου; Γιατί να νιώθω τόσο αδύναμος, εφόσον στην πραγματικότητα ήμουν δυνατός;
Επειδή ενδόμυχα ήθελα να βλέπω και να νιώθω όλα αυτά. Στα όνειρά μας, κατά βάση εμείς είμαστε στο επίκεντρο. Δεν υπάρχει κανείς για να μας κλέψει τη δόξα. Όλοι ασχολούνται με εμάς. Είτε για καλό, είτε για κακό, εμείς κάνουμε κουμάντο και είμαστε οι πρωταγωνιστές. Όλοι οι άλλοι είναι κομπάρσοι, βοηθούν μόνο στην εξέλιξη του έργου. Εκπληρώνουν τους πόθους μας. Ή τους φόβους μας.
Ήθελα να βλέπω εφιάλτες. Μου πήρε πολύ καιρό να το δεχτώ.

Άργησα να φύγω από το παιδικό δωμάτιο. Όχι απλά γιατί απολάμβανα να χαζεύω τον γιο μου, αλλά γιατί έτρεμα να πάω στην κουζίνα. Αν πήγαινα, από τα πρώτα πράγματα που θα αντίκριζα θα ήταν το παράθυρο. Το τζάμι κι ό,τι υπήρχε στην άλλη πλευρά. Τα φύλλα του δέντρου και τα κάγκελα του κήπου. Το απέναντι σπίτι. Τις εξημερωμένες γάτες που κοιμόντουσαν.
Και το πρόσωπο του παραθύρου. Τον πιο επίμονο εφιάλτη μου. Το αδυσώπητο τριχωτό τέρας που εμφανιζόταν ξαφνικά, ενώ εγώ δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από το παράθυρο. Το χαμογελαστό στόμα με τα κοφτερά δόντια και τα εξωτικά μάτια. Το ον του οποίου δεν είχα δει ποτέ το υπόλοιπο σώμα, παρά μόνο το λυκίσιο κεφάλι του. Το ον που δεν είχα δει ποτέ μου στην πραγματικότητα. Αλλά που πάντα, από την πρώτη στιγμή που το είδα στον εφιάλτη μου, δεν έλεγε να φύγει από το νου μου. Αν και δεν εμφανίστηκε ούτε μια φορά στα μάτια μου, ήμουν σίγουρος πως ήταν κάπου εκεί έξω. Ίσως, σκεφτόμουν, όταν έφευγα επιτέλους από την κουζίνα, να σηκωνόταν και να με παρατηρούσε. Και να ορεγόταν τη στιγμή που θα άφηνα ξεκλείδωτη την πόρτα και θα έμπαινε και…

Έτριψα τα μάτια μου. Ο γιος μου γύρισε πλευρό. Θα ήθελα να καθίσω αιώνια μαζί του, αλλά ήξερα πως δεν μπορούσα. Είχα δει ξανά τον εφιάλτη με το πρόσωπο του παραθύρου και έπρεπε να πάω στην κουζίνα. Για να βεβαιωθώ και πάλι, για χιλιοστή φορά, ότι όλα ήταν στη σφαίρα της φαντασίας μου. Ήταν ψυχαναγκασμός, ήταν τρέλα. Το ήξερα πως δεν υπήρχε τίποτα, αλλά δεν θα ησύχαζα αν δεν σιγουρευόμουν. Όπως όταν φεύγεις από το σπίτι και αναρωτιέσαι αν έκλεισες το μάτι της κουζίνας.

Περπάτησα στο διάδρομο. Ο νεροχύτης, η καφετιέρα. Ποτήρια και άλλα κουζινικά. Ήδη έβλεπα το πρώτο μισό του παραθύρου. Σκοτάδι έξω, να και λίγα από τα φύλλα της λεμονιάς. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Θα έπαιρνα κάνα χάπι, αλλά ήταν στο δωμάτιο που μοιραζόμουν με τη γυναίκα μου. Ήταν πίσω κι εγώ έπρεπε να πάω μπροστά.
Να και τα ντουλάπια. Το καλοριφέρ. Ο απορροφητήρας.
Να και το άλλο μισό του παραθύρου. Κι άλλο κομμάτι της λεμονιάς. Ήμουν στην κουζίνα. Αριστερά μου, το ψυγείο, το τραπέζι και άλλα ντουλάπια. Και το νερό, που τόσο ήθελα να πιω, αλλά δεν έπινα. Όχι μέχρι να σιγουρευτώ. Συνήθως δεν έπαιρνε πολύ, δύο τρία λεπτά περίπου. Απλά στεκόμουν σαν άγαλμα και κοίταζα μπροστά. Όταν δεν εμφανιζόταν τίποτα, έπιανα μια μπουκάλα και έπινα νερό. Και έπειτα γυρνούσα κι έφευγα, πήγαινα στο κρεβάτι και κοιμόμουν ξανά. Το είχα κάνει τόσες φορές, που είχε καταντήσει ρουτίνα πια.
Αλλά ο φόβος με κυρίευε πάντα και ήταν το ίδιο ισχυρός όλες τις φορές.

Κάτι φύλλα κουνήθηκαν και αναπήδησα. Ο αέρας, σκέφτηκα και ανάσανα. Το ρολόι πάνω από το κεφάλι μου μετρούσε το χρόνο. Ήταν παλιό αλλά λειτουργικότατο. Το είχα κρατήσει για ένα και μόνο λόγο, για το τικ-τικ των δεικτών του. Μου φαινόταν ότι έλεγε, «Έλα, έζησες κι αυτό το δευτερόλεπτο. Κι αυτό το δευτερόλεπτο. Κι αυτό. Κι αυτό». Με ανακούφιζε, τρόπον τινά. Ήταν μέρος του εφιάλτη, ένα από τα θετικά του. Μερικές φορές, το να ακούς τους δείκτες ενός ρολογιού να γυρίζουν σε βοηθάει πολύ. Ο χρόνος δεν είναι πάντα εναντίον μας. Εξαρτάται από εμάς πώς θα τον δούμε.

Τικ. Τικ. Τικ. Τικ.
Ζεις. Ζεις. Ζεις. Ζεις.

Δεν ζω μόνο, είπα μέσα μου. Δε βλέπω και κανένα τέρας. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί.
Τικ. Τικ. Τικ.

Τα φύλλα θρόισαν ξανά.
Τικ. Τικ. Τικ.

Ένα βουητό στα αριστερά μου.
Βουουουουου…
Τικ. Τικ. Τικ.

Το ψυγείο. Η γυναίκα μου το είχε παραγεμίσει και γι’ αυτό έκανε έτσι. Έπρεπε να της θυμίσω να το αδειάσει λίγο.
Τικ. Τικ. Τικ.

Κανένα τέρας. Μόνο σκοτάδι.
Τικ. Τικ. Τικ.

Κοίταξα το ρολόι. Είχαν περάσει τρία λεπτά. Καιρός να πιω το νερό μου. Ήμουν ελεύθερος. Άνοιξα τη μπουκάλα και ήπια. Πόσο ωραίο ήταν! Πόσο απελευθερωτικό.
Τικ. Τικ. Τικ.

Το ευχαριστήθηκα, καταπίνοντας μπόλικη ποσότητα.

Την επόμενη στιγμή, παραλίγο να μου πέσει. Κάτι είχε ακουστεί απέξω. Γύρισα αμέσως προς το παράθυρο. Δεν έβλεπα τίποτα. Τίποτα ανησυχητικό. Αλλά η σκέψη ότι μπορεί να υπήρχε…
Άφησα το νερό και προχώρησα προς το παράθυρο.
Τικ. Τικ. Τικ.

Είχαν περάσει τα τρία λεπτά. Ώρα για νάνι.
Αλλά όχι πριν ρίξω μια ματιά. Αυλή, δέντρα και γλάστρες, κάγκελα, γάτες κουλουριασμένες. Το απέναντι σπίτι. Όλα ήρεμα και διόλου απειλητικά.
Δεν συμβαίνει τίποτα. Ξεκόλλα. Πήγαινε για ύπνο.

Έγλειψα τα χείλη μου που είχαν ξεραθεί.
Όντως, δεν κουνιόταν το παραμικρό.
Τικ. Τικ. Τικ.
Χαμογέλασα. Τι ανόητος που ήμουν!

Δεν είχα μιλήσει στη γυναίκα μου γι’ αυτά που έκανα ορισμένα βράδια, επειδή δεν ήθελα να ρισκάρω να με παρατήσει. Ή μήπως αρχίσει να με κοιτάζει σαν να με λυπάται. Ήθελα να είμαι ο άντρας της, να στηρίζεται σε μένα. Οποιαδήποτε αδυναμία, ειδικά τέτοιες παράλογες αδυναμίες, θα μπορούσε να πληγώσει την οικογένειά μας.

Πρέπει να σταματήσω. Να σταματήσω να φέρομαι έτσι. Δεν είμαι παιδί, γαμώτο.
Πόσες φορές το είχα σκεφτεί αυτό; Καμιά εκατοστή; Ποτέ δεν είχε αποτέλεσμα.
Τότε μου ήρθε μια ιδέα. Αν άνοιγα την πόρτα; Δεν θα έβλεπα τίποτα και ίσως ηρεμούσα. Ίσως μάλιστα να σταματούσα να βλέπω τον εφιάλτη. Μπορεί να έπιανε. Δεν το είχα δοκιμάσει ποτέ. Ήταν μια παλαβή σκέψη, αλλά… Τι δεν ήταν παλαβό στην όλη κατάσταση;

Πήρα το κλειδί. Το έβαλα στην κλειδαριά. Προτού το στρίψω, άνοιξα το συρτάρι και έπιασα ένα μαχαίρι. Για ασφάλεια. Γύρισα το κλειδί. Η πόρτα ξεκλείδωσε. Μάζεψα όλο το κουράγιο μου και την άνοιξα.

Το κρύο με χτύπησε αμέσως. Ήταν χειμώνας. Ξεπάγιασα, αλλά κοίταξα καλά γύρω μου. Όσα είχα δει και πριν υπήρχαν, τίποτα άλλο.
Ανακουφίστηκα.

Έκανα να κλείσω την πόρτα και τότε άκουσα γρυλίσματα. Όχι, νιαουρίσματα ήταν. Είδα τις γάτες να έχουν σηκωθεί και να με κοιτάνε. Και να έχουν ξεγυμνώσει τα δόντια τους. Οι τρίχες τους ήταν ορθωμένες. Τα αυτιά τους στραμμένα προς τα πίσω. Το κεφάλι κατεβασμένο.

Παραξενεύτηκα. Ανέκαθεν ήταν ήμερες. Τις χάιδευα, τις τάιζα. Ποτέ δεν είχαν εκδηλώσει επιθετικότητα προς εμένα ή την γυναίκα και τον γιο μου. Τα βράδια του καλοκαιριού που καθόμασταν έξω, δεν μας άφηναν για κανένα λόγο. Όταν γεννούσαν, πάντα στην αυλή μας έφερναν τα μικρά τους. Το χειμώνα τούς είχαμε κάτι χαρτόκουτα κάτω από το μπαλκόνι για να κοιμούνται. Ήμασταν φίλοι.
Τώρα τι γινόταν; Γιατί τέτοια αλλαγή;
Δεν ήξερα. Αλλά το κρύο δεν με άφηνε και να το συλλογιστώ καλύτερα. Τράβηξα την πόρτα και την κλείδωσα. Κοίταξα από το παράθυρο. Ήταν ακόμα εκεί και το ίδιο νευρικές.
Άφησα το μαχαίρι και προχώρησα προς τον διάδρομο.

Κάτι άλλο με παραξένεψε. Δεν άκουσα το τικ-τικ του ρολογιού.
Γύρισα πίσω. Οι δείκτες είχαν σταματήσει. Τέλειωσαν οι μπαταρίες, σκέφτηκα. Δεν έπρεπε να με απασχολεί. Ήταν κάτι λογικό.
Αλλά όχι. Όχι για εμένα. Όχι αυτή τη στιγμή. Όχι πριν πάω στο κρεβάτι μου, ύστερα από μια ακόμα διαβεβαίωση ότι δεν υπήρχε τίποτα έξω από το παράθυρο. Το ρολόι ήταν κάτι καλό, κάτι σημαντικό. Το μέσο που μου ανακοίνωνε πως ο χρόνος είναι κατά του τέρατος. Άρα, υπέρ μου. Ο χρόνος ήταν σύμμαχός μου. Δεν με εγκατέλειψε ποτέ αυτές τις ώρες.
Τώρα όμως… Πού ήταν ο χρόνος τώρα; Γιατί δεν μου έλεγε πως είναι εδώ;

Παραλογίζεσαι. Γύρνα στο κρεβάτι σου. Δεν τρέχει κάτι. Ένα κωλο-ρολόι είναι!
Όχι, δεν είναι μόνο αυτό. Το χρειάζομαι! Πρέπει να ακούσω το τικ-τικ.
Ε, βάλ’ του μπαταρίες! Στο τραπέζι είναι. Άλλαξε μπαταρίες και πήγαινε για ύπνο.
Θα ήταν σωστό αυτό. Μόνο που του τις είχα αλλάξει δυο μέρες πριν με ολοκαίνουργιες. Όχι, το πρόβλημα δεν ήταν οι μπαταρίες.
Να χάλασε ο μηχανισμός του;
Αυτό ναι, ήταν δυνατόν. Ήταν παλιό ρολόι.
Αλλά και πάλι, δεν έπρεπε να χαλάσει τώρα! Το πρωί, ναι. Το μεσημέρι, ναι. Το απόγευμα, ναι.
Όχι, όμως, το βράδυ! Ποτέ το βράδυ!
Οποιαδήποτε αλλαγή στο σκηνικό ήταν ανησυχητική. Γιατί το διαφορετικό δεν είναι πάντα και καλό. Και τώρα είχα δύο αλλαγές, μία με τις γάτες και μία με το ρολόι. Τι να σήμαιναν άραγε;
Δεν ήξερα. Και αυτό με άγχωνε.

Η ανάσα μου βάρυνε. Σχεδόν δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Έτρεμα. Σαν να με έπιανε κρίση πανικού. Λες και… λες και ήμουν αδύναμος. Όπως στον εφιάλτη. Σαν να ήμουν ένα αδύνατο παιδί που δεν μπορούσε να σηκώσει ούτε ένα κινητό τηλέφωνο. Ήθελα τα χάπια μου.
Όχι, έπρεπε να βγω έξω, να με χτυπήσει ο καθαρός και παγωμένος αέρας.
Στράφηκα.
Και τότε ένα μαλλιαρό χέρι με άρπαξε από το λαιμό. Με τρόμο, αντίκρισα το πρόσωπο του παραθύρου. Εκείνα τα εξωτικά μάτια ήταν εκεί. Το σαρδόνιο χαμόγελο ήταν εκεί. Τα κοφτερά δόντια ήταν εκεί. Δεν κοίταξα το υπόλοιπο κορμί του. Είχα πλανηθεί από το αδηφάγο βλέμμα του. Εκείνο με έσφιγγε. Μου έπαιρνε τον αέρα. Μου έπαιρνε τη ζωή μου. Δεν μπορούσα να ουρλιάξω. Δεν μπορούσα να αντισταθώ.
Γιατί ο εφιάλτης μου ήταν ζωντανός, ο χρόνος ανύπαρκτος κι εγώ αδύναμος.

«Εγώ φεύγω. Εντάξει;»
Η γυναίκα το έλεγε αυτό όλες τις καθημερινές τα τελευταία δύο χρόνια. Ενημέρωνε τον άντρα της κι ύστερα σηκωνόταν και ξυπνούσε το παιδί, για να το πάει στο σχολείο. Όταν ο άντρας δεν μιλούσε, τον έσπρωχνε. Όπως τώρα. Όταν εκείνος δεν ανταποκρίθηκε, η γυναίκα ανασηκώθηκε βαριεστημένα. Τον τράβηξε και τον γύρισε ανάσκελα.
Και ούρλιαξε. Γιατί είδε τα γουρλωμένα μάτια του και το ανοιχτό του στόμα. Αφουγκράστηκε την καρδιά του, αλλά δεν υπήρχε παλμός. Ο άντρας της ήταν νεκρός. Η γυναίκα ήταν τόσο ταραγμένη που δεν πρόσεξε τις μελανιές στο λαιμό του και ότι φορούσε τις παντόφλες του στο κρεβάτι.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading