Ελ-ιν-ικό όχι πιει

Ο Ανδρέας είχε λίγους μήνες επιστρέψει από το Λονδίνο. Επισκέφτηκε τους γονείς του στην Κύπρο και τους ανακοίνωσε πως θα έμενε στην Ελλάδα, είχε ήδη νοικιάσει ένα οροφοδιαμέρισμα στην Γλυφάδα, το οποίο θα διακοσμούσε φυσικά ο ίδιος. «Τι τις έκανε τις σπουδές στα εξωτερικά;», έλεγε η μητέρα του στους θείους! «Χρυσό» τον έκανε να επιστρέψει στην Λεμεσό, μα εκείνος δεν ήθελε. «Μάνα, έχω αναλάβει δουλειές και η Αθήνα με βολεύει καλύτερα. Θα δω πώς θα πάει και σου υπόσχομαι πως το καλοκαίρι θα ξαναέρθω».

Με την Ρόζα γνωρίστηκε στην Γλυφάδα, σε μια επαγγελματική συνάντηση, η οποία κατέληξε σε ένα από τα πολλά beach bar της περιοχής. Αγγλίδα η ίδια, Κύπριος αυτός, καθόλου δεν τους δυσκόλεψε η γλώσσα, καθόλου οι διαφορετικές κουλτούρες.

Η Ρόζα, στα παιδικά μου μάτια φάνταζε σαν μια Ουαλή πριγκίπισσα! Την λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που την είδα! Το δέρμα της ήταν τόσο λευκό, πορσελάνινο και είχε μονίμως μια ροζ απόχρωση, που ταυτιζόταν απόλυτα με το όνομά της, Rose! Ήταν τόσο όμορφο ζευγάρι, μου άρεσε να τους χαζεύω όταν επισκέπτονταν τους γονείς μου. Ο Ανδρέας αδύνατος και μελαχρινός, πάντα γλυκομίλητος και με όψη γαλήνια, με αποφασιστικότητα στην φωνή, η Ρόζα τόσο αντίθετη στα χρώματα, ροδαλή, χαμογελαστή και έξω καρδιά, με μια σεμνότητα και αξιοπρέπεια που χαρακτηρίζει τους γλυκούς ανθρώπους. Ο Ανδρέας δεν κουραζόταν να της μεταφράζει, διότι οι γονείς μου δεν μίλαγαν αγγλικά και κάποιες φορές την μετάφραση αναλάμβανα και εγώ, όταν έμενε η μητέρα με τη Ρόζα, και ο πατέρας με τον Ανδρέα αποτραβιόντουσαν στο γραφείο να μιλήσουν για την δουλειά.

Ο γάμος τους, έγινε πρώτα στην Αγγλία και μετά στην Ελλάδα! Η μητέρα του Ανδρέα δεν μπορούσε να δεχτεί την «τσαρλού» όπως χαρακτηριστικά αποκαλούν τις Αγγλίδες στην Κύπρο και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο γάμος δεν έγινε στο νησί τους!

«Μητέρα, έχω γνωστούς εδώ που δεν μπορούσαν να έρθουν στο νησί, εδώ είναι η ζωή μου πλέον. Σε παρακαλώ μην κάνεις μούτρα!» της εξηγούσε γλυκά ο Ανδρέας και ζητούσε την κατανόησή της.

Μα η μητέρα του δεν μπορούσε να το δεχτεί έτσι απλά!
– Μα τόσες γυναίκες και πήρε την τσαρλού μάνα μου!, έλεγε και ξαναλέγε παραπονιάρικα στην ανιψιά της στο τηλέφωνο
– Τι ξέρει Στάλλω μου η τσαρλού από μαγείρεμα και νοικοκυριό; Δουλέφκει λέει, είναι… αυτό, πώς το λένε.. για τα ψυχικά των παιδιών…
– Παιδοψυχολόγος κυρά Σωτηρία είναι η γυναίκα και μια χαρά νοικοκυρά, που πήγα στο σπίτι τους, όλα πεντακάθαρα και τακτοποιημένα! Και τον Αντρίκο μας, μεσ’ στα ματιά τον κοιτά. Αγαπώ σε τον πολύ!
– Μα δεν έρχονται στο νησί Στάλλω μου! Πού ακούστηκε να μην έρχεται να δει την πατρίδα του;
– Θεία μου έχει άσχημες αναμνήσεις… θυμήσου, μωρό ήταν όταν έφεραν τον πατέρα του νεκρό από το πραξικόπημα. Πώς να ξεχάσει τόσο θρήνο; Πώς να ξεχάσει θεία μου;

Και δεν ξέχασε! Ο Ανδρέας πάλεψε πολύ μέσα του να δεχτεί τον πατέρα που σκοτώθηκε στον πόλεμο του ’74. Εθνικός ήρωας ανακηρύχθηκε μαζί με όλους τους πεσόντες, μα αν είχε επιλογή, τον πατέρα του θα ήθελε πίσω και όχι τις τιμές που πήρε νεκρός! Στην πατρίδα όλοι του θύμιζαν εκείνον. Τον έτρωγε ο καημός! Ποτέ δεν θα μπορούσε να προχωρήσει αν δεν έφευγε! Πρώτα στο Λονδίνο, τώρα στην Αθήνα, με ένα από τα μεγαλύτερα αρχιτεκτονικά γραφεία της Αττικής και πλήθος νεόκτιστων ξενοδοχείων να θέλουν αποκλειστικά και μόνο εκείνον!

Έπειτα ήταν και η Ρόζα! Δεν θα μπορούσε να ζήσει στην ασφυκτική κοινωνία του νησιού. Η απρόσωπη Αθήνα, ήταν ότι καλύτερο γι’ αυτούς! Τα παιδιά θα ολοκλήρωναν την ευτυχία τους, η Ρόζα τα λάτρευε, δεν είναι τυχαίο που επέλεξε να ακολουθήσει το επάγγελμα του παιδοψυχολόγου! Μα πέντε χρόνια παντρεμένοι, παιδιά δεν είχαν ακόμα!
Ένα απόγευμα, είχαν έρθει επίσκεψη στου γονείς μου. Η Ρόζα μίλαγε πλέον σπαστά ελληνικά και η συντροφιά τους ήταν πιο αυθόρμητη, πηγαία. Μου είχαν αγοράσει ένα όμορφο ροζ φόρεμα μαζί με άσπρα πέδιλα, να τα φορώ για «καλά μου».
– Ω μα τι όμορφα πράγματα! Να ψήσω καφέ Ανδρέα, Ρόζα, σας ευχαριστούμε! είπε με αγάπη η μητέρα
– Ελληνικό… Ρόζα έχεις πιει ελληνικό καφέ;
– Ελ-ιν-ικό; συλλάβισε η Ρόζα με προφορά, σχηματίζοντας γκριμάτσα πως δεν καταλαβαίνει.
– Ελληνικό. Έλληνες, ελληνικό;
– Αααα όχι Αντριου, όχι πιει!
– Θα σου αρέσει Ρόζα! Ξέρεις κυρά Μαρία, έλεγε το φλυτζάνι η γιαγιά μου με τον ελληνικό! είπε ο Ανδρέας στην μητέρα, χαμογελώντας. Την αποκαλούσε κυρά Μαρία, διότι είχαν κάποια χρόνια διαφορά.
– Και η Μαρία ξέρει να διαβάζει το φλυτζάνι! είπε ο πατέρας εντελώς αυθόρμητα, προκαλώντας το έντονο βλέμμα της μητέρας.
– Α κυρά Μαρία, θα μου τον πεις!
– Έλα βρε Ανδρέα μου, νέο παιδί εσύ τώρα, πιστεύεις σε αυτά;
– Κυρά Μαρία δεν υπάρχει περίπτωση! Θα μου πεις το φλιτζάνι! Rose, you can’t believe what Maria has knowledge about!

Η Ρόζα το πήρε κάπως σαν αστείο, αλλά ο Ανδρέας επέμενε τόσο πολύ! Η κυρά Μαρία, θέλοντας να ευχαριστήσει τους φίλους τους, ετοίμασε το φλιτζάνι. Από την πρώτη ματιά σκοτείνιασε η όψη της!
– Ανδρέα, δεν θέλω να σου πω το φλυτζάνι! του σιγοψιθύρισε
– Κυρά Μαρία, δεν έχω χρόνο πάνω στην γη, αυτό το γνωρίζω, πες μου όμως, παιδιά θα κάνω; την ρώτησε στο αυτί.

Ο Ανδρέας πέθανε μετά από τρία χρόνια! Ήταν άρρωστος από μικρός, δεν κατάφερε να ζήσει περισσότερο, χώρισε με την Ρόζα, παιδιά δεν έκαναν και η μάνα δεν είπε πότε ξανά το φλυτζάνι σε κανέναν!

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading