Άμα κάνεις σχέδια…

Λένε πως όταν κάνεις σχέδια, ο Θεός γελάει. Και μάλιστα γελάει πολύ. Αυτό ακριβώς συνέβη στην Ελπίδα και τον Δημήτρη.

Ήταν μόλις 20 χρονών όταν τον γνώρισε, δευτεροετής φοιτήτρια της φιλοσοφικής. Εκείνος 28. Έμπειρος πολύ, “μεγάλος Casanova” όπως τον αποκαλούσαν πειραχτικά στην παρέα του. Γνωρίστηκαν τυχαία ένα βράδυ στην είσοδο της πολυκατοικίας που έμενε εκείνη. Τον είχε ξαναδεί βέβαια, μιας και επισκεπτόταν συχνά πυκνά την κυρία του 3ου. Εκείνο το βράδυ επέστρεφε αργά από την βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου, φορτωμένη με βιβλία μέχρι τον λαιμό. Έτσι δεν τον είδε που έβγαινε από το ασανσέρ και έπεσε με φόρα πάνω του. Βιβλία, σημειώσεις, τετράδια, όλα βρέθηκαν στο πάτωμα. Τόση ήταν η ντροπή της, που έγινε κατακόκκινη σαν ώριμη φράουλα του καλοκαιριού.

– Χίλια συγγνώμη! Δεν σας είδα. Ελπίζω να μην σας χτύπησα. ούτε που τον κοίταζε στα μάτια από την ντροπή της.
– Μην ανησυχείς, δεν έγινε και τίποτα. Κάτσε να σε βοηθήσω να τα μαζέψεις… της απάντησε όσο την περιεργαζόταν από πάνω μέχρι κάτω.
– Όχι, προς Θεού! Θα τα μαζέψω μόνη μου. Και πάλι με συγχωρείτε πολύ, συνήθως δεν είμαι τόσο απρόσεκτη… του αποκρίθηκε καθώς έριχνε κλεφτές ματιές πάνω του.
– Άρα για να είσαι αφηρημένη ή πολύ ερωτευμένη είσαι ή πολύ στεναχωρημένη…
Του άρεσε πολύ αυτό που έβλεπε και δεν έχασε ευκαιρία για φλερτ.

Μετά από την τελευταία του απάντηση, σήκωσε απότομα το βλέμμα της και τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Πώς ήξερε εκείνος τι κρύβει η ψυχή και το μυαλό της; Πώς γίνεται άνθρωποι που την ήξεραν χρόνια να μην κατάλαβαν πως δεν είναι καλά και εκείνος να κατάφερε να δει μέσα στην ψυχή της τόσο εύκολα; Πώς μπόρεσε ένας άγνωστος να καταλάβει την στεναχώρια και την πίκρα της;

Όμως εκείνος ήξερε πολύ καλά τι της συνέβαινε, τα είχε ακούσει όλα κάποια βράδια πριν, που έφευγε από την κυρία του 3ου. Πως το αγόρι της την παράτησε, πως της μίλησε απαξιωτικά και χυδαία, πως την εκμεταλλεύτηκε και πλέον του ήταν άχρηστη, όπως της είπε φεύγοντας. Και εκείνη ήταν μια άβγαλτη ρομαντική ψυχή που ζούσε μέσα από τα έργα, τους μυθικούς και θυελλώδεις έρωτες των λογοτεχνικών βιβλίων. Και ο πόνος της από αυτόν τον χωρισμό ήταν το ίδιο δυνατός με αυτόν που βίωναν οι ηρωίδες στα βιβλία της.

– Και πώς μπορείς εσύ να ξέρεις τι είμαι εγώ; Ούτε καν με ξέρεις! του απάντησε τάχα θυμωμένη, προσπαθώντας να κρύψει την έκπληξή της.
– Σε λένε Ελπίδα, είσαι από την Σύρο, ήρθες εδώ για σπουδές και από ότι βλέπω από τα βιβλία, μάλλον φοιτήτρια της φιλοσοφικής. της απάντησε με περίσσιο θράσος και θάρρος.

Με το που τα άκουσε όλα αυτά η Ελπίδα, έκανε στροφή και έφυγε τρέχοντας για το διαμέρισμά της από τις σκάλες. Ξέχασε και βιβλία και σημειώσεις και το ίδιο της το όνομα πάνω στον πανικό που της έφερε η απάντησή του αυτή. Έκλεισε με τόση δύναμη την πόρτα του σπιτιού, που ήταν σαν κάτι να γκρεμίστηκε. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Μα πώς είναι δυνατόν; Πού τα ήξερε αυτός όλα αυτά; Πώς γίνεται να ξέρει όλες αυτές τις πληροφορίες για εκείνη;

Για ώρες ολόκληρες δεν μπορούσε να ηρεμήσει από την ταραχή που της έφερε αυτή η συζήτηση με τον κύριο της κυρίας του 3ου . Προσπαθούσε να σκεφτεί τι κοινό μπορεί να είχαν ώστε να κατάφερε να μάθει όλες αυτές τις πληροφορίες για εκείνη, πώς κάποιος άγνωστος ήξερε πληροφορίες για εκείνη. Έκανε αναδρομή σε όλες τις γνωριμίες των 2 ετών στην Θεσσαλονίκη, μα πουθενά δεν έβρισκε έστω κάποιο σημείο όπου θα μπορούσαν να έχουν οι δυο τους κοινό. Και τότε θυμήθηκε! Η σπιτονοικοκυρά της ήταν επίσης σπιτονοικοκυρά της κυρίας Γωγώς (της κυρίας του 3ου δηλαδή). Από όσο γνώριζε, είχαν καλές σχέσεις οι δυο τους, μιας και έτυχε να έχουν κοινή καταγωγή τα Γιάννενα. Μετά από εκείνη την συνειδητοποίηση, θυμήθηκε τα βιβλία της που είχε παρατήσει στην είσοδο. Άνοιξε την πόρτα για να κατέβει κάτω και προς ανακούφισή της, κάποιος της τα μάζεψε και τα άφησε πάνω στο χαλάκι της εξώπορτάς της. Πάνω πάνω ξεχώριζε ένα post it που έγραφε “Δεν τελειώσαμε την κουβέντα μας μικρή μου. Θα χαρώ πολύ να δεχτείς να πιούμε έναν καφέ μαζί, να μου πεις και όσα δεν ξέρω για σένα…”. Και από κάτω το όνομα και το τηλέφωνό του. Δημήτρης. Έτσι τον έλεγαν λοιπόν τον μυστηριώδη κύριο της κυρίας Γωγώς.

Πέρασαν 5 μέρες από το σκηνικό στην είσοδο και μέχρι τότε δεν τον είχε ξαναδεί. Ίσως να πήγαινε ώρες που έλειπε στην σχολή ή στην βιβλιοθήκη. 5 μέρες όμως δεν κατάφερε να τον βγάλει από το μυαλό της. Τα μάτια του ήταν μία εικόνα καρφωμένη εκεί μέρα νύχτα. Αποφάσισε πως έπρεπε τουλάχιστον να τον ευχαριστήσει για την ευγενική του κίνηση να της μαζέψει τα βιβλία. Όλη μέρα έγραφε και έσβηνε αυτό το μήνυμα. Δεν ήξερε αν ήθελε να μπλέξει. Της φάνηκε πολύ ξεδιάντροπο να στείλει μήνυμα ενώ ξέρει πως υπάρχει και άλλη γυναίκα. Μα δεν ήταν μήνυμα με πονηρή διάθεση. Ένα ευχαριστώ θα έστελνε στον άνθρωπο που της μάζεψε τα βιβλία. Και κάπου στις 9 το βράδυ το πήρε απόφαση και του έγραψε “Σε ευχαριστώ για τα βιβλία, μέσα στην ταραχή μου τα ξέχασα. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Παρόλα ταύτα θα αρνηθώ την πρότασή σου για έξοδο. Δεν νομίζω πως υπάρχουν και πολλά παραπάνω που χρειάζεται να μάθεις για μένα. Τα πιο σημαντικά, από ότι φάνηκε τα ξέρεις ήδη…”. Δεν πέρασαν 10 λεπτά και ήρθε η απάντησή του “Κάνεις λάθος μικρή μου. Δεν γνωρίζω το πιο σημαντικό. Ποιος έκανε αυτά τα μάτια θολά και στεναχωρημένα”. Πάγωσε. Για ώρα ήταν παγωμένη με το κινητό στο χέρι να διαβάζει ξανά και ξανά το μήνυμά του. Και ήρθε ο θυμός. Τι τον νοιάζει εκείνον; Από πού και ως πού τέτοιο ενδιαφέρον; Το ότι ήξερε κάποια βασικά για εκείνη, δεν του έδινε το δικαίωμα να εισβάλλει έτσι στα προσωπικά της ζητήματα. Τι της το έπαιζε δηλαδή; Σωτήρας, φίλος, μεγάλος αδερφός; Τι; Και όπλισε το χέρι ο θυμός “Δεν νομίζω ότι σε αφορά αυτό. Καλό θα ήταν να διοχετεύεις το ενδιαφέρον σου στα μάτια της κυρίας Γωγώς. Όσο για μένα, ευχαριστώ για το ενδιαφέρον, αλλά μπορώ να το χειριστώ και μόνη μου. Καλό σου βράδυ.”. Δεν άργησε να λάβει την απάντηση “Θα ήταν καλό μόνο αν είχες συμφωνήσει να βγεις μαζί μου. Τώρα θα είναι απλά ένα ακόμη βράδυ…”. Μπα πανάθεμά τον επιμονή! Πάταγε πάνω στην ρομαντική και αφελή της ψυχή. Τρωγόταν να πει “ναι”, όμως κάτι στο ένστικτό της της φώναξε να τρέξει προς την αντίθετη πλευρά από αυτόν, όσο πιο μακριά μπορούσε. Όμως τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο μυαλό της. Μαύρα, μεγάλα, αμυγδαλωτά. Με μια περίεργη θαλπωρή. Άλλωστε το ένστικτό της είχε ακούσει και με τον Μιχάλη και τα έφαγε τα μούτρα της για τα καλά. Αποφάσισε, λοιπόν, να πάει κόντρα στο ένστικτό της και να κολυμπήσει στα άγνωστα νερά.

– Τι θα κερδίσεις από μία έξοδο μαζί μου;
– Την χαρά να σε γνωρίσω καλύτερα. Να μάθω ποιος μπόρεσε να στεναχωρήσει αυτά τα μάτια.
– Είσαι με την κυρία Γωγώ και ‘γω ανάμεσα σε ζευγάρια δεν μπαίνω!
– Η κυρία Γωγώ είναι η μεγάλη μου αδερφή μικρή μου. Τώρα λοιπόν που δεν υπάρχει ζευγάρι για να μπεις ανάμεσα, θα δεχτείς την πρόσκλησή μου;
– Για έναν καφέ μόνο…

– Για έναν καφέ…

Δύο μέρες μετά, καθισμένοι αντίκρυ ο ένας του άλλου, να κοιτάζονται βαθιά μέσα στα μάτια και να συζητάνε για ώρες. Ούτε κατάλαβαν πως βράδιασε. Του άνοιξε την καρδιά της, του είπε τα πάντα. Για την ζωή της, το νησί της, την οικογένειά της, την αγάπη της για την θάλασσα και την ζωγραφική. Πως άφησε το όνειρό της για την Καλών Τεχνών για να ακολουθήσει τα χνάρια των γονιών της. Την άκουγε με προσοχή, δεν υπήρχε κανένας και τίποτα γύρω του, κολλημένος για ώρες στα μάτια της. Όταν την ρώτησε για τον Μιχάλη, προσπάθησε να αποφύγει την συζήτηση. “Δεν θα ήθελα να μιλήσω για αυτό, πέρασε. Ήταν ένα μεγάλο χαστούκι για μένα, που με πόνεσε πολύ, όμως δεν θα ήθελα να μας χαλάσει τη βόλτα.”. Της μίλησε και εκείνος για τις σπουδές στο εξωτερικό, τα μικρά ταξίδια που απολαμβάνει να κάνει με την μηχανή και τους φίλους του, για το ότι έχασε την μητέρα του μικρός από μία σπάνια και ανίατη ασθένεια και πως ανέλαβε η αδερφή του, η κυρία Γωγώ και οι παππούδες του να τον μεγαλώσουν, μιας και πατέρα δεν γνώρισαν ποτέ. Την συνόδεψε μέχρι το σπίτι και για κάποια λεπτά απλώς κοιτιόντουσαν μέσα στα μάτια.

– Πότε θα σε ξαναδώ; την ρώτησε με λαχτάρα.
– Όποτε θες… αποκρίθηκε εκείνη.
– Αύριο την ίδια ώρα, θα περάσω να σε πάρω.
Θα σε περιμένω…

Έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπό της και της έδωσε το πιο γλυκό φιλί που της είχαν δώσει ποτέ. Ήταν σαν εκείνα που διάβαζε στα μυθιστορήματά της. Αναρίγησε όλο το κορμί της και συνταράχθηκε ο κόσμος της.

Από εκείνη την ημέρα και για τα επόμενα 3 χρόνια, η Ελπίδα και ο Δημήτρης ήταν αχώριστοι. Πήγαιναν βόλτες, έβλεπαν τις ρομαντικές κομεντί που άρεσαν στην Ελπίδα και τις ταινίες περιπέτειας που άρεσαν στον Δημήτρη. Δίπλα της ξενυχτούσε να την βοηθήσει να διαβάζει για τις εξετάσεις για να πάρει το πτυχίο της. Δίπλα του και εκείνη να τον βοηθάει στα δύσκολα project της δουλειάς του. Ακόμη και οι φίλοι του είχαν παραξενευτεί πώς κατάφερε αυτό το κορίτσι να τον κάνει να μην υπάρχει άλλη γυναίκα γύρω του. Είχε αποφασίσει εδώ και λίγο καιρό, πως με αυτό το κορίτσι ήθελε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του, να γίνει συνοδοιπόρος στα εύκολα και τα δύσκολα, να κάνουν την δική τους οικογένεια και να είναι για τα παιδιά του ο πατέρας που εκείνος δεν κατάφερε ποτέ του να έχει.

Την ημέρα της ορκωμοσίας του μπροστά σε φίλους και συγγενείς γονάτισε και της έκανε την πολυπόθητη πρόταση. Δάκρυα χαράς γέμισαν τα μάτια της, που χωρίς δεύτερη σκέψη του είπε το “ναι”. Όμως του είχε και εκείνη μία έκπληξη, διότι πριν λίγες μέρες είχε μάθει πως ήταν έγκυος και μάλιστα σε δίδυμα. Η χαρά τους δεν περιγραφόταν! Δεν σταματούσε να την αγκαλιάζει και να την φιλάει. Και άφησαν τις γκαρσονιέρες τους και πήγαν σε μεγαλύτερο διαμέρισμα. Άρχισαν να ετοιμάζουν σιγά σιγά το παιδικό δωμάτιο. Κάθε βράδυ την είχε αγκαλιά με τα χέρια στην κοιλιά της, να νιώθουν όπως της έλεγε τα παιδιά και των δυο τους χτύπους. Η εγκυμοσύνη της Ελπίδας ήταν πολύ ήρεμη και ο Δημήτρης της είχε πριγκίπισσα. Πέρασαν 9 μήνες χωρίς να το καταλάβουν και ήρθε η πολυπόθητη μέρα της γέννησης των κοριτσιών του. Όμως παρά τα σχέδια που είχαν κάνει για τον ερχομό των δύο αυτών θαυμάτων, η ζωή, η μοίρα, ο Θεός, τους τα ανέτρεψε όλα. Η γέννα ήταν δύσκολη, προκαλώντας ακατάσχετη αιμορραγία στην Ελπίδα με αποτέλεσμα οι γιατροί να μην μπορούν πλέον να την σώσουν. Πηγαίνοντας στον Δημήτρη, εκείνος το είχε καταλάβει ήδη βλέποντάς τον. Η κραυγή που έβγαλε ήταν βγαλμένη από αρχαία τραγωδία. Προσπαθούσαν να τον κρατήσουν να μην καταρρεύσει. Μόλις αντίκρισε το άψυχο πλέον σώμα της Ελπίδας, ο θρήνος του ήταν ασταμάτητος. Έχασε την γυναίκα της ζωής του, τον άνθρωπό του, την μικρή του, όπως την έλεγε πάντα. Έπρεπε να σταθεί όμως βράχος πια για τα κορίτσια του, να είναι δίπλα τους. Με στήριγμα τη αδερφή του και τους γονείς της Ελπίδας, που μεταφέρθηκαν Θεσσαλονίκη για να είναι δίπλα στον Δημήτρη και τις εγγονές τους, άρχισε να συνέρχεται και να είναι πια μάνα και πατέρας.

Στην βάφτιση, έδωσε στην μία το όνομα της μητέρας του και στο άλλο το όνομα της Ελπίδας. Στάθηκε δίπλα τους και δεν έφυγε ποτέ από κοντά τους. Δεν έβαλε ποτέ άλλη γυναίκα ούτε στο σπίτι, μα ούτε και στην καρδιά του. Άλλωστε εκείνη θα ήταν για πάντα δοσμένη στην μικρή του. Και δεν έκανε ποτέ ξανά σχέδια. Γιατί πια ήξερε πως όταν κάνεις σχέδια κάποιος γελάει μαζί σου και γελάει πολύ δυνατά…

Αθηναΐδα Κ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading