Ακόμα θυμάσαι παππού;

Κοίταζε ευθεία μπροστά, με βλέμμα άδειο κι απλανές. Το πράσινο των ματιών είχε πια θολώσει από τις θύμησες ή απλά απ’ το βάρος των χρόνων. Το π δίπλα στα πρησμένα πόδια, κακό κυκλοφορικό, χωμένα μέχρι τα μισά στις παντόφλες. Αρχοντικό παρουσιαστικό με αραιωμένα, ολόλευκα μαλλιά. Κάποτε ήταν ωραίος άντρας, το δίχως άλλο! Στα γέρικα χέρια που κάποτε έστυβαν την πέτρα, τώρα κρατάει το τηλεκοντρόλ και στο τραπεζάκι του σαλονιού το κουτάκι με τα χάπια της εβδομάδας μισάνοιχτο.
– Άνοιξε, άνθρωπε μου την τηλεόραση! μπήκε φουριόζα η κυρά του. Τι βουβαμάρα εδώ μέσα! Αράχνες θα βγάλεις στο στόμα! Θα έρθουν και τα παιδιά και θα ψυχοπλακωθούν.

Πριν προλάβει ο παππούς να συνέλθει από την φασαριόζικη είσοδο της κυράς του, να σου, τα δύο του εγγόνια που μπήκαν κι αυτά με φόρα, με την φόρα της ηλικίας όμως, την πανίσχυρη εκείνη εφηβική ορμή που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά της.

Αφού έλαμψε το πρόσωπο και τα μάτια του σαν να έριξες πάνω του προβολέα και χαράχτηκε ένα χαμόγελο ευτυχίας στα χείλια, που έβγαινε από τα βάθη της ψυχής του, καθώς καμάρωνε τα εγγόνια, αυτά του έκαναν μια μεγάλη, ζεστή αγκαλιά και του έδωσαν ένα φιλί στο κάθε μάγουλο. Ύστερα, κάθισαν δίπλα του και μετά τις ερωτήσεις για την υγεία και τη διάθεσή του, του είπαν τα νέα τους. Ο παππούς χαιρόταν και κουνούσε το κεφάλι με ευχαρίστηση, αλλά τα νέα εξαντλήθηκαν γρήγορα κι έπεσε σιωπή.

Η φωνή της κυράς του ακούστηκε γι’ ακόμα μια φορά από την κουζίνα, να τον μαλώνει στα αστεία, αλλά και στα σοβαρά, μιας και συνήθως τα πειράγματα έχουν πάντα μια δόση αλήθειας.
– Πες μωρέ άνθρωπε, καμιά ιστορία από τα ταξίδια σου στα παιδιά, που για να σου πάρει κανείς μια λέξη θα πρέπει να μαρτυρήσει!

Ξεσηκώθηκαν και τα αγόρια κι άρχισαν τα παρακάλια.
– Ναι, μωρέ παππού! Όλοι οι ναυτικοί διηγούνται περιστατικά από τα ταξίδια τους για τα κατορθώματά τους κόντρα στα αγριεμένα κύματα, τις θύελλες και τις τρικυμίες, για παράξενα κι εξωτικά λιμάνια και μάλιστα πολλοί βάζουν και παραπανίσια για να κάνουν εντύπωση. Εσύ γιατί δεν μιλάς ποτέ;

Έπιασαν και τα δύο να προσπαθούν να πείσουν τον πεισματάρη παππού για πολλοστή φορά, μέχρι που την λύση την έδωσε η γιαγιά τους από την κουζίνα:
– Αφήστε τον μωρέ τον μονόχνοτο! Όλον τον κόσμο γύρισε, μα τίποτα δεν είδε. Μόνο την μηχανή του καραβιού και τους τέσσερις τοίχους της καμπίνας. Σαν να κουβαλούσε το καβούκι του παντού και δεν ξεμύτιζε μήτε για να πάρει αέρα. Ξέρει τις ομορφιές της θάλασσας ή της στεριάς ο παππούς σας; Όλο δουλειά, δουλειά και δουλειά!

Έτσι τελείωνε πάντα αυτό το μικρό μονόπρακτο, με την γιαγιά να μουρμουράει δήθεν θυμωμένη, να καλεί τα αγόρια να ευχαριστηθούν το φαγητό που τους ετοίμασε και να αφήσουν τον ξεροκέφαλο τον παππού τους στην μοναξιά του! Ο δε παππούς, με το χαμόγελο να μην έχει σβήσει από τα χείλη του, να είναι τόσο ευτυχισμένος από την επίσκεψη των αγοριών, που τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα, μα ήταν δάκρυα χαράς.

Είχε δίκιο η κυρά του πως δεν την ήθελε την θάλασσα. Δεν το ήθελε το άτιμο, το μπαμπέσικο το θηλυκό με τα γυναικεία καμώματα και νάζια. Θηλυκό μανιζέβελο και ζόρικο να το κάνεις καλά. Πανέμορφο, αλλά επικίνδυνο! Εκείνος ήταν από χωριό κι εκεί ανέτειλε κι έδυε ο ήλιος του! Ήθελε να βλέπει τα ριζά του βουνού, τα πεύκα και τα έλατα, ένα σπιτάκι ονειρευόταν στην αγκαλιά του τόπου που τον γέννησε. Ας όψεται η φτώχεια όμως! Κι οι μνήμες… Οι θύμησες, που μετά από τόσα χρόνια, τον συγκλόνιζαν.

Ο θόρυβος ακουγόταν από την κουζίνα… γκουντουμπ, γκουντουπ…
Η κυρά έσπαγε αμύγδαλα για λαχταριστό, σιροπιαστό γλυκό! γκουντουμπ, γκουντουπ…
Για να δούμε αν τον θα τον άφηνε να δοκιμάσει λίγο. Το άτιμο το σάκχαρο βλέπεις!
Μπα, γκρινιάρα γυναίκα που του έλαχε!
Γκτουμπ! Γκουντουμπ! Γκουντουπ… Τα μάτια του δειλιάζουν, βαραίνουν.

Μονότονα, ρυθμικά χτυπήματα στην πόρτα του χρόνου, που ανοίγει 72 χρόνια πριν… Ο παππούς τρομάζει, τα μάτια ανοίγουν, ο τοίχος φωτίζεται. Κάτι προβάλλεται πάνω του.
Είναι χαράματα, ξυπνάει από φωνές άγριες, βγαλμένες από χωνιά, εκκωφαντικές, απάνθρωπες! Κάποιοι ουρλιάζουν, χαλούν τον κόσμο! Τον κόσμο του, αλλά κι όλον τον κόσμο. Η γειτονιά του ακόμα μετράει τις πληγές της, πληρώνει το τίμημα του βομβαρδισμού του Γενάρη! 1944… Και μόνο η γειτονιά του; «Νεκροταφείο τον έκαναν τον Πειραιά!». Ερείπια και σταυροί σπαρμένοι παντού. Πέντε ώρες έπεφταν βόμβες πάνω σε άμαχο πληθυσμό. Τραγωδία. Ποιος έχει στόμα να τα πει;

Να τρέξουν στα υπόγεια; Στα καταφύγια; Στην λόφο, κάτω από την εκκλησία, εκεί κούρνιαζαν, που ήταν βράχος σκληρός.
Ακούγονται πυροβολισμοί, φασαρία, μετά από λίγο ουρλιαχτά…
Μια γυναίκα με ποδιά και μαντήλι στέκεται πίσω από την πόρτα τρομαγμένη και την κλειδαμπαρώνει. Μια πόρτα που κλείνει ένα φτωχόσπιτο με αυλή και χαμηλό περβάζι σε μια εργατική, λαϊκή συνοικία.

Πίσω από την φούστα της, δύο ξυρισμένα κεφαλάκια ξεπροβάλλουν φοβισμένα, παντελονάκια κοντά, ξυπόλυτα ποδαράκια, κοιλίτσες πρησμένες από πείνα. Τα παιδιά του πολέμου. Τα τυχερά κιόλας, γιατί είναι ακόμα ζωντανά! Αγκαλιά, κολλημένα το ένα στο άλλο κι αμίλητα από τον τρόμο. Η γυναίκα τα αρπάζει και τα σπρώχνει βίαια για να τα κρύψει πίσω από την πόρτα που υποχωρεί κάτω από τα βίαια χτυπήματα! Τα ματάκια τους πελώρια, πράσινα και μπλε, καθρεφτίζουν άνδρες με στολές σκούρες, τρομακτικές, μεταλλικά καπέλα και απειλητικά, παρατεταμένα όπλα. Τι θέλουν; Γιατί φωνάζουν στην μάνα; Γιατί την σπρώχνουν; Γιατί μπαίνουν στο σπίτι μας κι αναποδογυρίζουν το νοικοκυριό μας; Η μάνα έπεσε κι έχει αίμα το μάγουλό της από το χαστούκι. Ψάχνουν τον πατέρα, μαζεύουν τους άνδρες. Δεν είναι ο πατέρας εδώ. Είναι οδηγός τρένου, είναι στη δουλειά…

Η μάνα σέρνεται μέχρι τα αγοράκια, πάει να τα καλύψει. Οι Γερμανοί ακολουθούν την ματιά της, τα βλέπουν… μια στιγμή που ο χρόνος παγώνει. Η μάνα με τα παιδιά, ένα, έχουν γίνει άγαλμα του φόβου. Ένα δευτερόλεπτο, δυο, τρία, η ανάσα κομμένη. Οι κάνες χαμηλώνουν, φεύγουν αγριεμένοι κι άπραγοι. Μπλόκο της Κοκκινιάς. Ο Πειραιάς μύριζε θυσία και λεβεντιά. Αίμα και θάνατο.
Ακόμα τα θυμάσαι αυτά παππού; Μα δεν ξέχασα ποτέ…

Κάποτε χτυπούσε η καρδιά του αλλιώς, θυμάται. Νοιαζόταν, τρεμούλιαζε, λαχταρούσε, πονούσε, αγαπούσε. Τότε, στον μεταπολεμικό Πειραιά, θυμάται αμυδρά που πανηγύριζε την ένδοξη νίκη κατά του Γερμανού κατακτητή, παιδάκι έξι χρονών δίπλα στην μάνα του και τον αδελφό του! Είχαν και τα δύο κουρνιάσει στην αγκαλιά της μάνας. Ο πόλεμος τελείωσε, αλλά όχι και τα δεινά. Ο εμφύλιος ξέσπασε και ο Πειραιάς είχε γίνει εμπόλεμη ζώνη, οι σφαίρες έπεφταν βροχή, μάχες κανονικές, φόβος και τρόμος! Τα χαμόσπιτα γεμάτα τρύπες από τις ριπές των πολυβόλων! Οι δρόμοι σπαρμένοι ανθρώπους που βρέθηκαν σε λάθος στιγμή, σε λάθος τόπο!

Η μάνα του έπρεπε να βρει φαγητό για ‘κείνον και τον αδελφό του, που ήταν εύθραυστο κι αρρωστιάρικο σαν νεογέννητο σπουργίτι. Κι αυτός τι ήταν σάμπως; Κίνησε λοιπόν η μάνα ένα πρωινό, αφού η πείνα τους δεν λεγόταν, να πάει στην από κάτω γειτονιά να παζαρέψει κάτι να τους βράσει, να στυλωθούνε μια σταλιά. Μάχες, ξε μάχες – τι σόι συμφορά ήταν πάλι αυτή που τους έπεσε στο κεφάλι, να αλληλοσκοτώνονται Έλληνες με Έλληνες- τυλίχτηκε στο σάλι της διπλά και τρίδιπλα, μαντίλα στο κεφάλι, τα φίλησε με λατρεία και του ζήτησε να προσέχει τον αδελφό του μέχρι να έρθει. Στα μάτια του κρατημένο το δάκρυ, να θέλει να της πει να μείνει, πως δεν πεινάει, πως φοβάται, αλλά δεν έβγαλε άχνα. Μια προστατευτική στοργή είχε σταλάξει στην καρδιά του για τούτο το μυξιάρικο, αδύναμο αδελφάκι. Σήκωσε το χρέος του αδελφού με τιμή κι αξιοπρέπεια.
Στο παρακάτω στενάκι, παραλίγο να την βρει μια αδέσποτη σφαίρα στο κεφάλι. Από τότε η αγάπη που της είχε, έγινε λατρεία! Η σκέψη πως θα πάθαινε κακό τον είχε στοιχειώσει.

Πώς να διαχειριστεί τόσο πόνο και θάνατο το παιδικό μυαλό; Κι αν πήγαινε στον ουρανό, όπως οι άλλοι; Όχι, όχι δεν μπορούσε να το επιτρέψει αυτό! Έτσι με το μικρό του το μυαλό, των έξι χρόνων, συνέλαβε την λαμπρή ιδέα, μόλις έπεφταν όλοι για ύπνο, εκείνος παραφύλαγε, πήγαινε στο προσκεφάλι της μάνας του και της ξερίζωνε μία, μία τις άσπρες τρίχες που έβρισκε στο κεφάλι της. Έτσι, θα έμενε για πάντα νέα! Ποτέ δεν καταδέχτηκε να δικαιολογηθεί για τούτο του το ατόπημα, όσο κι αν τον ρωτούσαν.

Σ’ ένα παλιό καπνεργοστάσιο, στου «Σαπόρτα», μάζεψαν τα γυναικόπαιδα μέχρι να περάσει το κακό! Εκεί, άρπαξε μηνιγγίτιδα και παραλίγο να σβήσει, όπως χιλιάδες άλλα αθώα πλάσματα. Έζησε, αλλά το ένα αυτί αχρηστεύτηκε. Θυμόταν κι ένα κοριτσάκι. Πάντα θυμόταν αυτό το κοριτσάκι. Εκείνο έσβησε σαν λιανό κεράκι στον άνεμο. Τη θύμηση αυτή δεν τη ξεφορτώθηκε ποτέ. Το κοριτσάκι αυτό τον έκανε να κλαίει κάθε φορά που το διηγούνταν.

Τώρα έκλαιγε με λυγμούς, δάκρυα κυλούσαν κι από τα δυο του μάτια και χαράκωναν τα ρυτιδιασμένα μάγουλα. Τα αγόρια αφουγκράστηκαν, τρόμαξαν, έτρεξαν δίπλα στον παππού. Τον άγγιξαν στον ώμο απαλά…
– Παππού, είσαι καλά; Όνειρο έβλεπες; Γιατί κλαις; μουρμούρισαν θλιμμένα.

Ο παππούς τα κοίταξε τρυφερά, προσπάθησε να συνέλθει. Μάζεψε τις σκέψεις του και με προσπάθεια απάντησε:
– Για τα παιδιά…

Η κυρά του όρμησε από την κουζίνα, προσπαθώντας να κρύψει κι εκείνη την ανησυχία της.
– Μπα σε καλό σου! Ποια παιδιά Χριστιανέ μου; Τα έχασες ολότελα; Να τα, τα παιδιά! Μια χαρά είναι τα παιδιά! Κοντά σου!

Κι ο παππούς ψέλλισε όλο θλίψη, με φωνή σαν προσευχή που μοσχομύριζε λιβάνι κι ανέβαινε στον ουρανό…
– Για τα παιδιά του πολέμου!

Ασπασία Κουρέπη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading