“Δεν ξέρεις πόσο μου έλειψες, Λιζέτα! Πόσο πόνο κουβαλάω κι εγώ μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια που είμαι μακριά. Συγχώρεσέ με που έφυγα έτσι. Δεν είχα επιλογή!”.
“Μανώλη μου, δεν είμαστε εδώ για να συζητήσουμε τους λόγους που έφυγες! Ξέρουμε πολύ καλά πως αυτό ήταν το σωστό. Ήταν το όνειρό σου! Δεν μπορούσα να σταθώ εμπόδιο στα όνειρά σου. Εσύ με βοήθησες να πραγματοποιήσω τα δικά μου! Με στήριξες όταν ήθελα να δουλέψω στο περιοδικό. Τότε που ήμουν όλη μέρα στους δρόμους και όταν γυρνούσα σπίτι, ήμουν κομμάτια. Αντιμετώπισες τα νεύρα μου από την κούραση και τα κλάματά μου από την πίεση. Αλλά δες με! Τα κατάφερα! Δεν θα άντεχα να μην ζήσεις κι το όνειρό σου!” .
“Κοριτσάκι, δεν είναι το ίδιο! Εγώ έφυγα όταν με χρειαζόσουν. Όταν είχαμε αποφασίσει να παντρευτούμε. Όταν χάσαμε το παιδάκι μας. Έπρεπε να ήμουν μαζί σου και δεν ήμουν. Πήρα απλά τη βαλίτσα μου και έφυγα. Αμερική! Το θεωρούσα το απόλυτο όνειρο, αλλά όπως ξέρεις, έκανα λάθος!”
“Όσο και αν δεν ήθελες να με στεναχωρήσεις όταν μιλούσαμε, μπορούσα να καταλάβω την πίεση που ένιωθες. Τραύλιζες και δεν με κοιτούσες στα μάτια. Χαρακτηριστικό σου όταν λες ψέματα!”.
“Πιέστηκα πολύ! Ήμουν μόνος σε μια ξένη χώρα. Σε μια νέα δουλειά. Σε ένα καινούργιο περιβάλλον. Αυτά όμως τα αντιμετώπισα. Έμαθα την πόλη και τη ζωή. Δούλεψα πολύ σκληρά. Πάρα πολύ σκληρά, αλλά Λιζέτα μου, τα πράγματα ήταν άσχημα όταν επέστρεφα στο σπίτι. Είχα μάθει να βάζω το κλειδί στην πόρτα και να με υποδέχεσαι εσύ. Να με αγκαλιάζεις και να με φιλάς. Να κοιμόμαστε μαζί. Δεν άντεχα την άδεια πλευρά του κρεβατιού. Με τσάκιζε! Κάθε φορά που μιλούσαμε με κάμερα, βούλιαζα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι και έκλαιγα σαν μωρό παιδί! Αυτά τα έξι χρόνια μαζί σου με άλλαξαν. Λιζέτα μου… Λιζέτα μου…” .
Τα κρύα χείλη του στο ζεστό δέρμα του χεριού της, την έκαναν να παραλύει. Ήταν σίγουρη πως ο Μανώλης ήταν ο έρωτάς της. Ο άντρας με τον οποίο ήθελε να περάσει ολόκληρη τη ζωή της. Να γίνει ο πατέρας των παιδιών της. Ο φόβος της όμως ήταν μεγαλύτερος. Ο Μανώλης δεν ζούσε εδώ…. Κάποια στιγμή θα γνώριζε μια άλλη κοπέλα εκεί στην Αμερική και θα έφτιαχνε τη ζωή του. Εκείνη; Πόσο καιρό θα της έπαιρνε να ξεχάσει και να προχωρήσει;
“Μανώλη μου, γιατί είσαι εδώ;”.
Μια ερώτηση που εδώ και ώρα δεν έχει πάρει απάντηση. Ο Μανώλης δεν απάντησε αμέσως. Σηκώθηκε, πήρε την πολυθρόνα του και την τοποθέτησε δίπλα στη δικιά της. Η Λιζέτα, μαγεμένη από την παρουσία του και την απότομη μείωση της απόστασης ανάμεσά τους, έστρεψε το σώμα της προς εκείνον. Της έπιασε το χέρι σφιχτά και την κοίταξε στα μάτια.
“Για σένα, κοριτσάκι! Για σένα είμαι εδώ! Έχω επιστρέψει εδώ και έναν μήνα. Έχω ανοίξει μια εταιρία με έδρα την Αθήνα και μένω στο ξενοδοχείο όλον αυτόν τον καιρό. Δεν σε έχω ενοχλήσει, αν και δεν στο κρύβω πως σε έψαχνα. Πήγαινα στα στέκια που πηγαίναμε μαζί τότε. Πήγα και από τους δικούς σου, αν και κανένας δεν μου είπε πού είσαι, ήπια και έναν καφέ με τη Ματούλα πριν δυο μέρες. Μην τη βρίσεις! Την παρακάλεσα να μη στο πει. Ήθελα να με αναζητήσεις μόνη σου. Δεν ήξερα αν είχες φτιάξει τη ζωή σου και δεν ήθελα να σε ενοχλήσω. Και με έψαξες…. Το μήνυμά σου για την προαγωγή και το μπαρ, ήταν το σωσίβιο που έψαχνα. Και ήρθα, Λιζέτα! Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να με κρατήσει μακριά σου. Δεν θέλω και δεν μπορώ να ζήσω άλλο χωρίς εσένα!”.
Η Λιζέτα είχε μείνει στήλη άλατος. Τον κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό, ενώ παρατηρούσε τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια του μουσκεύοντας τα μάγουλά του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άπλωσε τα χέρια της και τα σκούπισε. Δεν άντεχε να τον βλέπει να κλαίει. Ο Μανώλης της ήταν πάντα ο βράχος της και τώρα αυτός ο δυνατός άντρας είχε λυγίσει μπροστά της. Η αγάπη της δεν είχε σβήσει. Ο έρωτάς της δεν είχε καταλαγιάσει. Αυτός ο άντρας ήταν ο δικός της άντρας και έπρεπε οπωσδήποτε να τον κρατήσει κοντά της. Με μια κίνηση τον αγκάλιασε σφιχτά. Ο Μανώλης άφησε για πρώτη φορά το σώμα του να χαλαρώσει και την έσφιξε πάνω του.
“Με αγαπάς ακόμη, κοριτσάκι;”
“Δεν έπαψα ποτέ! Κάθε μέρα ονειρευόμουν ότι γυρνούσες κοντά μου. Κάθε μέρα εδώ και δύο χρόνια. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου με άλλον άνθρωπο. Δέχτηκα χωρίς δισταγμό να σε παντρευτώ και ακόμα κι αν χάσαμε το παιδάκι μας, δεν έπαψα να σκέφτομαι μια οικογένεια μαζί σου. Είσαι ο άνθρωπός μου, Μανώλη!”.
Το αλμυρό, από τα δάκρυα, φιλί τους δεν άργησε να έρθει. Ένα φιλί που λύτρωσε δύο ψυχές και φώτισε δυο καρδιές. Μια αγάπη που δεν σταμάτησε ποτέ να μεγαλώνει. Δύο άνθρωποι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Τα χαχανιτά τους ακούστηκαν από άκρη σε άκρη, αλλά δεν τους ένοιαζε. Ήταν μαζί ξανά.
“Άρα κοριτσάκι, θέλεις ακόμα να με παντρευτείς;”
“Δεν σταμάτησα ποτέ να θέλω!” .
Κατερίνα Μοχράνη
ΤΕΛΟΣ
