Στ’ ορκίζομαι πως θα το κόψω! (Μέρος 1ο)

Ήταν οι τελευταίες μέρες που θα πήγαινε η Αλεξάνδρα στο ίδρυμα. Δούλευε εκεί ως εξωτερική σύμβουλος. Θέλοντας να ξαποστάσει λίγο από την πίεση της ημέρας, βγήκε λίγο στο προαύλιο να κάνει ένα τσιγάρο. Κάθισε στο παγκάκι και χάζευε. Χάζευε τους ανθρώπους που πάλευαν με τους δαίμονές τους, με τις εξαρτήσεις τους. Μα έβλεπε και τους ανθρώπους που είχαν πάει ως επισκέπτες. Άνθρωποι που έλιωναν και ας μην ήταν εκείνοι οι εξαρτώμενοι.

Στις μέρες που δούλευε εκεί, είχε γνωρίσει πολλούς ανθρώπους, είχε ακούσει πολλές ιστορίες. Αυτό που της είχε κάνει εντύπωση μέχρι τώρα, ήταν πως δεν προέρχονταν όλοι από διαλυμένα σπίτια όπως κανείς θα περίμενε, ούτε έζησαν άσχημα παιδικά και εφηβικά χρόνια. Δεν κουβαλούσαν όλοι περιστατικά βίας στο οικογενειακό τους περιβάλλον, ούτε είχαν υποστεί κακομεταχείριση. Αντιθέτως μάλιστα. Μεγάλωσαν με πολύ αγάπη, σε ένα προστατευόμενο περιβάλλον, όπου τους φρόντιζαν πολλές φορές υπέρ του δέοντος. Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς όλοι αυτοί οι άνθρωποι υπέκυψαν στην κάθε εξάρτηση, πόση έξαψη μπορούσε να σου δημιουργήσει το ποτό, τα ναρκωτικά, ο τζόγος…

Μέρος της δουλειάς της ήταν να ακούει αυτές τις ιστορίες, για το πώς ξεκίνησε ο Γολγοθάς του καθενός. Έτσι μπορούσε να συμβάλλει στο να προσφέρει την βοήθεια που χρειαζόταν ο καθένας για να ξεφύγει από την δική του εξάρτηση, να μπορέσει ξανά να πάρει την ζωή του στα χέρια του, να γίνει και πάλι κύριος του εαυτού του.

Είχε χαθεί για ώρα στις σκέψεις της και δεν παρατήρησε την κυρία που πήγε και κάθισε δίπλα της. Ήταν η κυρία Γεωργία. Μία από τους επισκέπτες του κέντρου, όπου μέσα σε αυτό ήταν ο γιος της. Δεν είχαν ανταλλάξει πολλές κουβέντες, μιας και την περίπτωσή τους την είχε αναλάβει άλλος συνάδελφος. Την περιεργάστηκε για λίγη ώρα. Ήταν γύρω στα 60, καλοβαλμένη γυναίκα. Μόνο τα μάτια της ήταν αυτά που πρόδιδαν τι περνούσε. Ήταν θολά, κουρασμένα, σκοτεινιασμένα. Πέρασε λίγη ώρα και η κυρία Γεωργία της ζήτησε ένα τσιγάρο. Το άναψε, τράβηξε μία γερή τζούρα και γύρισε και την κάρφωσε μέσα στα μάτια. Ήταν σαν τα μάτια της να την ικέτευαν για κάτι που εκείνη δεν μπορούσε να προσδιορίσει, ίσως ήταν ανακούφιση, ίσως λύτρωση. Είχε φτάσει ήδη στο μισό τσιγάρο όταν της μίλησε για πρώτη φορά.
-Πώς είναι το όνομά σου; την ρώτησε η κυρία Γεωργία.
-Αλεξάνδρα με λένε, της απάντησε
-Ξέρω πως πιθανόν να μην επιτρέπεται, αλλά θα ήθελα να σου ζητήσω μία χάρη… ήταν το βλέμμα της γεμάτο τόσο πόνο.
-Παρακαλώ, πείτε μου αν μπορώ να βοηθήσω, αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα.
-Σαν σήμερα, πριν ένα χρόνο ξέρεις, έχασα τον άντρα μου από καρδιά και έχω ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον, θέλω για μία φορά να τα πω όλα, να τα βγάλω από μέσα μου, να γαληνέψει για λίγο η ψυχή μου. Σε παρακαλώ, στο ζητώ σαν χάρη… σχεδόν την ικέτευε η Γεωργία.

Το επεξεργάστηκε για λίγα λεπτά, δεν ήξερε αν έπρεπε. Συνήθως αυτές τις συζητήσεις τις κάνεις με τον εκάστοτε υπεύθυνο σύμβουλο ή θεραπευτή. Όμως κατάλαβε από το βλέμμα της, από τον ήχο της φωνής της, πως ήταν όντως πραγματική, εσωτερική της ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον. Είχε δει πολλές φορές το κόλπο που έκαναν κάποιοι συγγενείς των εγκλεισμένων, προσπαθώντας να κερδίσουν την εύνοια και την συμπάθεια των εργαζομένων του κέντρου ώστε είτε να έχει ιδιαίτερη μεταχείριση ο δικός τους άνθρωπος, είτε με κάποιο τρόπο να μπορέσουν να τον πάρουν και πάλι κοντά τους. Δεν έβλεπε πονηριά όμως, έβλεπε έναν άνθρωπο έτοιμο να ξεγυμνώσει την ψυχή του μπροστά της. Μετά από την ολιγόλεπτη σιωπή, της έπιασε το χέρι και την ρώτησε:
-Είστε σίγουρη πως αυτό είναι που επιθυμείτε;
-Δεν έχω υπάρξει πιο σίγουρη στην ζωή μου. Αν δεν θες, θα το καταλάβω, σίγουρα δεν είναι και το καλύτερο να ακούς όλη μέρα τον πόνο και την πίκρα του καθενός. Όμως το βλέπω στα μάτια σου, είσαι καλοσυνάτο πλάσμα, με καθαρή ψυχή και ξέρω πως θα με ακούσεις πραγματικά. Όχι απλά γιατί πρέπει, άλλωστε θα μπορούσες να αρνηθείς. Αλλά γιατί βλέπω ότι γνωρίζεις πώς είναι να είσαι στην άλλη πλευρά, στην δική μου…

Ξαφνιάστηκε στο άκουσμα της τελευταίας πρότασης, γιατί όντως ήξερε. Είχε και η ίδια βιώσει την δική της πλευρά. Γνώριζε καλά πώς είναι να βρίσκεσαι δίπλα στην εξάρτηση, με χέρια δεμένα, χωρίς να μπορείς να παλέψεις και συ, χωρίς να έχεις την παραμικρή δύναμη να βοηθήσεις. Ήξερε πώς είναι να βλέπεις να χάνεται αργά και βασανιστικά η ζωή μέσα από ένα αγαπημένο σου πρόσωπο. Χωρίς δεύτερη σκέψη, της έγνεψε καταφατικά και έτσι ξεκίνησε μία εκ βαθέων εξομολόγηση που έμελλε να είναι η λύτρωση και των δύο…

Αθηναΐδα Κ.

One response to “Στ’ ορκίζομαι πως θα το κόψω! (Μέρος 1ο)”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading